Σάκης Μανούζας: Οι αναδιανεμητικές επιδράσεις, η λογική και τα μειονεκτήματα της απόφασης για την Κύπρο

Η απόφαση του Eurogroup σχετικά με την επιβολή φόρου στις τραπεζικές καταθέσεις σε κυπριακό έδαφος, συνεπάγεται μία σειρά από αναδιανεμητικές επιδράσεις, οι οποίες διατηρούν το ενδιαφέρον τους, παρά το ότι το επίμαχο σχέδιο διάσωσης καταψηφίστηκε από την κυπριακή βουλή. Και διατηρούν το ενδιαφέρον τους, αφενός γιατί συμβάλλουν στο δημόσιο διάλογο αναφορικά με τη διαχείριση τραπεζικών κρίσεων και τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις αυτών, και, αφετέρου, γιατί σηματοδοτείται μία μεταστροφή στους κόλπους της ΕΖ, ως προς το χειρισμό παρόμοιων κρίσεων μελλοντικά. Αξίζει λοιπόν να εξεταστούν οι αναδιανεμητικές επιδράσεις του εν λόγω σχεδίου, θέτοντας κάθε φορά διαφορετικές προς σύγκριση ομάδες.

Καταθέτες-φορολογούμενοι: Η απόφαση εναποθέτει το βάρος της προσαρμογής στους καταθέτες εν αντιθέσει με άλλες περιπτώσεις (Ελλάδα μεταξύ άλλων), όπου το βάρος κλήθηκαν να επωμιστούν οι φορολογούμενοι. Αναμφίβολα, οι δύο ομάδες έχουν ευρύτατο αριθμό κοινών στοιχείων, χωρίς όμως αυτό να ανατρέπει την κατεύθυνση της αναδιανομής. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση επιβολής ανάλογης με το φόρο καταθέσεων φορολογικής επιβάρυνσης, το βάρος θα έπεφτε δυσανάλογα (και πιθανότατα αντιστρόφως προοδευτικά) στους μισθωτούς και συνταξιούχους, δεδομένου ότι αυτοί δεν έχουν ουσιαστικά ευχέρεια φοροαποφυγής ή/και φοροδιαφυγής. Συγχρόνως, συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες, εκμεταλλευόμενες την ευχέρεια αποφυγής καταβολής φόρων, θα μετατόπιζαν πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση στις «πλάτες» των μισθωτών και συνταξιούχων (τουλάχιστον το ελληνικό παράδειγμα, αυτό μας διδάσκει). Παράλληλα, οι κάτοχοι πλούτου από κέρδη κεφαλαίου είναι αυτοί που κατά κανόνα έχουν και τις υψηλότερες αποταμιεύσεις. Τέλος, μηδενική θα είναι η επιβάρυνση για όσους έχουν μηδενική αποταμίευση, οι οποίοι, πιθανότατα αν όχι σίγουρα, ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Μάλιστα, για αυτήν την ομάδα ατόμων, μία πιθανή εκτεταμένη δημοσιονομική περιστολή (όπως συνέβη στην Ελλάδα και αλλού) θα σήμαινε σχετικά μεγαλύτερη επιβάρυνση, καθώς είναι οι κύριοι χρήστες δημοσίων αγαθών και παραλήπτες δημοσιονομικών μεταβιβάσεων (η ποιότητα και ποσότητα των οποίων φθίνει σε περιπτώσεις δημοσιονομικής λιτότητας). Συνοψίζοντας, η αναλογικά μεγαλύτερη επιβάρυνση επενδυτών/καταθετών συγκριτικά με τους φορολογούμενους, μάλλον διέπεται από μία προοδευτική αναδιανεμητική λειτουργία.

Εγχώριοι-ξένοι καταθέτες: Για τη σύγκριση αυτή, η λογική υπαγορεύει πως η αναδιανεμητική επίδραση είναι προοδευτική. Δεν θα ήταν παράλογο-κάθε άλλο- να εικάσει κάποιος πως όσοι μεταφέρουν κεφάλαια σε τράπεζες του εξωτερικού κατατάσσονται στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Από την άλλη, οι εγχώριοι καταθέτες, κατανέμονται σε όλο σχεδόν το μήκος της εισοδηματικής κλίμακας. Σε κάθε περίπτωση, οι ξένοι καταθέτες/επενδυτές καλούνται να καταβάλλουν υψηλότερο ποσοστό των καταθέσεών τους συγκριτικά με τους εγχώριους καταθέτες με αποταμιεύσεις μικρότερες των 100.000 ευρώ. Έτσι έχουμε μία προοδευτική αναδιανεμητική λειτουργία. Σε καμία περίπτωση βέβαια, δεν μπορεί να σταθεί το ίδιο συμπέρασμα κατά τον υπολογισμό της επιβάρυνσης ως ποσοστό στο συνολικό πλούτο των ατόμων, όπου είναι σχεδόν βέβαιο ότι για μεγάλο μέρος των αποταμιευτών, λαμβάνει χώρα αντιστρόφως προοδευτική αναδιανεμητική επίπτωση.

