Μέχρι τώρα, η στρατηγική διαχείρισης της ελληνικής κρίσης δημόσιου χρέους και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών –η στρατηγική των τριών ελληνικών κυβερνήσεων (Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά) και των επίσημων δανειστών της χώρας- προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχόμενου της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη. Η ανάκτηση της νομισματικής αυτονομίας –η επιστροφή στην δραχμή- άλλωστε, θεωρείται πως συνεπάγεται σχεδόν ανύπαρκτα οφέλη, αλλά και πως ενέχει σοβαρούς οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους –καταστροφή είναι η συνήθως προτιμώμενη λέξη- που, εν μέρει (μόνο), προκαλούνται από νομικές αβεβαιότητες ή/και περιπλοκές.
Ειδικότερα, υποδεικνύεται ότι, εν πολλοίς ως αποτέλεσμα της δομής του εξωτερικού, ιδίως του ενδοευρωπαϊκού, εμπορίου της χώρας και, κυρίως, της υψηλής διείσδυσης των εισαγωγών ενδιάμεσων αγαθών, ο χειρισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας του (επανεγκατεστημένου) εθνικού νομίσματος, για την ακρίβεια η υποτίμησή του, μικρή επίδραση θα ασκήσει στους όγκους εξαγωγών και εισαγωγών, μολαταύτα αναζωπυρώνοντας τον πληθωρισμό. Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι ο έλεγχος του πληθωρισμού θα αποδειχθεί, πιθανότατα, δυσχερής, καθώς η εγκατάλειψη του (δοκιμασμένου και αξιόπιστου) μηχανισμού αγκίστρωσης των πληθωριστικών προσδοκιών που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στην εγχώρια αγορά εργασίας –στις αγορές εργασίας του συνόλου των χωρών της ευρωζώνης- πολύ δύσκολα θα αντικρισθεί με την εγκατάσταση εφάμιλλου εγχωρίως επιλεγμένου μηχανισμού –εν προκειμένω της ανεξάρτητης Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ)- πράγμα που στην καλύτερη περίπτωση απαιτεί χρόνο μακρύ και περικλείει διόλου ευκαταφρόνητο κόστος, εκφραζόμενο σε ποσοστιαίες μονάδες αύξησης της ανεργίας.
Σε ό,τι αφορά στην μακροχρόνια κατάσταση –και το υπόδειγμα ανάπτυξης- της ελληνικής οικονομίας, τώρα, υποστηρίζεται ότι η επανεγκατάσταση του εθνικού νομίσματος και η ελεύθερη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του και, ως εκ τούτου, η αύξηση του κόστους συναλλαγών με τις χώρες της ευρωζώνης θα έχει ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του ρυθμού αύξησης του ενδοευρωπαϊκού εμπορίου της Ελλάδας και, κατ’ επέκταση, την ανάσχεση της (συνακόλουθης) τάσης αναδιάρθρωσης της παραγωγής της, πιθανότατα απομακρύνοντας την ελληνική οικονομία από το Ευρωπαϊκό τεχνολογικό-παραγωγικό-εμπορικό πρότυπο και (τεχνολογικώς) υποβιβάζοντας την θέση της στον διεθνή καταμερισμό των έργων. Αυτή την (δυσμενή) προοπτική θα επιδεινώσει, προστίθεται, η πιθανή αμφισβήτηση της ίδιας της αποτελεσματικής συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση –και επομένως στην ενιαία εσωτερική αγορά- δεδομένης της νομικής αοριστίας που περιβάλλει την (μονομερή) αποχώρηση από την ευρωζώνη –σε αντίθεση με την ρητή πρόβλεψη της δυνατότητας (μονομερούς) αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση- και κάθε άλλο παρά αποκλείει την (πολιτική και ίσως νομική) ερμηνεία της αποχώρησης ως πράξης παραβίασης της Συνθήκης, οδηγώντας στην επιβολή κυρώσεων. Ασφαλώς, υποστηρίζεται, η επιλογή της εξόδου από την ευρωζώνη δεν συνεπάγεται μόνο την πρόκληση σοβαρών κινδύνων μακροχρόνιας επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου, αλλά, πολύ περισσότερο, πιθανώς ευνοεί την διαμόρφωση συνθηκών αμφισβήτησης των θεμελιωδών γεωπολιτικών παραδοχών και του προσανατολισμού της χώρας, στο πλαίσιο του διεθνούς συστήματος, καθώς και της ακεραιότητας, ή, έστω, της ποιότητας των εγχώριων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Δίχως άλλο, τέλος, υπογραμμίζεται, η μεταβατική περίοδος που, αναπόφευκτα, μεσολαβεί μέχρι την πλήρη μετατροπή των (κάθε φύσεως) εγχώριων οικονομικών συμβάσεων στο εθνικό νόμισμα, αλλά και η (ενδεχομένως μακρά) περίοδος αρχικώς υποτιμήσεων και, ακολούθως, μεγάλης συναλλαγματικής αστάθειας μπορεί να αποδειχθούν οδυνηρές, αφού θα χαρακτηρίζονται, πιθανότατα, από χάος και (διαφόρων ειδών) πανικό –πρωτίστως μέχρι να τεθεί σε κυκλοφορία το εθνικό χαρτονόμισμα- ελλείψεις σε βασικά προϊόντα, κυρίως φάρμακα και πετρέλαιο, ενδεχομένως μαύρη αγορά ξένου νομίσματος, ιδίως ευρώ, και, σχεδόν μοιραίως, πολιτικές αναταράξεις.
