Το πανεπιστήμιο –και η δημόσια εκπαίδευση γενικώς- έχει για τα καλά υποστεί τις οδυνηρές συνέπειες της επιβεβλημένης και επιτηρούμενης από τους επίσημους δανειστές μας, μα φευ αδιέξοδης, ραγδαίας δημοσιονομικής και οικονομικής προσαρμογής. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές –τα μέλη ΔΕΠ- έχουν, ειδικότερα, αναλάβει μεγάλο βάρος, συχνά ως αποτέλεσμα της, ελέω ανάσχεσης νέων διορισμών, υπέρμετρης αύξησης της ποσότητας του διδακτικού έργου τους –σχεδόν μοιραίως εις βάρος της ποιότητάς του- και, σε κάθε περίπτωση, ως αποτέλεσμα της σοβαρής μείωσης (πάνω από 25% την τελευταία διετία) των επί μακρόν καθηλωμένων αποδοχών τους. Η εκ νέου περιστολή των μισθών των πανεπιστημιακών καθηγητών, στο πλαίσιο της δέσμης περικοπών ύψους 11,9 δισ. ευρώ, είναι, επομένως, δυσβάσταχτη –ίσως πολλοί θα έλεγαν και εξευτελιστική- και ο θυμός, για τους νεώτερους μπορεί και η απελπισία, μοιάζει να είναι επίσης μοιραίος. Είναι, άραγε, κατόπιν αυτών, η απεργιακή κινητοποίησή τους, εν μέσω της εξεταστικής περιόδου, σκόπιμη; Υπάρχουν, για να διατυπωθεί αλλιώς, λόγοι που υπαγορεύουν την διαφορετική στάση των πανεπιστημιακών καθηγητών σε σχέση με τις άλλες ομάδες εργαζομένων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα;
Ας διευκρινισθεί, εκ προοιμίου, πως ουδεμία διάθεση κοινωνικού ελιτισμού –αν μη τι άλλο συνειδητή- μήτε και πρόθεση ιδεαλιστικής υπαναχώρησης υποκινούν τα ερωτήματα και την απάντησή τους. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές συνιστούν μία από τις οικονομικώς κρισιμότερες επαγγελματικές ομάδες, υπηρετώντας την προσφορά του πολυτιμότερου, μεταξύ των επίλεκτων, αγαθού –γι’ αυτό και προσφερόμενου από το κράτος- στο πλαίσιο της σύγχρονης οικονομίας της γνώσης. Η οικονομική συμπεριφορά τους δεν καθορίζεται από διαφορετικές, σε σύγκριση με άλλες επαγγελματικές ομάδες, βασικές αρχές, δεν υποκινείται, με άλλα λόγια, από λιγότερο ή περισσότερο ιδιοτελείς επιδιώξεις. Παρόμοια, σε σύγκριση με άλλες επαγγελματικές ομάδες, είναι, επίσης, η λογική της συλλογικής δράσης τους ως οργανωμένης ομάδας συμφερόντων. Στην παρούσα συγκυρία, επομένως, η επιδίωξη αποσόβησης των μεγάλων μειώσεων της αγοραστικής δύναμης και της υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου είναι κοινή μεταξύ του συνόλου σχεδόν των εργαζόμενων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Στην περίπτωση των πανεπιστημιακών καθηγητών, όμως, σήμερα, η προσφυγή στην απεργία είναι, πιθανότατα σε διάσταση με άλλες ομάδες εργαζομένων, πιθανώς αντιπαραγωγική, όντας, επίσης, γενικότερα αμφισβητήσιμη.
