Εμμανουέλα Δούση και Νίκος Κουτσιαράς: Οικονομική και πολιτική ασυμμετρία και ελλειμματική δημοκρατία στην ευρωζώνη: Ο δρόμος της απώλειας

Η (δομική) οικονομική ανομοιογένεια των κρατών μελών της ευρωζώνης υπήρξε, από την πρώτη στιγμή, η σοβαρότερη αιτία επιφύλαξης ως προς την σκοπιμότητα της Ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης. Η οικονομική ανομοιογένεια, άλλωστε, προοιωνίζεται ασύμμετρους κινδύνους και ασυγχρόνιστες διακυμάνσεις και, επομένως, συνηγορεί στην διατήρηση μάλλον, παρά στην ραγδαία συρρίκνωση του εθνικού μακροοικονομικού οπλοστασίου (την άρση της νομισματικής αυτονομίας και τον περιορισμό της επιλεκτικής δημοσιονομικής επέκτασης). Η επιμονή, παρ’ όλα αυτά, στην νομισματική ένωση αντανακλούσε την πεποίθηση πως, αφ’ ενός, η προσδοκώμενη επιτάχυνση της ολοκλήρωσης των οικονομιών θα συνέβαλε στην δομική σύγκλισή τους και, αφ’ ετέρου, ότι η, επίσης προσδοκώμενη, ενίσχυση των μηχανισμών προσαρμογής των αγορών θα εξουδετέρωνε τις συνέπειες της δραστικής –κατά πολλούς και ευεργετικής- μείωσης της εθνικής μακροοικονομικής αυτονομίας. Τόσο η αποδοτικότητα του μακροοικονομικού καθεστώτος της ευρωζώνης, όσο και  η ενίσχυση των αγοραίων μηχανισμών προσαρμογής των οικονομιών και, γι’ αυτούς τους σκοπούς, η μεταρρύθμιση των εγχώριων οικονομικών θεσμών, ιδίως (των θεσμών) του κοινωνικού κράτους και της αγοράς εργασίας, εν πολλοίς συνδέθηκαν αιτιωδώς με την «πειθαρχία της αγοράς». Εν τούτοις, η επιτάχυνση της εγχώριας θεσμικής μεταρρύθμισης υπήρξε, επίσης, αντικείμενο του Ευρωπαϊκού συντονισμού της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των κρατών μελών, ωστόσο κατά τρόπο ήπιο, διόλου δεσμευτικό, υπογραμμίζοντας την απόλυτη δικαιοδοσία των τελευταίων και, απλώς, αποβλέποντας στην αμοιβαία υποκίνηση της μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας των εθνικών κυβερνήσεων μέσω του παραδείγματος και της διάδοσης της τεχνογνωσίας της οικονομικής μεταρρύθμισης. 