Όπως και να είναι, όμως –γιατί μπορεί να είναι κάπως αλλιώς- η διαχείριση της κρίσης δεν έχει μέχρι σήμερα, κοντά δυόμιση χρόνια εφαρμογής της, αποδώσει καρπούς, δηλαδή, δεν έχει αποσοβήσει το ενδεχόμενο της εξόδου από την ευρωζώνη, για την ακρίβεια έχει, μάλλον, προκαλέσει την αύξηση της πιθανότητας πραγμάτωσης αυτού του ενδεχόμενου, εάν δεν το έχει καταστήσει μοιραίο και αναπόφευκτο. Γιατί, μετά από δυόμιση χρόνια οικονομικώς αντιπαραγωγικής και επιζήμιας, κοινωνικώς επώδυνης και πολιτικώς εκρηκτικής λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης, που, όμως, συνιστά προϋπόθεση της ομαλής (;) ροής του επίσημου δανεισμού της χώρας… και της συνακόλουθης αύξησης του δημόσιου χρέους, η ελληνική οικονομία στροβιλίζεται μέσα σε μια όλο και πιο ασφυκτική παγίδα ύφεσης και χρέους, που κάθε άλλο, όπως πλέον ομολογούν οι επίσημοι δανειστές, προοιωνίζεται την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους σε ορίζοντα εικοσαετίας, ως εκ τούτου καλώντας σε διακοπή της δανειακής χρηματοδότησης, είτε, ως προτιμάται για την ώρα από τους δανειστές, ιδίως τους Ευρωπαίους, επιβάλλοντας την εισαγωγή νέων και επαχθέστερων μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Μπορεί η παραδοσιακή και εμπειρικώς αδιάψευστη μακροοικονομική λογική να υποδεικνύει πειστικώς το αδιέξοδο της εφαρμοσμένης πολιτικής διαχείρισης της κρίσης –κυριολεκτικώς γκρεμίζοντας την (μικροοικονομικής αφετηρίας) υπόθεση της καλούμενης αναπτυξιακής λιτότητας- ωστόσο πολιτική σκοπιμότητα και (πολιτικοί και νομικοί) περιορισμοί δεν επιτρέπουν την εφαρμογή, εντός του καθεστώτος διακυβέρνησης της ευρωζώνης, εναλλακτικής πολιτικής.
