Poleconomix: Ποια είναι η γνώμη σας για τον αναθεωρητισμό που παρατηρείται στις ημέρες μας σε σχέση με την νεότερη ελληνική ιστορία;
Παντελής Λέκκας: Οι αναθεωρήσεις και τα μεταρρυθμιστικά ρεύματα είναι κάτι το γνωστό και φυσιολογικό στην ιστορία της ιστοριογραφίας. Από αυτήν την άποψη, το φαινόμενο στο οποίο αναφέρεστε είναι υγιής ένδειξη για τον ιστορικό προβληματισμό στην χώρα μας, αφού αυτός βρίσκεται σαφώς σε φάση αναβρασμού – του εμβολιασμού του από ‘νέες’ ιδέες, θεωρητικές προσεγγίσεις, μεθοδολογικές καινοτομίες και λοιπά.
Ωστόσο, υπάρχουν και δύο αρνητικά σημεία στο ζήτημα. Το πρώτο είναι ότι η γοητεία του μεταμοντερνισμού δεν έχει ακόμη κλείσει τον κύκλο της στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι ιστοριογραφικές διαμάχες της εποχής μας να αντιμετωπίζονται τελικά ως αντίπαλες και επί της ουσίας ισοδύναμες ‘αφηγήσεις’. Το δεύτερο είναι ότι η θεματολογία αυτού του ιστορικού ρεβιζιονισμού καθορίζεται περισσότερο από το λεγόμενο ‘πρακτικό’ παρελθόν, παρά από γνήσια ιστοριογραφικά κίνητρα και ουδέτερες γνωστικές περιέργειες. Τούτο εξηγεί τον παθιασμένο και συχνά στρατευμένο χαρακτήρα των διενέξεων για ιστορικά θέματα (ελληνική επανάσταση, εμφύλιος πόλεμος και λοιπά) που συνεχίζουν να θεωρούνται επίδικα (δηλαδή πολιτικώς επίκαιρα) και όχι αμιγώς ιστορικά.
Συνολικά λοιπόν, ενώ το σύγχρονο ρεβιζιονιστικό ρεύμα στην ιστορία είναι κάτι αφεαυτού θετικό, εντούτοις στην χώρα μας συνέβη να εκδηλώνεται με ελαφρώς καθυστερημένη (μεταμοντερνισμός) και μάλλον επαρχιωτική (πολιτικοποίηση) μορφή.
Poleconomix: Θεωρείτε ότι ο ιστορικός αυτός ρεβιζιονισμός έχει ‘κόστος’ (το οποιοδήποτε κόστος) για την σύγχρονη εθνική μας ταυτότητα;
Παντελής Λέκκας: Η εθνική ταυτότητα είναι κάτι που αλλάζει στον χρόνο. Όπως κάποτε κρυσταλλώθηκε σε κάτι σαφές και διαφορετικό από άλλες ομόλογες οντότητες (σε Έλληνες, Τούρκους, Βουλγάρους, Άγγλους, Γάλλους και λοιπούς), έτσι τροποποιήθηκε και αναπροσαρμόστηκε αρκετές φορές στο πέρασμα του χρόνου. Δεν είμαι βέβαιος όμως ότι αρκούν οι διενέξεις των ιστορικών και των ιστοριζόντων για να αλλάξουν έναν συλλογικό αυτοπροσδιορισμό όπως εκείνος του έθνους – ο κίνδυνος (ή ο ευσεβής πόθος) βρίσκεται περισσότερο στα κεφάλια των εμπλεκομένων σε τέτοιες συζητήσεις (αναθεωρητών και αντιμεταρρυθμιστών, επιτιθεμένων και αμυνομένων) παρά στην ίδια την πραγματικότητα.