Η κρίση στην ευρωζώνη –κρίση ανταγωνιστικότητας και δημόσιου χρέους στις οικονομίες του νότου και κρίση του τραπεζικού συστήματος- προσφέρει την αψευδή, σχεδόν οριστική επιβεβαίωση των επιφυλακτικών αντιλήψεων για την Ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση και, πράγμα ταυτόσημο, εκφράζει την αποτυχία του μακροοικονομικού καθεστώτος και, γενικώς, του συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης, ασφαλώς περιλαμβανομένης της μεθόδου συντονισμού της εγχώριας θεσμικής οικονομικής μεταρρύθμισης, δηλαδή, του τρόπου υποκίνησης και επιτάχυνσής της. Μπορεί η εμπέδωση και επιδείνωση –αντί της προσδοκώμενης άμβλυνσης- της ανισορροπίας μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών οικονομιών να έμενε, κατ’ ουσίαν, πολιτικώς απαρατήρητη, όσο διαρκούσε η περίοδος της (λίγο πολύ) σταθερής μεγέθυνσης, αλλά και όσο επέτρεπε η παράλογη ευφορία της πρόσβασης στον δανεισμό. Ανέκτησε, ωστόσο, ως αποτέλεσμα της κρίσης, τον πραγματικό χαρακτήρα (της) ως θεμελιώδους οικονομικής ασυμμετρίας μεταξύ δανειζόντων και δανειζόμενων κρατών μελών – πιστωτών και χρεωστών. Εκτός της άνισης κατανομής του βάρους της μακροοικονομικής επαν-εξισορρόπησης εις βάρος των χρεωστών και του βιοτικού επιπέδου τους, η οικονομική ασυμμετρία συνεπάγεται, τώρα, την πρόκληση πολιτικής ασυμμετρίας. Είτε πρόκειται για τις πολλαπλές –όσο και αλυσιτελείς- πρωτοβουλίες διαχείρισης της παρούσας κρίσης, με έμφαση στην επίσημη δανειακή χρηματοδότηση των υπερχρεωμένων οικονομιών, είτε πρόκειται για την αναθεώρηση και συμπλήρωση του μακροοικονομικού καθεστώτος και του συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης, η πολιτική ασυμμετρία εκδηλώνεται δια της τυπικής ενσωμάτωσης και, πολύ περισσότερο, της ενίσχυσης των μέσων παρακολούθησης και, πλέον, επιβολής της εφαρμογής αρχών, κανόνων και θεσμών δημοσιονομικής και οικονομικής διαχείρισης που απηχούν, εάν όχι ευθέως αποτυπώνουν, τις μακροοικονομικές και οικονομικές θεσμικές προτιμήσεις των πλεονασματικών κρατών μελών και, δίχως άλλο, προβάλλουν καθολικώς τις συντηρητικές –περί την αρετή, την σωφροσύνη, ξορκίζοντας την ηδονή- αξιακές αναφορές και  κοινωνικές πολιτισμικές παραδόσεις τους. Η οικονομική συνάφεια της μοραλιστικής αναθεώρησης του μακροοικονομικού καθεστώτος και του συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητη μπορεί να θεωρείται – πολλοί υποστηρίζουν άλλωστε πως είναι επακόλουθη της κρατούσας εσφαλμένης διάγνωσης των αιτιών της κρίσης. Μολαταύτα, η πολιτικώς ασύμμετρη και ιδεολογικώς και αξιακώς μεροληπτική εισαγωγή του συνιστά, πιθανότατα, τον μείζονα λόγο απονομιμοποίησης του Ευρωπαϊκού νομισματικού καθεστώτος.

Η άποψη ότι ο κίνδυνος απονομιμοποίησης της ευρωζώνης έχει εντόνως πολιτικό περιεχόμενο –εκτός του αμιγώς οικονομικού- ενισχύεται μάλλον, όταν η συζήτηση επεκταθεί στα θέματα της εγχώριας δημοκρατικής διαδικασίας. Το ερώτημα είναι εάν η μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εν προκειμένω στο πλαίσιο διακυβέρνησης της νομισματικής ένωσης, μπορεί να συνεπάγεται ακόμη και τον περιορισμό της αποτελεσματικής ελευθερίας των πολιτών να επιλέγουν τις (έστω περιεσταλμένης αποτελεσματικής εντολής) κυβερνήσεις τους.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να υπογραμμίζουν οι προς τους Έλληνες πολίτες υποδείξεις των εκπροσώπων του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου των πλεονασματικών κρατών μελών, τις παραμονές των πρόσφατων εκλογών, να ψηφίσουν υπέρ κομμάτων που, κατ’ ουσίαν, αποδέχονται τους όρους των διεθνών χρηματοδοτών. Βεβαίως, η υπόδειξη της «σωστής επιλογής» δεν είναι κάτι καινούργιο στην (πρόσφατη) ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνέβη, επίσης, και μάλιστα με τρόπο μέχρι τότε ασυνήθη και μάλλον άκομψο, όταν η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι κλήθηκε να παραδώσει την εξουσία σε κυβέρνηση τεχνοκρατών. Στην πράξη, βεβαίως, οι περιπτώσεις της επανάληψης των  Ευρωπαϊκών δημοψηφισμάτων της Ιρλανδίας συνιστούν έκφραση της ίδιας αντίληψης της (υποδειγμένης) «σωστής επιλογής». Όμως, εκτός του ότι κλονίζει τις ιδεολογικές βάσεις και τις διακηρυγμένες αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η Ευρωπαϊκή συνεργασία, η προσπάθεια χειραγώγησης των ψηφοφόρων συνεπάγεται επιπλέον την μεγαλύτερη αποξένωση του πολίτη από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Οι επαφές του πολίτη με το Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι δεν υπήρξαν βεβαίως ποτέ ιδιαιτέρως στενές, μάλλον θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν τρίτου -ουδέτερου- τύπου. Όπως υποδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις του Ευρωβαρομέτρου, οι πολίτες παρέχουν μεν υποστήριξη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, χωρίς όμως να γνωρίζουν πολλά γι’ αυτήν. Δεν μετέχουν, αλλά ούτε αισθάνονται ότι μετέχουν στην λήψη των αποφάσεων που αφορούν την καθημερινή τους ζωή. Πράγματι, οι διαβουλεύσεις που γίνονται στις Βρυξέλλες πριν την λήψη μιας απόφασης εμπλέκουν περισσότερο τα λόμπυ των πολυεθνικών απ’ ότι την κοινωνία των πολιτών. Δεν αρκεί η εκπροσώπηση σ’ ένα κοινοβουλευτικό σώμα με ελλειπτικές αρμοδιότητες για να ενισχυθεί το αίσθημα συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση – και η χαμηλή συμμετοχή στις (εθνικώς αποκεντρωμένες) εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αυτό ακριβώς υπογραμμίζει. Ούτε όμως η θέσπιση της «Ευρωπαϊκής ιθαγένειας» (ορθότερα: της ιδιότητας του πολίτη) ή η υιοθέτηση του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων ή, πιο πρόσφατα, της πρωτοβουλίας Ευρωπαίων πολιτών για την πρόκληση Ευρωπαϊκού δημοψηφίσματος, είναι από μόνες τους ικανές να σφυρηλατήσουν μια πιο άμεση σχέση των πολιτών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολύ περισσότερο δε να διαμορφώσουν μια κοινή ταυτότητα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί απλώς ένα νομικό κείμενο, χρειάζονται πολλά παραπάνω από αυτό – χρειάζεται το αίσθημα του ανήκειν στην κοινότητα.