Χωρίς αμφιβολία, οι εκλογικοί υπολογισμοί της κυβέρνησης Μέρκελ, δεν είναι άμοιροι της γερμανικής εμμονής στην εφαρμοσμένη πολιτική διαχείρισης της ελληνικής κρίσης και, γενικώς, της κρίσης στην ευρωζώνη –και η γερμανική κυβέρνηση δεν είναι βεβαίως η μόνη που επιδεικνύει αυτή την εμμονή. Ωστόσο, η (έστω μερικώς καλλιεργημένη) δυσφορία των γερμανών –και όχι μόνο βεβαίως- φορολογούμενων δεν δηλώνει άλλο από την θεμελιώδη αιτία, αφ’ ενός, της θεσμικής απόστασης της Ευρωπαϊκής οικονομικής και νομισματικής ένωσης από το πρότυπο μιας (δημοσιονομικής) ένωσης μεταβιβάσεων –για παράδειγμα περιλαμβάνουσας την λειτουργία Ευρωπαϊκού (δημοσιονομικού) μηχανισμού σταθεροποίησης- και, αφ’ ετέρου, της νομικής πρόνοιας (βλέπε Συνθήκη, ιδίως την ρήτρα μη διάσωσης/ no bailout) και της κρατούσας πολιτικής προσήλωσης ώστε να αποτρέπονται ή/και εξατμίζονται πρωτοβουλίες που ευθέως είτε εμμέσως παραπέμπουν σε ένωση μεταβιβάσεων. Η δυσφορία των γερμανών φορολογούμενων –και γενικώς των φορολογούμενων στις πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης- δεν δηλώνει άλλο από το θεμελιώδες και καθοριστικό Ευρωπαϊκό πολιτικό έλλειμμα, τουτέστιν την ανυπέρβλητα εθνική οριοθέτηση της πολιτικής κοινότητας –του δήμου- και, επομένως, την απουσία πραγματικών και την δομική καχεξία οιονεί μηχανισμών αλληλεγγύης, δηλαδή μηχανισμών αναδιανομής. Γι’ αυτό, ακριβώς, οι (εκ προοιμίου ανυπόστατες) προσδοκίες εναλλακτικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης, διαλαμβάνουσας την (έστω μερική) εξισορρόπηση του (μονομερώς οδυνηρού) βάρους, μοιραίως διαψεύδονται – και η διάψευση αναφέρεται τόσο σε δημοσιονομικού χαρακτήρα προσδοκίες (π.χ. αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους), όσο σε προσδοκίες για πρωτοβουλίες ύστατης καταφυγής δανεισμού των κυβερνήσεων από την ΕΚΤ ή/και για προθέσεις άμβλυνσης της αντιπληθωριστικής επιμονής της, όσο και σε προσδοκίες πραγματικής συμμετοχής των πλεονασματικών χωρών στην επανεξισορρόπηση των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών.
Αλλά, σε ό,τι, ειδικότερα, αφορά στην Ελλάδα, οι δημοσίως και εξακολουθητικώς προτασσόμενες προσδοκίες αναθεώρησης της προσέγγισης των δανειστών, ιδίως των Ευρωπαίων δανειστών, μοιάζει να είναι κυριολεκτικώς αφελείς, ή, για να είμαστε ρεαλιστές, απλώς εξυπηρετούν την επιδίωξη εξευμενισμού της κοινωνίας ώστε να αποδεχθεί τις οδυνηρές περικοπές, προσβλέποντας στην επιείκεια των δανειστών και, ίσως, στην επιτάχυνση της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας και στην συνακόλουθη αύξηση της εξωτερικής ζήτησης – η ανάκαμψη όμως προβλέπεται να παραμείνει ισχνή και αβέβαιη. Γιατί, βεβαίως, οι ευεργετικές για την οικονομική μεγέθυνση συνέπειες των (βραχυχρόνια επώδυνων και επομένως σχεδόν ανεφάρμοστων εν μέσω δημοσιονομικής λιτότητας, παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και αυξανόμενης ανεργίας) διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μεσο-μακροπρόθεσμα μόνο πιθανώς εκδηλώνονται. Αλήθεια, πώς είναι δυνατό να παρακάμπτεται ή/και να αποσιωπάται το γεγονός ότι τόσο η (εκ των υστέρων ουσιωδώς αμφισβητούμενη) απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον περασμένο Ιούνιο, για απ’ ευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, που συνεπάγεται την αναστολή επιβάρυνσης του (εθνικού) δημόσιου χρέους, όσο και η (πιθανώς αλυσιτελής) απόφαση της ΕΚΤ για (ονομαστικώς μόνο) απεριόριστη αγορά κρατικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά, ελάχιστα και εμμέσως μόνο αφορούν στην ίδια την διαχείριση της ελληνικής κρίσης; Πώς είναι δυνατό, κατ’ επέκταση, να παρακάμπτεται ή/και να αποσιωπάται το ότι η ενδεχόμενη επιτυχής εφαρμογή αυτών των αποφάσεων, δηλαδή η αποτελεσματική συμβολή τους στην αντιμετώπιση της κρίσης στην Ισπανία και την Ιταλία, θα έχει ως πιθανή συνέπεια τον «επαναπατρισμό» της κρίσης στην Ελλάδα –πιθανότατα και στην Πορτογαλία.