Τραπεζικός τομέας-δημοσιονομικός τομέας: Στη σύγκριση αυτή ισχύει ό,τι ισχύει και στην πρώτη περίπτωση (καταθέτες-φορολογούμενοι). Η απόφαση του Eurogroup εναποθέτει το βάρος της προσαρμογής στο τραπεζικό σύστημα και αφήνει αλώβητη (τουλάχιστον ως προς τις άμεσες επιδράσεις της απόφασης) τη δημοσιονομική ισορροπία του κυπριακού κράτους (εν αντιθέσει με ό,τι συνέβη στην Ιρλανδία). Δεδομένου ότι ο τραπεζικός τομέας ήταν αυτός που συσσώρευσε μη διατηρήσιμες ανισορροπίες, πιθανή διάσωσή του από το κυπριακό κράτος (πρακτικώς αδύνατη) θα κλόνιζε την ιδέα της δικαιοσύνης και θα επανέφερε το γνωστό πλέον ανάθεμα «ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των ζημιών» που κυριάρχησε την περίοδο κορύφωσης της διεθνούς οικονομικής κρίσης (2007-2008). Θα πρέπει βεβαίως να αναφερθεί πως, δεδομένης της στενής αλληλεξάρτησης μεταξύ τραπεζικού και δημοσιονομικού τομέα γενικώς, και της θεμελιώδους σημασίας του τραπεζικού τομέα για την κυπριακή οικονομία ειδικώς, η κυπριακή δημοσιονομική ισορροπία θα υποστεί εκτεταμένο πλήγμα από την επιβάρυνση στο τραπεζικό σύστημα της χώρας. Εντούτοις, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το κυπριακό κράτος θα απολέσει το αξιόχρεό (solvency) του,  που, σε περίπτωση διασωστικής παρέμβασης θα αποτελούσε αδιαμφισβήτητο γεγονός (το ύψος της διάσωσης ισούται με το κυπριακό ΑΕΠ, ήτοι 17 δις ευρώ).

Αναδιανομή εντός του τραπεζικού τομέα της Κύπρου: Από τη στιγμή που προβλέπεται φορολόγηση των καταθέσεων για όλες τις τράπεζες, τότε είναι προφανές πως λαμβάνει χώρα μία αντιστρόφως προοδευτική αναδιανομή σε βάρος των συνετών τραπεζών και προς όφελος των δύο μεγάλων τραπεζών της χώρας που επέδειξαν και την περισσότερο ριψοκίνδυνη συμπεριφορά.

Μεγάλοι-μικροί καταθέτες: Όσον αφορά στο ποσοστό επί των τραπεζικών καταθέσεων, υφίσταται μία (μάλλον περιορισμένης κλίμακας) προοδευτική αναδιανεμητική λειτουργία η οποία, όπως και στη δεύτερη περίπτωση, αντιστρέφεται όταν η επίμαχη φορολογική επιβάρυνση υπολογιστεί επί του συνολικού πλούτου των αποταμιευτών.

Περιφέρεια-πυρήνας Ευρωζώνης: Η απόφαση του Eurogroup μειώνει τη στάθμιση της απόδοσης ως κριτηρίου επιλογής για την τοποθέτηση κεφαλαίων των επενδυτών και αυξάνει τη σχετική βαρύτητα της ασφάλειας (έναντι του κινδύνου). Συνεπώς, και υιοθετώντας την υπόθεση πως οι χώρες του πυρήνα είναι περισσότερο ασφαλείς από τις χώρες τις περιφέρειας, αναμένεται μία κίνηση κεφαλαίων προς τις πρώτες. Η συγκεκριμένη ροή εξυπηρετεί μία αντιστρόφως προοδευτική αναδιανεμητική λειτουργία, καθώς διοχετεύει κεφάλαια προς τις πλουσιότερες χώρες της Ευρωζώνης (αυτές του πυρήνα).

