Η σημερινή θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας εξακολουθεί να είναι υποδεέστερη αυτής των ανδρών, στοιχείο που αποδεικνύεται από το μεγάλο χάσμα αμοιβών που εξακολουθεί να υπάρχει ανάλογα με το φύλο, από την αυξημένη ανεργία που χαρακτηρίζει τις γυναίκες και από τη θέση στην απασχόληση ανάλογα με το φύλο. Η γενικευμένη ιδεολογική αποδοχή της διάκρισης ιδιωτικού-δημόσιου χώρου καθορίζει τους όρους με τους οποίους εισέρχονται οι γυναίκες στην απασχόληση, ενώ και οι πολιτικές που υλοποιούνται «για τη στήριξη των εργαζομένων γυναικών», συμβάλλουν ουσιαστικά στην περαιτέρω νομιμοποίηση της έμφυλης κοινωνικής κατανομής ρόλων, κάτι που καθόλου δεν βοηθά την κατάργηση των διακρίσεων στην αγορά εργασίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την τελευταία τριακονταετία βασικό στοιχείο της σχέσης των γυναικών με την αγορά εργασίας υπήρξε η αύξηση της συμμετοχής τους στο εργατικό δυναμικό, η οποία μάλιστα, συνέβαλε σε σημαντικό βαθμό στη μείωση της παραδοσιακής απόστασης που χωρίζει το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού της χώρας αυτής από τα αντίστοιχα άλλων Eυρωπαϊκών χωρών. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ανεργία των ανδρών διπλασιάστηκε τη τελευταία δεκαετία, αυτή των γυναικών σχεδόν τριπλασιάστηκε, και εν όψει της κρίσης, οι αναμονές είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες. H συνολική αύξηση της γυναικείας απασχόλησης συνοδεύτηκε από μεταβολές στην κατανομή της στους βασικούς παραγωγικούς τομείς, με αύξηση στον τριτογενή, κάτι που υποδηλώνει και την βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης των οικονομικά ενεργών γυναικών. Mάλιστα, όσο υψηλότερο είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο, τόσο μεγαλύτερο είναι και το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, με αποτέλεσμα το ποσοστό των πτυχιούχων πανεπιστημίου επί συνόλου γυναικών εργαζομένων να είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο των ανδρών. Ενώ όμως σημειώθηκε αύξηση της συμμετοχής των γυναικών σε όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες σε ρυθμούς ταχύτερους από αυτούς των ανδρών, και ιδιαίτερα στην κατηγορία των επιστημόνων/ελευθέρων επαγγελματιών, εξαίρεση αποτελούν οι διευθύνοντες και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη επιχειρήσεων. Κάτι που καταδεικνύει τις διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες στην αγορά εργασίας, (πρόκειται για την υπόθεση περί γυάλινης οροφής), διακρίσεις οι οποίες εκφράζονται μέσω της διαφοράς στις αποδοχές για την ίδια εργασία, των εμποδίων στην εργασιακή εξέλιξη, ακόμη και μέσω της σεξουαλικής παρενόχλησης, και αποτελούν επιμέρους έκφραση της υποδεέστερης κοινωνικής θέσης των γυναικών. Σχετικά παραδείγματα αποτελούν επίσης, η μερική απασχόληση, που εμφανίζεται ως υπόθεση των γυναικών κατά τα 2/3, το ότι οι γυναίκες στην Eλλάδα, απασχολούνται αναλογικά περισσότερο από τους άνδρες σε προσωρινές ή άτυπες μορφές απασχόλησης, σε μικρές οικογενειακές μονάδες ως συμβοηθούντα μέλη, στην αδήλωτη εργασία, δουλεύουν «φασόν» ή προσφέρουν τηλεεργασία, μορφές απασχόλησης για τις οποίες, ενώ η καταγραφή στοιχείων υστερεί, παράλληλα, είναι γενικά αυξημένη τόσο η εκμετάλλευση σε βάρος των εργαζομένων, όσο και οι διακρίσεις ανάλογα με το φύλο τους.
Αλλά γιατί εξακολουθουν να υπάρχουν οι διακρίσεις φύλου στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει πολλά σκέλη. Αφενός θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το φύλο, στον τομέα των δικαιωμάτων, κοινωνικών και πολιτικών, έχει παραδειγματικό χαρακτήρα σχετικά με το πώς μπορεί, σε συνθήκες νομικής ισότητας που φαινομενικά περιλαμβάνουν όλες και όλους, να λειτουργήσουν αποκλεισμοί. Eίναι προφανές ότι η έμφυλη ισότητα που νομικά προβλέπεται και στην απασχόληση, δομικά εμποδίζεται, άρα χρειάζονται μέτρα, ώστε να αποκτήσει ουσία και περιεχόμενο. Tο ερώτημα όμως είναι τι είδους μέτρα, δηλαδή ποια αντιμετώπιση του φύλου και της ανισότητας που ανάγεται σε αυτό, είναι πιο αποτελεσματική για την εξάληψή της και στην εργασία; Γνωρίζουμε ότι, βασικό στοιχείο της φιλοσοφικής μας κληρονομιάς αποτελεί η αντίφαση μεταξύ της υποτέλειας που επιφυλάσσεται στις γυναίκες, και αιτιολογείται με αναφορές στη φύση, και της οικουμενικής ισότητας των δικαιωμάτων, η οποία αφορά τους «ελεύθερους και ίσους» πολίτες. H αντίφαση αυτή έγινε έντονα αισθητή από τη στιγμή που οι γυναίκες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα (γιατί προφανώς δεν έγιναν ούτε ελεύθερες ούτε «ίσες») και αποτέλεσε έναυσμα για τις φεμινιστικές διεκδικήσεις της δεκαετίας του ’60, (από το 74 και μετά στην Ελλάδα), στις οποίες είναι φανερή η συνειδητοποίηση ότι, η ισότητα των δικαιωμάτων δεν αρκεί για την ουσιαστική αναγωγή των γυναικών σε πολίτες.