Την ίδια στιγμή, η εκ νέου αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως υποστηρίζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και, πολύ περισσότερο, η μερική διαγραφή του θα συνέβαλε, πιθανότατα, στην διαμόρφωση προϋποθέσεων αποκατάστασης της εξυπηρεσιμότητάς του, αμβλύνοντας τον (άμεσο) κίνδυνο χρεωκοπίας και, ιδίως, μερικώς αίροντας την αβεβαιότητα και, κατ’ αυτό τον τρόπο, ενθαρρύνοντας τις (εγχώριες και ιδίως τις ξένες) ιδιωτικές επενδύσεις και υποκινώντας την αύξηση του προϊόντος. Εκ προοιμίου, πάντως, το ενδεχόμενο της αναδιάρθρωσης αναφέρεται στους επίσημους δανειστές, δηλαδή τις κυβερνήσεις και την ΕΚΤ, οι οποίοι, άλλωστε, κατέχουν πλέον τα 2/3 περίπου του συνολικού δημόσιου χρέους της χώρας, ωστόσο η (υπό την οποιαδήποτε σχεδόν εκδοχή) προοπτική αναδιάρθρωσης προσκρούει στα ίδια, όπως και παραπάνω, μάλλον ανυπέρβλητα πολιτικά εμπόδια και νομικούς περιορισμούς. –Ίσως, τούτο υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή (διάβαζε πρωτίστως ΕΚΤ) και ελληνική, φευ, άρνηση αναδιάρθρωσης του χρέους από την πρώτη ώρα εκδήλωσης της κρίσης, δηλαδή πριν ξεκινήσει η διαδικασία επισημοποίησης και Ευρω-κοινωνικοποίησής του, μόνον τις τράπεζες-κατόχους των ελληνικών ομολόγων εξυπηρέτησε.- Η επαναλαμβανόμενη προσφάτως, κυρίως από την ελληνική κυβέρνηση, έκκληση πολιτικής διευθέτησης του ελληνικού ζητήματος, δηλαδή, όπως προλέγεται, η επίκληση της επιείκειας των δανειστών, πρακτικώς μεταφράζεται σε έκκληση (διετούς) επιμήκυνσης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής –δηλαδή εκπλήρωσης των (αναθεωρημένων) κριτηρίων πειστικής δημοσιονομικής πειθαρχίας- που, όμως, μοιραίως συνεπάγεται την πρόκληση κενού χρηματοδότησης των δημοσίων δαπανών, χωρίς, ωστόσο, πρόβλεψη εφικτής και ασφαλούς επιλογής κάλυψής του. Γιατί, λίγοι, μάλλον, θα προσέβλεπαν σε θετικές ουσιώδεις συνέπειες των κατευναστικών, βεβαιότατα εφήμερων και μάλλον αναστρέψιμων, δηλώσεων της γερμανίδας καγκελαρίου και του υπουργού οικονομικών της. Επιγραμματικώς, ο δρόμος προς την (χρεωκοπία και την) έξοδο από την ευρωζώνη μοιάζει να είναι, πλέον, ο μόνος ανοικτός –και ίσως μοναχικός στην αφετηρία του- και η ύφεση ωθεί ορμητικότερα προς την κατεύθυνσή του.
