Νίκος Κουτσιαράς: Εθνικές τράπεζες, ενιαία τραπεζική εποπτεία και η νέα ΕΚΤ

Η μεταρρύθμιση του καθεστώτος της Ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης επιχειρείται, βεβαίως, με πολλούς εθνικούς δισταγμούς και επιφυλάξεις – συχνά αντανακλώμενες σε χρονικές μεταθέσεις των τελικών αποφάσεων, ιδίως προκειμένου για τα περισσότερο ευαίσθητα, για την εθνική δημοσιονομική αυτονομία και πολιτική ανεξαρτησία, ζητήματα. Οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και αποφάσεις έχουν, εξ ορισμού, μακροπρόθεσμο ορίζοντα, άλλοτε, όμως, ευθέως και άλλοτε εμμέσως, δηλαδή, επηρεάζοντας τις προσδοκίες βιωσιμότητας της νομισματικής ένωσης – τις αντιλήψεις του κινδύνου μετατρεψιμότητας- έχουν, επίσης, διαχειριστική σημασία, με άλλα λόγια, εν μέρει αποβλέπουν στην αντιμετώπιση (των συνεπειών) της κρίσης.

Η εγκατάσταση ενός ενιαίου μηχανισμού εποπτείας (ΕΜΕ) των τραπεζών θα εξυπηρετούσε, ως είχε αρχικώς εννοηθεί, βραχυπρόθεσμες, εκτός των μακροπρόθεσμων, επιλογές διαχείρισης της κρίσης, επιτρέποντας την απευθείας –χωρίς την μεσολάβηση του κρατικού δανεισμού και την συνακόλουθη αύξηση του δημόσιου χρέους- ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Όμως, κατά την συμφωνία στο Συμβούλιο Ecofin και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (12 και 13 Δεκεμβρίου αντιστοίχως), η λειτουργία του ΕΜΕ θα ξεκινήσει, το νωρίτερο, τον Μάρτιο του 2014. Η απευθείας χρηματοδότηση των τραπεζών μετατίθεται, επομένως, σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο,  μολονότι το ακανθώδες ζήτημα του ορισμού των καλούμενων κληροδοτημένων στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών (legacy assets), τουτέστιν των κάθε είδους επισφαλών απαιτήσεών τους, θα διευθετηθεί, ως συμφωνήθηκε, ας ελπιστεί, εντός του πρώτου εξαμήνου του 2013 –η εξαίρεσή τους είναι πάντως δεδομένη. Μετατίθεται, δηλαδή, σε χρόνο που, πιθανότατα, αν μη τι άλλο στην περίπτωση της Ισπανίας, η ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών θα έχει, αλλοίμονο μερικώς, ώστε να ελέγχεται η αύξηση του δημοσίου χρέους, ικανοποιηθεί, παρ’ όλα αυτά, ενδεχομένως, αποτυγχάνοντας να αναχαιτίσει την αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησής του και, σε κάθε περίπτωση, επιβάλλοντας την εφαρμογή στενά επιτηρούμενου προγράμματος δημοσιονομικής και μακροοικονομικής προσαρμογής, όπως η ΕΚΤ απαιτεί, άλλωστε, προκειμένου να ενεργοποιήσει το πρόγραμμα της (ονομαστικώς απεριόριστης) αγοράς ομολόγων στην δευτερογενή αγορά. Είναι, λοιπόν, φανερό πως οι (αρχικώς εικαζόμενες) βραχυπρόθεσμες ευθείες επιδιώξεις της μεταρρύθμισης των θεσμών τραπεζικής εποπτείας στερούνται, τελικώς, αυτής της (βραχυπρόθεσμης) σημασίας, δηλαδή, μικρή, εάν όχι ελάχιστη, είναι η ευθεία συμβολή της μεταρρύθμισης στην διαχείριση της κρίσης. Πώς έχουν, άραγε, τα πράγματα από την μακροπρόθεσμη άποψη;