Το μεγαλύτερο και στερούμενο κάθε λογικής μειονέκτημα της απόφασης του Eurogroup, είναι η φορολόγηση των καταθέσεων κάτω από το εγγυημένο (πλέον, «εγγυημένο»…)όριο των 100.000 ευρώ. Απαριθμώντας κανείς τις αρνητικές επιπτώσεις της συγκεκριμένης πτυχής της απόφασης δεν μπορεί παρά να σταθεί στα εξής σημεία: α)κλονίζεται το μέχρι πρότινος ιερό και άβατο των εγγυημένων καταθέσεων (<100.00€), β) λαμβάνει χώρα μία αντιστρόφως προοδευτική αναδιανεμητική λειτουργία προς όφελος των μεγάλων δανειστών των τραπεζών (που υπενθυμίζεται πως γνωρίζουν, ή θα έπρεπε να γνωρίζουν, ότι οι τοποθετήσεις τους δεν είναι εγγυημένες, άρα υπόκεινται σε κίνδυνο) και σε βάρος των μικροκαταθετών, γ)κλονίζεται η εμπιστοσύνη των μικροκαταθετών σε τράπεζες με επιβαρυμένους ισολογισμούς (αλήθεια, τα τεστ αντοχής πόσο αξιόπιστα θα πρέπει, πλέον, να θεωρούνται;) κυρίως στις τράπεζες της περιφέρειας (αλλά όχι μόνο σε αυτές) και δ)υπονομεύεται πριν καν εγκαθιδρυθεί το εγχείρημα της τραπεζικής ένωσης και, δη, ο θεμελιώδης πυλώνας της εγγύησης των καταθέσεων.

Συνοπτικά, η φορολόγηση των εγγυημένων καταθέσεων γεννά ποικίλης υφής προβλήματα στην Κύπρο, ενώ θέτει επικίνδυνο δεδικασμένο, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των αποταμιευτών στις τράπεζες με επιβαρυμένους ισολογισμούς [1]. Ταυτόχρονα, μάλιστα, αποτυγχάνει να εκπληρώσει το στόχο για τον οποίο επεβλήθη, ήτοι τη συγκράτηση των μεγάλων κεφαλαίων (εγχώριων και, κυρίως, ξένων). Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει τους ξένους επενδυτές που είχαν τοποθετήσει τα κεφάλαιά τους σε κυπριακές τράπεζες, να αποσύρουν τις τοποθετήσεις τους στο νησί, ύστερα από την επιβολή φόρου ίση με το 9.9% της αξίας της κατάθεσης. Σαν να μην έφτανε αυτό, δεν θεωρείται καθόλου βέβαιο ότι το αντληθέν από τη φορολόγηση ποσό επαρκεί για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των δύο κυπριακών τραπεζών. Ως εκ τούτου, θα ήταν ηθικότερο, δικαιότερο και αποτελεσματικότερο να επιβληθεί φόρος στις μη εγγυημένες καταθέσεις (υπενθυμίζεται ότι μη εγγυημένες σημαίνει καταθέσεις εκτεθειμένες σε κίνδυνο), κατά προτίμηση με κλιμακούμενο επιτόκιο, σε τέτοιο ύψος, ώστε να καλυφθεί το 100% του απαιτούμενου ποσού από την προτεινόμενη φορολόγηση.