Είναι, όπως μέχρι εδώ υποστηρίζεται, η έξοδος από το ευρώ απλώς (;) και μόνο αναπόφευκτη, ή, μήπως, ανταποκρίνεται, εκ των πραγμάτων πια, στην ίδια την οικονομική λογική – για την ακρίβεια στο οικονομικό συμφέρον της Ελλάδας; Ας ομολογηθεί, εκ προοιμίου και χωρίς δισταγμό, ότι τα όσα ακολούθως διατυπώνονται δεν είναι στερημένα από επιφυλάξεις και εδράζονται σε, ενίοτε κρίσιμες, παραδοχές – μα (ανομολόγητοι εάν όχι επιμελώς αποσιωπημένοι) κίνδυνοι και παραδοχές ενυπήρχαν και ενυπάρχουν και στην τρέχουσα στρατηγική διαχείρισης της κρίσης εντός της ευρωζώνης, οι οποίες στις προηγούμενες φάσεις (εκταμιεύσεις δόσεων και δέσμες περικοπών), μάλιστα, εκδηλώθηκαν και δεν επαληθεύτηκαν αντιστοίχως, όμως χωρίς κάτι να αλλάξει. Η θέση περί την σκοπιμότητα αποκατάστασης της νομισματικής αυτονομίας της χώρας εκκινεί, δίχως άλλο, από την σχεδόν κοινώς αποδεκτή, τώρα πια, διαπίστωση της μακροοικονομικώς πρώιμης και πολιτικώς ανώριμης συμμετοχής της Ελλάδας στην νομισματική ένωση, μα, δίχως άλλο, πρωτίστως τώρα πλέον αναφέρεται στον λογισμό οφέλους και κόστους που συνεπάγεται η παραμονή στην ευρωζώνη σήμερα και, πιθανότατα, στο ορατό μέλλον. Πρώτον, λοιπόν, αντί της αλυσιτελούς, αντιπαραγωγικής και οικονομικώς και κοινωνικώς επώδυνης, καθ’ ότι βαθύτατα υφεσιακής, στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης εντός της ευρωζώνης, η (διαπραγματευμένη και συναινετική μεταξύ των εταίρων της ευρωζώνης) επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα συμβάλλει, πιθανώς, στην αποκατάσταση προϋποθέσεων ανάκαμψης μέσω δύο μηχανισμών: Αφ’ ενός, η συνακόλουθη της επανεισαγωγής του εθνικού νομίσματος υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του και, ως εκ τούτου, η αύξηση του πληθωρισμού, καθώς και η μεσοπρόθεσμη ανοχή σχετικώς υψηλότερων ρυθμών πληθωρισμού από μέρους της ΤτΕ θα έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της πραγματικής αξίας του εγχώριου ιδιωτικού χρέους -της πραγματικής επιβάρυνσης των δανειοληπτών για την αποπληρωμή του- και, επομένως, θα επιτρέψει την προοδευτική αύξηση της δαπάνης για κατανάλωση και επένδυση. Σε αυτό, κυριότατα, (θα) έγκειται το όφελος της αποκατάστασης της νομισματικής αυτονομίας και, δευτερευόντως, (θα) συναρτάται με προσδοκίες βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – και είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι η πρόσφατη εμπειρική έρευνα σε αυτό τον μηχανισμό αποδίδει την ανάκαμψη της Αργεντινής μετά την άρση της «δολαριοποίησης». Αφ’ ετέρου, η (έστω κατ’ αυτό τον τρόπο) οριστική επίλυση της νομισματικής εκκρεμότητας θα συντείνει στην υποχώρηση της αβεβαιότητας, στον (υψηλό) βαθμό που η τελευταία προκαλείται από την διακύμανση του (δύσκολα υπολογίσιμου αφού το ελληνικό δημόσιο βρίσκεται εκτός της αγοράς ομολόγων) κινδύνου μετατρεψιμότητας, που, με την σειρά του, πιθανώς, διογκώνεται όταν διατυπώνονται επίσημες δηλώσεις για έξοδο της χώρας από το ευρώ και, ενδεχομένως, υποχωρεί όταν οι δηλώσεις –καλή ώρα όπως τώρα- επιδοκιμάζουν τις θυσίες των ελλήνων και εξορκίζουν τα σενάρια διάρρηξης της ευρωζώνης, σε κάθε περίπτωση σκιάζοντας τον ορίζοντα και, επομένως, αυξάνοντας τον αριθμό των άγνωστων –των μη πιθανολογήσιμων- παραγόντων. Η υποχώρηση της αβεβαιότητας συνιστά αναγκαία –μα όχι ικανή- συνθήκη για την αναθέρμανση της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας και την ανάκαμψη της οικονομίας.