Η συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων τραπεζικής εποπτείας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, πρωτίστως μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, είναι η θεμελιώδης συνιστώσα –για την ακρίβεια η θεσμική βάση- της τραπεζικής ένωσης, που, με τη σειρά της –και σε συνδυασμό με το καθεστώς χρηματοπιστωτικής ρύθμισης- συνιστά (την θετικής υφής) συνθήκη πραγμάτωσης της ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής αγοράς δανειακών κεφαλαίων –και εκμετάλλευσης των συνακόλουθων οφελών στατικής και δυναμικής εξισορρόπησης. Μολαταύτα, η συμφωνία του Δεκεμβρίου υπαγορεύει μειωμένες προσδοκίες. Ο βαθμός συγκέντρωσης της εποπτικής λειτουργίας και, κατ’ επέκταση, ο βαθμός αποτελεσματικής ολοκλήρωσης της αγοράς τραπεζικής πίστης θα αποδειχθεί, πιθανότατα, μικρότερος του (χρηματο)οικονομικώς επιθυμητού, καθώς ο ρόλος των εθνικών εποπτικών θεσμών θα παραμένει ισχυρός – και δυνάμει επιβεβαιωτικός της εθνικής οριοθέτησης της τραπεζικής αγοράς. Αφενός, άλλωστε, η άσκηση της άμεσης εποπτείας από πλευράς της ΕΚΤ και, ιδίως, του (γι’ αυτό τον σκοπό σχηματιζόμενου) Εποπτικού Συμβουλίου (της) θα αφορά σε τράπεζες με ενεργητικό μεγαλύτερο των 30 δισεκατομμυρίων ευρώ, ή, ισολογισμό μεγαλύτερο του 20% του ΑΕΠ της χώρας εγκατάστασης. Αφετέρου, δε, η συμμετοχή στο Εποπτικό Συμβούλιο των εκπροσώπων των εθνικών εποπτικών θεσμών, είτε πρόκειται για κεντρικές τράπεζες είτε για ανεξάρτητες αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας, οι οποίοι δεσμεύονται, μάλιστα, από κανόνες εμπιστευτικότητας και, χωρίς αμφιβολία, (τείνουν να) μεροληπτούν υπέρ των τραπεζών της χώρας τους, μεταξύ άλλων υποτιμώντας ανησυχητικές ενδείξεις για την χρηματοοικονομική κατάσταση των τελευταίων, θα έχει, ενδεχομένως, ως αποτέλεσμα την ελλιπή διαγνωστική και παρεμβατική προσέγγιση του Εποπτικού Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, την de facto αναβάθμιση του σχετικού ρόλου και της αποτελεσματικής επιρροής των εθνικών εποπτικών θεσμών.[i]

Η εκδήλωση της μεροληπτικής συμπεριφοράς των εθνικών εκπροσώπων, μάλιστα, δεν αποκλείεται να  προκαλέσει ευθείες αντιθέσεις εντός του Εποπτικού Συμβουλίου, ιδίως όταν η (εθνική) μεροληψία υποκινείται από τις, συχνά εταιρικώς και εθνικώς εντοπισμένες, δημοσιονομικές προεκτάσεις των εποπτικών αποφάσεων (π.χ. αναδιάρθρωση μιας μεγάλης τράπεζας). Από αυτή την άποψη, επομένως, η εγκατάσταση του ΕΜΕ, χωρίς την ταυτόχρονη ενεργοποίηση ενός ενιαίου, κοινώς και επαρκώς χρηματοδοτημένου μηχανισμού εξυγίανσης των τραπεζών, αλλά και ενός ενιαίου σχήματος εγγύησης των καταθέσεων, σαφώς υπολείπεται του καθεστώτος τραπεζικής ένωσης και, κυριότερα, μπορεί να συντελέσει ακόμη και σε ουσιαστική αναστολή της τελευταίας –και παροπλισμό του ΕΜΕ- ιδίως εν μέσω περιστάσεων χρηματοπιστωτικής αβεβαιότητας ή/και κρίσης. Η, λογικώς εικαζόμενη, παράταση του χρόνου εγκατάστασης ενός ενιαίου μηχανισμού εξυγίανσης –το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την πρόθεση υιοθέτησης σχετικής νομοθεσίας (μέχρι) τον Ιούνιο του 2014, μα το δημοσιονομικού χαρακτήρα  περιεχόμενο και οι αναδιανεμητικές επιδράσεις της νομοθεσίας προοιωνίζονται μακρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις- δεν επιτρέπει, ασφαλώς, την άμβλυνση των ανησυχιών.