Συγκεκριμένα, η απειλή απεργίας κι ακόμη περισσότερο η πραγματοποίηση απεργίας εν μέσω εξεταστικής περιόδου, προκειμένου, υποτίθεται, να ασκηθεί αυξημένη πίεση στην κυβέρνηση, μοιάζει με ομολογία των πανεπιστημιακών καθηγητών ότι το πανεπιστήμιο έχει, στην πράξη, μετατραπεί σε εξεταστικό θεσμό, όπου αυτό που έχει σημασία, για όλους, είναι η (ομαλή) διεξαγωγή της περιοδικής δοκιμασίας/ πιστοποίησης της επαρκούς –κατά το σύγγραμμα, ας μην ξεχνάμε- γνώσης των φοιτητών. Ίσως, άλλωστε, έτσι να είναι σε ένα πανεπιστήμιο που η απόκτηση του πτυχίου είναι, τυπικώς, πλήρως αποσυνδεμένη από την παρακολούθηση των διαλέξεων/ μαθημάτων, προκειμένου για τα τμήματα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, ενώ προκειμένου για σχολές και τμήματα θετικών επιστημών, η υποχρέωση των φοιτητών τυπικώς εκπληρώνεται μόνο με την συμμετοχή σε εργαστήρια. Όπως και να έχει, όμως, η απεργία εν μέσω της εξεταστικής περιόδου πλήττει αρκετούς φοιτητές για διάφορους σοβαρούς λόγους (π.χ. μεταπτυχιακές σπουδές, προσδοκώμενη απασχόληση ή/ και αποδοχές), ωστόσο η διακριτική μεταχείριση των πληττόμενων –η κατ’ εξαίρεση εξέτασή τους- δεν είναι πάντοτε αποδεκτή, ούτε προσδιορίζεται με αντικειμενικό τρόπο. Τόσο αυτό, όσο και η αντιληπτή, και δια της απεργίας πιθανώς τονιζόμενη, αποτελεσματική μετατροπή του πανεπιστημίου σε εξεταστικό θεσμό συντείνουν στην απαξίωση του πανεπιστημίου και των πανεπιστημιακών καθηγητών στην κοινή γνώμη, που αδιαφορεί και, πιθανώς, αντιμάχεται ακόμη και τις εύλογες και δικαιολογημένες αξιώσεις τους – και δυστυχώς διευκολύνουν τις νομοθετικές και λοιπές ακροβασίες μωροφιλόδοξων πολιτικών.
Ίσως, η σκοπιμότητα της απεργίας –και όχι βεβαίως το δικαίωμα καθ’ εαυτό- των πανεπιστημιακών καθηγητών είναι, ανεξαρτήτως ακαδημαϊκού χρόνου/ προγράμματος, αμφιλεγόμενη, ιδίως υπό τις σημερινές περιστάσεις. Η επιτυχής διεκδίκηση της δίκαιης αμοιβής για τους πανεπιστημιακούς καθηγητές προϋποθέτει, πιθανότατα, την ανάκτηση του τρωθέντος κύρους τους στην κοινωνία κι αυτό, χωρίς αμφιβολία, συναρτάται με την αποκατάσταση του (συλλογικού) ρόλου τους ως διανοητικής πρωτοπορίας και πνευματικής ηγεσίας. Συναρτάται, δηλαδή, με την όξυνση του κριτικού λόγου τους και την ενδυνάμωση της διεισδυτικότητάς του και, ως εκ τούτου, εδράζεται στο ερευνητικό, μα και στο διδακτικό έργο τους – την συνέχεια, τον χαρακτήρα και την ποιότητά του. Στις σημερινές περιστάσεις της δραματικής οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, η θέση του πανεπιστημιακού καθηγητή είναι, ίσως επιτακτικότερα του συνήθους, στο αμφιθέατρο, ενώπιον και προς όφελος των φοιτητών του, εξυπηρετώντας την διττή ανάγκη της εμπεριστατωμένης διάγνωσης της «κακοδαιμονίας» μας και της διατύπωσης καινοτόμου και λυσιτελούς θεραπευτικής δεοντολογίας – μαζί και της ανάδειξης της αφροσύνης της ακολουθούμενης πολιτικής. Πολύ περισσότερο, στις σημερινές περιστάσεις, ο ρόλος του πανεπιστημιακού καθηγητή συνίσταται στην ανασύσταση της έμπνευσης που οι νέοι άνθρωποι απεγνωσμένα, κατά πως διαπιστώνεται πολλαπλώς, αναζητούν, στην ενθάρρυνση της δημιουργικότητας, της άμιλλας και της συνεργατικότητάς τους και, δίχως άλλο, στην καλλιέργεια της κριτικής διάθεσης και σκέψης τους. Επιγραμματικώς, εάν το πανεπιστήμιο (πρέπει να) είναι, καταρχήν, ανοικτό και χωρίς διαλείμματα και εξαιρέσεις λειτουργούν, τούτο αποκτά σημασία βαρύνουσα εν μέσω της κρίσης και, ιδίως, εν όψει της ραγδαίας επιδείνωσης των συνθηκών λειτουργίας του δημόσιου πανεπιστημίου – και της κατάστασης των πανεπιστημιακών καθηγητών. Το πανεπιστήμιο της γνώσης, της κριτικής και της δημιουργίας δι’ αυτών, ακριβώς, αντιστέκεται στην ασυλλόγιστη –ή μήπως καλώς συλλογισμένη;- πολιτική επιλογή συρρίκνωσής του και δι’ αυτών, επίσης, υπηρετεί την στενάζουσα και σαστισμένη κοινωνία.