Έχει, άραγε, η (εκ πρώτης όψεως ακόμη) άμεση βελτίωση της προοπτικής σταθεροποίησης –και λυσιτελούς διαχείρισης της κρίσης- της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμες ευεργετικές προεκτάσεις, συνδεδεμένες με την αποτελεσματική ανάκτηση της νομισματικής σταθεροποιητικής δυνατότητάς της; Και πόσο μεγάλο είναι, άραγε, το τίμημα; Σε αντίθεση με αυτό που συχνά υποστηρίζεται –και αναφέρεται παραπάνω- η αντιπληθωριστική αξιοπιστία ενός εγχωρίως επιλεγμένου μηχανισμού αγκίστρωσης των προσδοκιών –στην προκειμένη περίπτωση της ανεξάρτητης ΤτΕ- δεν αποκτάται, κατ’ ανάγκη, θυσιάζοντας θέσεις εργασίας, αλλά κατά μείζονα λόγο εξαρτάται από την πολιτική εφικτότητα –την εφαρμοσιμότητα- της αντιπληθωριστικής δέσμευσης. Η πολιτική εφικτότητα, δε, μάλλον αρνητικά συσχετίζεται με την αύξηση της ανεργίας. Με άλλα λόγια, η προοδευτική προσέγγιση ενός επιθυμητού ποσοστού πληθωρισμού/ πληθωρισμού στόχου διόλου συνεπάγεται την αποτυχία αγκίστρωσης των πληθωριστικών προσδοκιών και, ως εκ τούτου, ουδόλως προοιωνίζεται την (υποτίθεται αναπόφευκτη προκειμένου να εδραιωθεί η αντιπληθωριστική αξιοπιστία) αύξηση της ανεργίας. Επίσης, η υποτίμηση –όπως και η ανατίμηση- της συναλλαγματικής ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος έχει ταυτόσημες συνέπειες με εκείνες της εσωτερικής υποτίμησης –όπως και της ανατίμησης- ως προς την διάρθρωση του εξωτερικού εμπορίου και της εγχώριας παραγωγής, οι οποίες συνίστανται, ειδικότερα, στην επιβεβαίωση και αναπαραγωγή της εξειδίκευσης σε κλάδους με υψηλή συμμετοχή του κόστους εργασίας στην διαμόρφωση της τελικής τιμής, οι οποίοι, κατ’ επέκταση, αναπτύσσονται και, πιθανώς, παρακμάζουν κατά την λογική και λειτουργία του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Κι ακόμη, η θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό και τον διεθνή καταμερισμό των έργων ελάχιστα (θα) επηρεάζεται από την (ελέω της ελεύθερα κυμαινόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας) αύξηση του κόστους των ενδοευρωπαϊκών, για την ακρίβεια των εντός της ευρωζώνης, συναλλαγών, η (επακόλουθη της εισαγωγής του ευρώ) μείωση του οποίου, άλλωστε, μικρή επίδραση άσκησε στην εξέλιξη –την αύξηση- του εμπορίου μεταξύ των νομισματικών εταίρων, διαψεύδοντας τις εκ των προτέρων χονδροειδώς (υπερ)αισιόδοξες και πολιτικώς ευπρόσδεκτες προβλέψεις τμήματος της εμπειρικής οικονομικής ανάλυσης.
Την ίδια στιγμή, η νομική αοριστία που, όπως προλέγεται, περιβάλλει την αποχώρηση από την ευρωζώνη κάθε άλλο παρά προδικάζει την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση –και από την ενιαία εσωτερική αγορά- και, κατά συνέπεια, δεν απειλεί την (περαιτέρω) εξασθένιση της θέσης της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό και τον διεθνή καταμερισμό των έργων. Ποιος, άραγε, θα προσέβλεπε και γιατί στην δασμολογική και παραδασμολογική περιχαράκωση της ελληνικής αγοράς και θα εξέφραζε παρόμοια πολιτική αξίωση; Ποια λογική και ποια συμφέροντα εξυπηρετεί η διαμόρφωση παρόμοιου κεκτημένου, που αντιβαίνει, μάλιστα, στην υφιστάμενη κατάσταση των de jure (Ηνωμένο Βασίλειο) και de facto (για την ώρα η Σουηδία μόνο) εξαιρέσεων από την νομισματική ένωση. Χωρίς αμφιβολία, επίσης, η (ασφαλώς συνοδεύουσα την επανεισαγωγή εθνικού νομίσματος) προσωρινή αναστολή ορισμένων διατάξεων της εσωτερικής αγοράς, κυρίως σε σχέση με την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, είναι νομικώς αποδεκτή και ουδόλως συνεπάγεται την καθολική επέκταση και μόνιμη διατήρησή της. Σε πείσμα, τέλος, των όσων λέγονται –κατά κυριολεξία προειδοποιούνται και εξορκίζονται- η ενδεχόμενη έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη –επαναλαμβάνεται όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση- διόλου διαταράσσει τους γεωπολιτικούς προσανατολισμούς της και ούτε προκαλεί τάσεις αμφισβήτησης της Ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής θέσης της. Τουναντίον, μάλιστα, η άρση της (σχεδόν απολύτως αιτιολογημένης στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης) επιβολής και ασφυκτικής επιτήρησης της εφαρμογής επώδυνων μέτρων από πλευράς των δανειστών, θα συμβάλλει στην μείωση της επιρροής (τόσο των χυδαίων όσο και των φαινομενικώς περισπούδαστων) εθνικιστικών και αντιευρωπαϊκών αντιλήψεων, πιθανότατα εκ νέου ενισχύοντας τις φιλοευρωπαϊκές προτιμήσεις των ελλήνων πολιτών.