Ίσως, η πλέον ενδιαφέρουσα πτυχή της μεταρρύθμισης του Ευρωπαϊκού καθεστώτος εποπτείας των τραπεζών αφορά στην ΕΚΤ, ειδικότερα στις προεκτάσεις που η ευθύνη άσκησης και συντονισμού της άσκησης της τραπεζικής εποπτείας, στο πλαίσιο του ΕΜΕ, συνεπάγεται για την φυσιογνωμία, τον ρόλο και την νομισματική πολιτική της. Είναι, λοιπόν, πιθανό πως, παρά τον αυστηρό διαχωρισμό των εποπτικών και νομισματικών καθηκόντων της ΕΚΤ και, γι’ αυτό τον σκοπό, της εγκατάστασης του Εποπτικού Συμβουλίου, ο συνυπολογισμός, εάν όχι η απόδοση μεγαλύτερης έμφασης, από την μέχρι τώρα συνήθη, μεταξύ άλλων, στα θέματα της κερδοφορίας και της πιστωτικής δραστηριότητας των τραπεζών, θα αντανακλάται, εφεξής, στις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, αν μη τι άλλο (και) εξαιτίας της μερικής επικάλυψης της σύνθεσής του με αυτήν του Εποπτικού Συμβουλίου. Μολονότι το Διοικητικό Συμβούλιο (θα) μπορεί να απορρίπτει τις (κατά τούτο προσωρινές) αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου, η επιλογή μιας χαλαρότερης νομισματικής πολιτικής, πρωτίστως προς όφελος των τραπεζών πάντως, δεν παύει να προβάλλει ως ισχυρό ενδεχόμενο, πολύ περισσότερο, μάλιστα, λαμβανομένης υπόψη της αυξημένης δημόσιας εξέτασης των αποφάσεων της ΕΚΤ, η εποπτική διάσταση των οποίων, άλλωστε, συνεπάγεται, ως έχει λεχθεί, δημοσιονομικές επιπτώσεις. Από αυτή την άποψη, όμως, η ανεξαρτησία της ΕΚΤ δεν αποκλείεται να αναχθεί σε ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης, αν και, την ίδια στιγμή, η διατήρησή της μοιάζει να γίνεται ακόμη πιο αναγκαία.

Χωρίς αμφιβολία, η ΕΚΤ διάγει περίοδο αναπροσδιορισμού του ρόλου της, όμως χωρίς να απομακρύνεται, επισήμως τουλάχιστον, από τις θεμελιώδεις (συντηρητικές) επιλογές της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής (της). Τουναντίον, η αμερικανική FED διαρκώς καινοτομεί, προσφάτως ανακοινώνοντας την στόχευση του ποσοστού ανεργίας –δεδομένης της διατήρησης χαμηλού ποσοστού πληθωρισμού- ενώ ο υπό διορισμό Καναδός (νέος) διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας έδειξε την προτίμησή του στην στόχευση του ρυθμού αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Το ερώτημα είναι ρητορικό, γιατί, απλούστατα, στερείται τυπικής και πολιτικής νομιμοποίησης: Πώς θα επηρέαζε, άραγε,  τις οικονομικές προσδοκίες –τις ψυχικές διαθέσεις των επενδυτών- παρόμοια με την αγγλοσαξονικής προέλευσης αναθεώρηση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, ιδίως σε σύγκριση με την (μάλλον ισχνή) επίδραση που μέχρι τώρα έχουν σωρευτικώς προκαλέσει διστακτικές και, ως φαίνεται,  αλυσιτελείς αποφάσεις και μέτρα διαχείρισης της κρίσης και ημιτελείς πρωτοβουλίες μεταρρύθμισης του Ευρωπαϊκού νομισματικού καθεστώτος;                



[i] Παρόμοιοι αποτελεσματικοί περιορισμοί, ωστόσο, δεν υφίστανται ως προς την λήψη των αποφάσεων  νομισματικής πολιτικής από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, αφού το σύνολο των απαιτούμενων πληροφοριών για την κατάσταση της οικονομίας, μαζί με αυτές και οι προβλέψεις μακροοικονομικών και νομισματικών μεγεθών, είναι δημοσίως διαθέσιμες – επομένως, ουδεμία επιταγή εμπιστευτικότητας υφίσταται και ουδόλως διευκολύνεται, για την ακρίβεια συγκαλύπτεται, από αυτή την άποψη, η εθνική μεροληψία κατά την λήψη των αποφάσεων. Βλέπε και Thorsten Beck και Daniel Gros (2012) “Monetary Policy and Banking Supervision: Coordination instead of separation”, Policy Brief No 286, 12 Δεκεμβρίου, Centre for European Policy Studies (CEPS), όπου γι’ αυτόν τον λόγο υποστηρίζεται ότι η αυστηρή διάκριση νομισματικής πολιτικής και εποπτικού ρόλου της ΕΚΤ, δια της εγκατάστασης Εποπτικού Συμβουλίου εντός της τελευταίας, δεν αντιμετωπίζει τα προαναφερόμενα προβλήματα και, πιθανώς, παρεμποδίζει τον επιθυμητό συντονισμό νομισματικής πολιτικής και εποπτείας –και την αμοιβαία εξυπηρέτηση νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας- ενώ προτείνεται, επίσης, η συμμετοχή στο Εποπτικό Συμβούλιο (τεσσάρων) θεσμικώς ανεξάρτητων προσώπων.     

Share:

σχετικά άρθρα