Σε κάθε περίπτωση, η οικονομία της Κύπρου βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας του τραπεζικού τομέα για την κυπριακή οικονομία. Η μεγέθυνση του πρώτου σε επίπεδο υπερπολλαπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας, είχε πια καταστήσει σαφές πως ενδεχόμενη τραπεζική κρίση, θα ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί από τις κυπριακές αρχές, χωρίς να υπονομευτεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα της χώρας. Από τη στιγμή συνεπώς που το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων προκάλεσε εκτεταμένη και ανεπανόρθωτη επιβάρυνση στους ισολογισμούς των δύο μεγαλύτερων κυπριακών τραπεζών, θα έπρεπε να θεωρείται βέβαιο πως η Κύπρος είχε μπροστά της μία λίστα με δυσμενείς και μόνο επιλογές. Το ζητούμενο, προφανώς, είναι να επιλεχθεί η λύση αυτή που ελαχιστοποιεί το κόστος για την κυπριακή οικονομία και τους πολίτες αυτής. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, οποιαδήποτε λύση και αν προκρινόταν, θα έπρεπε να διαφυλαχθούν ως κόρη οφθαλμού οι εγγυημένες καταθέσεις. Πέραν της αποφυγής των προαναφερθεισών δυσμενών συνεπειών, η εγγύηση των καταθέσεων, με ανάλογη επιβάρυνση των μεγάλων δανειστών, θα σηματοδοτούσε αξιόπιστη δέσμευση πως, ακόμα και στις δυσκολότερες προκλήσεις, η εγγύηση αυτή αποτελεί απαράβατο κανόνα που γίνεται σεβαστός χωρίς εξαιρέσεις. Εξάλλου, η ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα της Κύπρου, δεν μπορεί παρά να έχει την τήρηση αυτής της αρχής ως έναν εκ των θεμελιωδών πυλώνων της. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο λάθος, χωρίς μάλιστα οφέλη σε όρους συγκράτησης ξένων κεφαλαίων, της απόφασης του Eurogroup (θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί πως η επίσημη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρει πως η φορολόγηση των μη εγγυημένων καταθέσεων αποτελούσε θέση της κυπριακής κυβέρνησης) [2].

Το σχέδιο που αποφασίστηκε για την αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης στην Κύπρο, αντανακλά μία μεταστροφή στον τρόπο αντιμετώπισης αυτού του τύπου κρίσεων στους κόλπους της Ευρωζώνης. Πλέον, οι ομολογιούχοι και, αν δεν επαρκεί η αναγκαστική συνεισφορά τους, οι κάτοχοι μη εγγυημένων καταθέσεων (με την ελπίδα η παραβίαση της εγγύησης των καταθέσεων που αποφασίστηκε στις 18/3 να μην επαναληφθεί), θα επωμίζονται το βάρος της αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών και, μόνο αν δεν αντληθούν οι απαιτούμενοι πόροι, θα επιβαρύνονται οι φορολογούμενοι. Η μεταστροφή αυτή αποδίδεται αφενός στην εξάντληση του πολιτικού κεφαλαίου (reform and bail-out fatigue) για «διασωστικές» παρεμβάσεις τύπου Ελλάδας, τόσο στις χώρες-δανειστές, όσο και στις χώρες-οφειλέτες και, αφετέρου, στην αποφυγή (πρόσθετων) μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας (η αποτελεσματικότητα της οποίας τελεί υπό ασφυκτική ακαδημαϊκή και κοινωνική πίεση) συνεπεία διασωστικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων προς όφελος των τραπεζών (περίπτωση Ιρλανδίας). Πέραν αυτών, η συμπερίληψη των ιδιωτών επενδυτών στην κατανομή των ευθυνών εξυπηρετεί μία έννοια δικαιοσύνης, καθώς αναγκάζει τους επενδυτές να αναλάβουν την ευθύνη των αποφάσεών (για τις μη εγγυημένες τοποθετήσεις τους), τους, χωρίς να επιμερίζει τα βάρη αυτά στους φορολογούμενους. Υπενθυμίζεται βέβαια, πως η αύξηση του κινδύνου για τις επισφαλείς τοποθετήσεις καθιστά περισσότερο ελκυστική την επένδυση κεφαλαίων στις ισχυρές τράπεζες του πυρήνα της Ευρωζώνης, οι οποίες κερδίζουν ποντάροντας στο χαρτί της ασφάλειας, ενώ μέχρι πρότινος, η Κύπρος κέρδιζε ποντάροντας στο χαρτί της υψηλής απόδοσης και της χαλαρής φορολογικής πολιτικής.

Αναφορικά με την Κύπρο, τέλος, θα μπορούσε κανείς, κάπως απλοϊκά είναι η αλήθεια, να σχολιάσει πως, εφόσον επιλέγει αυτό το τραπεζοκεντρικό μοντέλο ανάπτυξης, θα έπρεπε να είναι εξόχως προσεκτική ως προς την αποτροπή τραπεζικών κρίσεων, λαμβάνοντας όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις (λέγε με υπερβάλλουσα εξάρτηση από ελληνικά ομόλογα). Ο πρόεδρος του κυπριακού συμβουλίου εθνικής οικονομίας, νομπελίστας οικονομολόγος κύριος Πισσαρίδης σε συνέντευξή στο Bloomberg τόνιζε, μεταξύ άλλων,  πως και άλλες μικρές ανοικτές οικονομίες ακολουθούν το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης (Ελβετία, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Σιγκαπούρη). Αλήθεια είναι˙ προσέχουν όμως- τουλάχιστον μέχρι τώρα- να μην πέσουν στα «νύχια» των άλλων (Γερμανών) [3].