Όπως πιο πάνω υπογραμμίζεται, η (δεοντολογική) άποψη περί την σκοπιμότητα ανάκτησης της νομισματικής αυτονομίας, που, τώρα πια, συμπληρώνει την (θετική) διαπίστωση της αποτυχίας παραμονής της Ελλάδας στην νομισματική ένωση, δεν είναι στερημένη από επιφυλάξεις και εδράζεται σε κρίσιμες παραδοχές – και εδώ βεβαίως δεν συζητείται εξαντλητικώς, για την ακρίβεια σοβαρές πτυχές δεν προσεγγίζονται (π.χ. διαμόρφωση και διαχείριση του εξωτερικού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους), ενώ ουδόλως συζητείται, επίσης, το (πολύ πιθανό, αλλά και προτιμότερο) ενδεχόμενο της συντεταγμένης αποχώρησης περισσότερων χωρών. Η ίδια η κατανόηση και, πολύ περισσότερο, η υιοθέτηση και ανοικτή δημόσια υποστήριξη της σκοπιμότητας αυτής της (κατά κυριολεξία) επιλογής μπορεί να έχει σοβαρές θετικές επιδράσεις σε ότι αφορά τον τρόπο της εφαρμογής της και, βεβαιότατα, σε σχέση με τις ωδίνες και οδύνες της μεταβατικής περιόδου, περιλαμβανομένης της προετοιμασίας της τελικής φάσης. Ειδικότερα, πάντως, η δημόσια κατηγορηματική υποστήριξη της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, αντί της μοιρολατρικής αποδοχής ενός τετελεσμένου, που ορισμένοι, απρόσεκτα και χωρίς ελάχιστη ευθύνη έναντι του δήμου, παρουσιάζουν ως εθνική –έχει παρομοιασθεί και με την μικρασιατική- καταστροφή, μπορεί να συμβάλει στην εκλογίκευση της αγωνίας και στην άμβλυνση των εκδηλώσεων πανικού. Ίσως, η κατηγορηματική υποστήριξη της επιλογής ανάκτησης της νομισματικής αυτονομίας (θα) συνιστά τον επίσημο δημόσιο λόγο και (θα) υπογραμμίζει την πρακτική μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, η συγκρότηση της οποίας ανάγεται μεταξύ των προϋποθέσεων καλής διαχείρισης της μετάβασης, κατ’ ουσία της σύντμησης του χρόνου διάρκειας και της εξομάλυνσης των δυσμενών συνεπειών της – γιατί αλλιώς ο κίνδυνος της κατάρρευσης της πολιτικής τάξης θα είναι πολύ ισχυρός. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι η συνεχής υπόμνηση του κινδύνου της εθνικής καταστροφής ελέγχεται, επίσης, ως προς την ακρίβεια των επιχειρημάτων/ απειλών για δύο λόγους. Πρώτον, κυριολεκτικώς ουδείς μπορεί να προβλέψει γεγονότα, κόστος και εκβάσεις βάσει άλλων εμπειριών, αν μη τι άλλο δεδομένης της κρισιμότητας του παράγοντα της πολιτικής διαχείρισης – πράγμα που μας επαναφέρει στην προηγούμενη παρατήρηση και πολιτική δεοντολογία. Δεύτερον, η ενδεχόμενη (συναινετική μεταξύ των εταίρων) έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη, ως έχει ήδη διατυπωθεί από έγκυρους αναλυτές, μεταξύ των οποίων υψηλόβαθμα στελέχη μεγάλων (πολυεθνικών) χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, θα συνοδευτεί από την παροχή βοήθειας –έχει εκτιμηθεί ποσό 50 δισεκατομμυρίων ευρώ- προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι βασικές ανάγκες του πληθυσμού, ιδίως οι εισαγωγές φαρμάκων και πετρελαίου. Επιγραμματικώς, η καταστροφολογία είναι πιθανότατα ανακριβής και, ασφαλώς, πολιτικώς επιπόλαιη και οικονομικώς και κοινωνικώς καταστροφική.
