Το ερώτημα του τίτλου εκφράζει αληθινή απορία και εμμέσως αποτελεί έκφραση απογοήτευσης: πράγματι, όσοι έχουν υψηλές προσδοκίες για την πολιτική επιστήμη, π.χ., περιμένουν να προσφέρει έτοιμες λύσεις των πολιτικών προβλημάτων, απογοητεύονται όταν ακούν τους πολιτικούς επιστήμονες να διστάζουν να προτείνουν καθαρές λύσεις, να αμφισβητούν οι ίδιοι τα αποτελέσματα των ερευνών τους και να διαφωνούν έντονα μεταξύ τους ακόμα και για τα θεωρούμενα ως προφανέστερα ζητήματα όπως τι είναι δημοκρατία ή τι είναι λαϊκισμός. Δηλαδή, όσοι ίσως περίμεναν πολλά από την πολιτική επιστήμη καταλήγουν να “κρατούν μικρό καλάθι”. ‘Όσοι πάλι έχουν σχηματίσει δική τους άποψη για τα πολιτικά πράγματα, λόγω μεγάλης πείρας ζωής ή εξαιτίας τριβής με την πολιτική (π.χ., παλιοί πολιτευτές, μερικοί δημοσιογράφοι) ή λόγω της τάσης τους να εκφέρουν γνώμη επί παντός επιστητού, δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από την πολιτική επιστήμη. Έτσι κι αλλιώς, σε ό,τι αφορά την πολιτική, θεωρούν ότι τα ξέρουν όλα. Υπάρχει επίσης και μια τρίτη κατηγορία, αποτελούμενη από ανθρώπους πολύ πιο “υποψιασμένους” ως προς την πολιτική ανάλυση οι οποίοι είτε θεωρούν με αναγωγιστικό τρόπο ότι το “πολιτικό” δεν έχει κάποια αυτονομία καθώς το κλειδί της ερμηνείας για την πολιτική βρίσκεται παραπεταμένο κάπου ανάμεσα στις αντιφάσεις του οικονομικού συστήματος είτε ότι η πολιτική επιστήμη είναι υποσύνολο πιο στέρεων και μακροβιότερων “πειθαρχιών” όπως η ιστορία, τα νομικά ή ακόμα και η κοινωνιολογία.
Πολλά από αυτά για τα οποία εγκαλείται η πολιτική επιστήμη είναι σωστά. Υπάρχουν άλλωστε απόψεις σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι καν δυνατή η επιστημονική προσέγγιση της πολιτικής όπως είναι δυνατή, π.χ., η προσέγγιση του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει. Η συζήτηση αυτού του επιστημολογικού θέματος δεν θα μας πήγαινε πολύ μακριά. Και αυτό γιατί όσοι δεν θεωρούν την πολιτική επιστήμη “επιστήμη” θα απέρριπταν έτσι κι αλλιώς το αρχικό μας ερώτημα, ενώ όσοι τη θεωρούν “επιστήμη” θα άφηναν αναπάντητο αυτό το ερώτημα μερικής άγνοιας, δηλαδή τι μπορούμε να περιμένουμε από την πολιτική επιστήμη. Υποθέτοντας ότι κάποιου είδους συστηματική και εμπειρικά τεκμηριωμένη, αν όχι αυστηρά επιστημονική, προσέγγιση της πολιτικής είναι δυνατή, μπορούμε να ρωτήσουμε τους πολιτικούς επιστήμονες τι περιμένουν οι ίδιοι από την έρευνα και τη διδασκαλία τους.
