Την δεκαετία του 1970 μια αμερικανική εταιρεία υφαντουργίας, δελεασμένη από το εξαιρετικά χαμηλό μισθολογικό κόστος της Αϊτής, αποφάσισε να μεταφέρει την παραγωγή της εκεί. Οι αμερικανοί διευθυντές της εταιρείας – μετά την αποπεράτωση του εργοστασιακού συγκροτήματος – αποφάσισαν να μεταβούν στο νησί και να προσφέρουν έναν οριακά υψηλότερο του μέσου μισθού, ούτως ώστε να προσελκύσουν τους καλύτερους εργάτες της περιοχής.
Την ημέρα των εγκαινίων χιλιάδες εργάτες μαζεύτηκαν στο εργοστάσιο για να προσφέρουν την εργασία τους. Η εταιρεία δεν δυσκολεύτηκε να διαλέξει τους καλύτερους εργάτες και το εργοστάσιο ξεκίνησε την λειτουργία του. Δεν συνέχισε όμως για πολύ αφού λίγους μήνες μετά έκλεισε!
Αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι οι αμερικάνοι διευθυντές μη λαμβάνοντας υπόψη τους τις φεουδαρχικές διευθετήσεις της πρόνοιας στην Αϊτή, δεν είχαν υπολογίσει σωστά το πραγματικό μισθολογικό κόστος. Οι διευθετήσεις αυτές διασφάλιζαν πως «όταν καίγεται το σπίτι της μητέρας ενός εργάτη, είναι υποχρέωση του αφεντικού (στην Αϊτή οι εργάτες τον αποκαλούν papa, δηλαδή μπαμπά) να το επισκευάσει ή, όταν ένα παιδί χρειάζεται ιατρική περίθαλψη ή ένας αδελφός παντρεύεται, πάλι είναι υποχρέωση του «μπαμπά» να βοηθήσει» (Esping-Andersen, 2006: 94). Κατά συνέπεια το ονομαστικό μισθολογικό κόστος σε καμία περίπτωση δεν συνέπιπτε με το πραγματικό.
Η καπιταλιστική επιχείρηση δεν μπόρεσε να επιβιώσει σε ένα αφιλόξενο – για αυτήν – προνεωτερικό περιβάλλον!
Πηγή:
Esping-Andersen, G. (2006). Οι τρείς κόσμοι του καπιταλισμού της ευημερίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.