Υ.Γ 1 Επικοινωνιακό σφάλμα των Γερμανών το ότι δεν προέβαλλαν αδιαπραγμάτευτη αντίσταση στη φορολόγηση των εγγυημένων καταθέσεων. Δεδομένου πως έχουν ήδη «κερδίσει» τη φήμη του αδιάλλακτου ηγεμόνα κατά τις διαπραγματεύσεις του Eurogroup, ενδεχόμενη επιμονή τους στην προστασία των εγγυημένων καταθέσεων, θα έκλινε μέρος της πλάστιγγας των εντυπώσεων υπέρ τους, και θα έφερνε σε δύσκολη θέση την Κυπριακή αντιπροσωπεία (η οποία λέγεται πως αντιτίθετο στη φορολόγηση μόνο των μη εγγυημένων καταθέσεων). Παράλληλα, θα έδινε αφορμή από την πλευρά τους να υπερτονίσουν την προτίμηση της Κύπρου στο μη διατηρήσιμο τραπεζοκεντρικό μοντέλο, με κάθε κόστος (ήτοι επιβάρυνση εγγυημένων καταθέσεων.

Υ.Γ 2 Το επιχείρημα περί πολύ χαμηλού τιμήματος για τη διάσωση της κυπριακής οικονομίας σε σύγκριση με το ΑΕΠ της Ευρωζώνης, είναι μεν βάσιμο, εγείρει όμως ζητήματα  ηθικού κινδύνου, ήτοι μη συνετής συμπεριφοράς από μικρές οικονομίες (Κύπρος, Μάλτα, χώρες Βαλτικής κ.α.) η διάσωση των οποίων συνεπάγεται συγκριτικά χαμηλού κόστους παρεμβάσεις.

Υ.Γ 3 Για την αναχαίτιση ή μη φαινομένων εξάπλωσης (contagion) στις ευάλωτες τράπεζες του Ευρωπαϊκού νότου, καθοριστικός είναι ο ρόλος που θα διαδραματίσει η ΕΚΤ (η οποία έχει τη δυνατότητα, θεωρητικά, να καλύψει ενδεχόμενη και μερική φυγή καταθέσεων).

Υ.Γ 4 Υπενθυμίζεται πως η Ισλανδία (από αρκετούς πλέον αναφέρεται ως φωτεινό παράδειγμα), εν αντιθέσει με την Ιρλανδία, άφησε τις εκτεθειμένες τράπεζες να καταρρεύσουν συμπαρασύροντας τους ξένους επενδυτές (κυρίως Ολλανδούς και Άγγλους), διαφυλάττοντας τη δημοσιονομική της ισορροπία. Στην Κύπρο τι λένε επ’ αυτού;

Σάκης Μανούζας, επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και Πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγές

Eichengreen B. (2013), “Cyprus is a dangerous precedent”, http://www.fuw.ch/article/cyprus-is-a-dangerous-precedent/

De Grauwe P. (2013), “No sympathy for Russian mafia money”, http://www.fuw.ch/article/no-sympathy-for-russian-mafia-money/

Rachman G. (2013), “Europe’s leaders run on credit on Cyprus”, Financial Times, 18/03/2013,

Darvas Z. (2013), “Cyprus Deal: the right intentions but major flaws”, Bruegel, http://www.bruegel.org/nc/blog/detail/article/1045-cyprus-deal-the-right-intentions-but-major-flaws/#.UUp4aBe8C2F

Darvas Z. (2013), “To bail-in or not to bail-in: that is the question (now for Cyprus), Bruegel, http://www.bruegel.org/nc/blog/detail/article/1043-to-bail-in-or-not-to-bail-in-that-is-the-question-now-for-cyprus/#.UUp4yRe8C2E

 



[1] Για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος της ΕΚΤ (βλ. ΥΓ. 3)

[2] Για μία αναλυτική περιγραφή των θέσεων των αντιπροσωπειών των κρατών μελών σχετικά με το επίμαχο ζήτημα, βλ. Financial Times, Brussels Blog, “The Cyprus bailout blame game begins”, http://blogs.ft.com/brusselsblog/2013/03/the-cyprus-bailout-blame-game-begins/

Share:

σχετικά άρθρα