Η ίδια όμως η εμπειρική πραγματικότητα αλλάζει ραγδαία – και φυσικά, όχι μόνον λόγω της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, αλλά λόγω των βαθύτερων μεταβολών που συντελούνται ακατάπαυστα γύρω μας, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, στην αποδυνάμωση του εθνικού κράτους, στις γνωσιακές και τεχνολογικές αλλαγές και ούτω καθεξής. Είναι επόμενο λοιπόν και η ταυτότητα του έθνους (του κάθε έθνους) να αναπροσαρμόζεται διαρκώς, με τις αναγκαίες προς τούτο τροποποιήσεις, συρρικνώσεις, διευρύνσεις, ανασκευές και λοιπά. Η ανάγκη για ‘ιστορική αυτογνωσία’, λοιπόν, έρχεται συνήθως να εκλογικεύσει και να τεκμηριώσει μεταβολές που έχουν ήδη δρομολογηθεί από πολύ πιο ‘πεζούς’ (αλλά συνάμα και πολύ πιο σύνθετους) παράγοντες.
Από αυτήν την άποψη, θα αντέστρεφα την ακολουθία του ερωτήματός σας και θα το έθετα ως εξής: μήπως ο ιστορικός ρεβιζιονισμός των ημερών μας είναι ο ίδιος σύμπτωμα βαθύτερων και άγνωστων ακόμη αλλαγών στην ιδιοσυστασία της ελληνικής ταυτότητας – αλλαγών οι οποίες έχουν επέλθει από παράγοντες οι οποίοι βρίσκονται εν πολλοίς έξω από τον έλεγχο του έθνους (του κάθε έθνους) και του εθνικού υποκειμένου; Και μήπως είναι αυτές ακριβώς οι αλλαγές που δημιουργούν, σε όσους ασχολούνται με το ‘πρακτικό’ παρελθόν, την ανάγκη να αναθεωρήσουν την κατεστημένη ιστοριογραφία, ιδίως στην ‘επίσημη’ μορφή της;
Poleconomix: Θα λέγατε ότι υπάρχουν ιδιαίτερα στοιχεία της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας τα οποία υποδεικνύουν, πιθανώς, την ύπαρξη ενός ξεχωριστού ‘οικονομικού ήθους’;
Παντελής Λέκκας: Αναμφίβολα ναι, αν η καταφατική αυτή απάντηση δεν παρανοηθεί ως προϊόν στερεοτυπικών προτύπων ή απλών υποκειμενικών επιλογών που θα μπορούσαν πιθανώς να ήταν ριζικά διαφορετικές. Η συλλογική συνείδηση των νεοελλήνων έχει διαμορφωθεί όχι μόνον από τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν ή από τις ιδεολογίες που υιοθετήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και από το ιδιαίτερο παρελθόν μιας κοινωνίας της ημιπεριφέρειας η οποία εισήλθε με καθυστέρηση στην νεοτερικότητα. Είναι γνωστές οι απόψεις για την ‘νόθα αστικοποίηση’ της ελληνικής κοινωνίας, για τον ‘κομπραδόρικο’ χαρακτήρα της οικονομίας της, για τον υπερτροφισμό του κράτους και λοιπά.
Τούτων δοθέντων πάντως, ο υποκειμενικός παράγοντας έπαιξε κι αυτός τον ρόλο του, αφού η βολική αποδοχή της ιδέας του κράτους-πάτρωνα ή της νοοτροπίας του μονίμως αδικημένου (the underdog mentality) ενίσχυσαν στην συλλογική συνείδηση (αδιάφορα από επιμέρους ιδεολογικές προτιμήσεις και πολιτικές τοποθετήσεις) οικονομικές συμπεριφορές άκαμπτες και εσωστρεφείς– τροφοδοτώντας μια παραμυθητική αίσθηση αυτάρκειας και βεβαιότητας, μιαν εντέλει πλαστή οντολογική ασφάλεια μέσα σε συνθήκες ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου και ανελέητα ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος διεθνώς.
Ο Παντελής Λέκκας είναι αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής κοινωνιολογίας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.