(1) Ο τίτλος του παρόντος (νομισματική ομολογία) δηλώνει την πολύ πρόσφατη και, επαναλαμβάνεται, επιφυλακτική μεταστροφή της άποψης του υπογράφοντος, – έναυσμα προσέφερε σχόλιο με τίτλο «Ο μεγάλος θυμός» και υπογραφή Λι.Ασ. που δημοσιεύθηκε στο www.poleconomix.gr στις 24/9/2012.
(2) Η τεκμηρίωση της επιχειρηματολογίας που εδώ παραλείπεται ένεκα τυπολογίας και οικονομίας του άρθρου είναι στην διάθεση του αναγνώστη εφόσον ζητηθεί.
(3) Την ώρα που συντάσσονταν οι τελευταίες γραμμές αυτού του κειμένου δημοσιεύονταν τα συμπεράσματα (οι αποφάσεις) του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18 Οκτωβρίου 2012, καθώς και η δήλωση των αρχηγών των κρατών ή κυβερνήσεων της ευρωζώνης. Στο κείμενο της δήλωσης σημειώνεται, ή, έστω, εμμέσως αναγνωρίζεται ότι η οικονομική ανάκαμψη θα εξασφαλίσει το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη – και βεβαίως η ανάκαμψη συνδέεται με την εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής. Ισοδυναμεί, άραγε, αυτό με αναγνώριση της αποσχιστικής δυναμικής της ύφεσης, έστω και αν η τελευταία ελάχιστα μόνο αποδίδεται στην τρέχουσα διαχείριση της κρίσης;
Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μεταθέτουν οριστικώς την απευθείας κεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας στο μέλλον, όταν έχει εγκατασταθεί ο Ενιαίος Μηχανισμός Εποπτείας –η νομοπαρασκευαστική διαδικασία για τον οποίο θα διαρκέσει ένα χρόνο- προφανώς απογοητεύοντας την ισπανική κυβέρνηση και δυσχεραίνοντας την (ήδη σισύφειο) πολιτική δημοσιονομικής εξυγίανσης, δηλαδή λιτότητας, και οικονομικής προσαρμογής και, με την επιφύλαξη της παρέμβασης της ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά των ισπανικών ομολόγων, καθιστώντας δυσκολότερη την εντός της ευρωζώνης διαχείριση της κρίσης. Ενδιαφέρον για την Ελλάδα παρουσιάζει, πιθανότατα, η αναφορά του κειμένου των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην διερεύνηση της ενδεχόμενης δημιουργίας κατάλληλης δημοσιονομικής δυνατότητας (fiscal capacity) στο επίπεδο της ευρωζώνης, δηλαδή, μηχανισμού σταθεροποιητικών μεταβιβάσεων. Ασφαλώς, η εγκατάσταση παρόμοιου μηχανισμού με ικανό προϋπολογισμό θα μετέβαλε τον λογισμό οφέλους και κόστους της παραμονής στην ευρωζώνη, προς όφελος του πρώτου. Μολαταύτα, λειτουργώντας ως ασφαλιστικό ταμείο, αυτός ο μηχανισμός είναι ευάλωτος στον ηθικό κίνδυνο και ρέπει προς την δυσμενή επιλογή, πράγμα που πιθανότατα προοιωνίζεται την ισχνότητα των πόρων και της συμβολής του, εάν οψέποτε εγκατασταθεί. Από αυτή την άποψη, όμως, η αναφορά του κειμένου των συμπερασμάτων μπορεί να εδράζεται στην (υπόρρητη) παραδοχή μιας λιγότερο περιεκτικής ευρωζώνης.