Η προσπάθεια επηρεασμού του εκλογικού αποτελέσματος στην Ελλάδα έρχεται, επιπλέον, σε ευθεία αντίθεση με την πεποίθηση ότι η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνεισφέρει στην εμπέδωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Η αντίφαση ανάμεσα σε πραγματικές πράξεις και διακηρυγμένες αρχές μας οδηγεί στο να ξανασκεφτούμε το νόημα της δημοκρατίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι αλήθεια ότι η δημοκρατία στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επιδέχεται πολλές προσεγγίσεις. Αν την προσεγγίσουμε τυπικά-διαδικαστικά, εστιάζοντας δηλαδή μόνο στην ελευθερία των εκλογικών και άλλων αναμετρήσεων (δημοψηφίσματα κ.ά.), τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο δημοκρατικό είναι ένα καθεστώς όπου οι πράξεις αποκλίνουν από τις συνταγματικές αρχές. Αν θεωρήσουμε ότι δημοκρατικό είναι ένα καθεστώς που προωθεί την ανθρώπινη ευημερία, την ασφάλεια, την ισονομία, τον δημόσιο διάλογο κλπ., τότε πόσο δημοκρατικό είναι ένα καθεστώς που αποδέχεται πλέον, εάν όχι προκαλεί, μεγάλες εσωτερικές κοινωνικές ανισότητες; Αν, τέλος, προσεγγίσουμε την δημοκρατία ως μια εξελικτική διαδικασία, μια συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτών και Ευρωπαϊκών θεσμών, τότε μάλλον θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι πολιτικές είναι επιδεκτικές αλλαγών αν οι πολίτες το επιθυμούν. Όποια προσέγγιση της δημοκρατίας κι αν επιλέξουμε, διαπιστώνουμε ότι δεν θα πρέπει να την θεωρούμε δεδομένη και εκτός κινδύνου.

Εν κατακλείδι, η προβληματική μπορεί να συνοψισθεί στο εξής δίλημμα: Ευρώπη των αγορών και της ευπρόσδεκτης και εξυπηρετικής γι’ αυτές εγκράτειας του δημοσίου ή Ευρώπη της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και των πολιτών; Εάν ο απώτερος και σχεδόν αποκλειστικός στόχος είναι η εξυπηρέτηση των αγορών, τότε η συρρίκνωση της δημοκρατίας είναι αναπόφευκτη, μαζί και η αμφισβήτηση του κεκτημένου της ολοκλήρωσης, αρχής γενομένης από το κοινό νόμισμα. Αν, όμως, όπως εμφαντικά διακηρύττουν οι Ευρωπαϊκές συνθήκες, στόχος είναι η ευημερία των πολιτών, τότε θα πρέπει να αναζητηθούν αποτελεσματικότεροι τρόποι ενίσχυσης της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στους πολίτες και τους συλλογικούς φορείς πολιτικής, κατ’ αυτό τον τρόπο προστατεύοντας την βιωσιμότητα του (μέγιστου μέρους του) Ευρωπαϊκού κεκτημένου, όποια κι αν είναι η τύχη του ευρώ.

Share:

σχετικά άρθρα