Πολλοί από όσους έχουν εκπαιδευτεί συστηματικά στην πολιτική επιστήμη θα απαντούσαν ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε πάρα πολλά ούτε όμως πολύ λίγα. Για παράδειγμα, από εκείνους που καλλιεργούν την κανονιστική διάσταση της πολιτικής (πολιτική φιλοσοφία – πολιτική θεωρία) μπορούμε να περιμένουμε κριτικό έλεγχο των σημερινών πολιτικών θεσμών και διαδικασιών και επιχειρήματα συγκρότησης μιας περισσότερο δίκαιης πολιτικής κοινωνίας. Οι απολήξεις των κανονιστικών επιχειρημάτων συχνά φθάνουν μέχρι την αξιολόγηση συγκεκριμένων μέτρων πολιτικής (π.χ., εναλλακτικές πολιτικές για βιοηθικά ζητήματα). Αυτό δεν είναι λίγο, αλλά δεν φθάνει και σε δημοκρατικό πλαίσιο ούτε θα έπρεπε να φθάνει σε μια και μοναδική πρόταση πολιτικής (με την έννοια του ‘policy’ ή της ‘politique publique’) την οποία θα επένδυε με το όποιο κύρος της η πολιτική επιστήμη.
Από τους άλλους πολιτικούς επιστήμονες, οι οποίοι καταπιάνονται με την ουσιαστική-αναλυτική διάσταση της πολιτικής (πολιτική κοινωνιολογία, συγκριτική πολιτική κ.ά.) περιμένουμε κατασκευή τυπολογιών για καθεστώτα, θεσμούς και διαδικασίες (όπως, π.χ., τυπολογιών πολιτευμάτων, κομμάτων και εξεγέρσεων) με απώτερο σκοπό την συγκρότηση θεωριών για την κριτική ερμηνεία των πολιτικών συνεχειών και κυρίως των πολιτικών μεταβολών. Ούτε εδώ υπάρχει τέλος στην ερμηνευτική προσπάθεια. Σίγουρα δεν είναι πολύ το να συμπεράνει κανείς ότι μεταξύ των θεωριών που ερμηνεύουν τη μετάβαση από τον αυταρχισμό στη δημοκρατία η τάδε και η δείνα θεωρία φαίνονται πιο εύλογες, γιατί έχουμε επαρκή εμπειρική και ιστορική τεκμηρίωση για αυτές. Ως συμπέρασμα είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από τη διάχυτη γνώμη ότι οι μεταβάσεις στη δημοκρατία προκύπτουν όταν ο λαός δεν αντέχει άλλο ή όταν κάποιοι, συνήθως ξένοι, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα σκοτεινά συμφέροντά τους βολεύονται περισσότερο με δημοκρατικό αντί για αυταρχικό πολίτευμα και κανονίζουν αναλόγως τις εξελίξεις.
Όσο οι πολιτικοί επιστήμονες περιορίζουν τα χρονικά και τα χωρικά όρια των γενικεύσεών τους, τόσο πιο σίγουροι αισθάνονται. Έτσι ακόμα και αν είναι ελκυστικό το να λέμε στα αμφιθέατρα ότι όπου υπάρχει οργάνωση (κομματική, συνδικαλιστική ή άλλη), πάντοτε εκεί θα προκύπτει μια αυτο-αναπαραγόμενη ολιγαρχία (“νόμος του Μίχελς”) ή ότι οι δημοκρατίες δεν πολεμούν ποτέ μεταξύ τους, ενώ τα αυταρχικά καθεστώτα πολεμούν μεταξύ τους ή εναντίον δημοκρατιών (“θεωρία της δημοκρατικής ειρήνης”), ξέρουμε ότι αυτό το “πάντοτε” και το “ποτέ” είναι λέξεις που χρησιμοποιούμε καταχρηστικά. Και ότι θα αισθανόμασταν περισσότερο ασφαλείς, αν περιορίζαμε τις γενικεύσεις μας σε δεδομένο τόπο και χρόνο, π.χ., στην Ευρώπη τον 20ο αιώνα. Το να φθάσει κανείς σε τέτοιου είδους διστακτικά και διαψεύσιμα συμπεράσματα δεν είναι ούτε πολύ ούτε λίγο. Αρκεί όμως για μια ολόκληρη και για πολλούς ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ζωή έρευνας, διαλόγου και περισυλλογής.
Ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.