Πράγματι, ενώ οι γυναίκες γενικά, αλλά και στην Eλλάδα ειδικότερα, επέτυχαν πάρα πολλά στη διάρκεια του 20ου αιώνα, αυτά συγχρόνως είναι και πολύ λίγα. Γιατί οι σημαντικές αλλαγές που σημειώθηκαν είναι αμφίβολο αν είναι ουσιώδεις ως προς τον εξουσιαστικό και ιεραρχικό χαρακτήρα του συστήματος έμφυλων σχέσεων, ενώ παράλληλα ο εκσυγχρονισμός της υποτέλειας ο οποίος επετεύχθει, δεν ευνοεί την αμφισβήτηση από την πλευρά των γυναικών. Η παράταση της ζωής του εξουσιαστικού συστήματος έμφυλων σχέσων είναι αυτή που τελικά, καθορίζει την επιβίωση της γυναικείας κατωτερότητας και στον τομέα της απασχόλησης, όπου, εκτός των άλλων, επιβαρύνονται και από τους πάντα δικούς τους παραδοσιακούς ρόλους, σε συνδυασμό με τους νεοαποκτειθέντες, η άσκηση των οποίων γίνεται πρωτίστως κοινωνικά αντιληπτή ως συμπληρωματική του «οικογενειακού μισθού» των ανδρών.
Χωρίς την αμφισβήτηση της διάκρισης ιδιωτικού/δημόσιου χώρου, χωρίς κατάργηση της έμφυλης κατανομής κοινωνικών ρόλων, δεν υπάρχει περίπτωση να διαμορφωθούν ισότιμες έμφυλες σχέσεις στην αγορά εργασίας. Το ερώτημα βέβαια είναι πόσο ο καπιταλισμός επιτρέπει την προσέγγιση στο παραπάνω. Πόσο η καταπολέμηση του σεξισμού στην αγορά εργασίας, δηλαδή, είναι τελικά εφικτή μακροπρόθεσμα στις παρούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Αν η ανάπτυξη ενός κράτους πρόνοιας σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης σε ορισμένες συγκυρίες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αποτελεί, δυνητικά και υπό προϋποθέσεις, αισιόδοξη απάντηση στο ερώτημα αυτό, τα χτυπήματα που δέχονται οι κοινωνικές παροχές ιδιαίτερα σήμερα σε συνθήκες κρίσης, αποτελούν στοιχεία μιας απάντησης που δεν μπορεί παρά να είναι βαθύτατα απαισιόδοξη.
Είναι δε χαρακτηριστικό για κοινωνίες όπως η ελληνική ότι, με βάση τα στοιχεία της 4ης φάσης του European Social Survey (2009), με την άποψη ότι «Όταν δεν υπάρχουν αρκετές δουλειές, οι άνδρες θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερο δικαίωμα σε μια δουλειά από τις γυναίκες», συμφωνεί το ελληνικό δείγμα κατά 44,2%. Το επόμενο μεγαλύτερο ποσοστό εμφανίζεται στην Πορτογαλία και ανέρχεται σε 23,3%, ο δε ευρωπαϊκός μ.ό φτάνει στο 20,6%. Στην απόλυτη διαφωνία με την παραπάνω αντίληψη, η Ελλάδα με 11,5% αντιπαρατίθεται στον μ.ό. που είναι στο 29,1%! Παρατηρούμε συνεπώς, την ανάδυση αντιλήψεων ακραία συντηρητικών, σεξιστικών και ενδεικτικών σαφούς πισωγυρίσματος στην πορεία πολιτισμικού «εκσυγχρονισμού» που έμοιαζε να παγιώνεται τη δεκαετία του’80. Τριάντα χρόνια πολιτικές για την έμφυλη ισότητα, τριάντα χρόνια «κρατικού φεμινισμού», για να βρεθούμε το 2009, οπότε μόνο ένας/μία στους/στις δέκα να διαφωνεί απόλυτα με την άποψη ότι οι άνδρες έχουν περισσότερο δικαίωμα στην εργασία από τις γυναίκες. Το «παρωχημένο» σύστημα αντιλήψεων μοιάζει να ανακάμπτει και στον τομέα των έμφυλων ρόλων, όπως και σε άλλους τομείς κοινωνικών σχέσεων, μόλις διαφανεί κίνδυνος προβλημάτων. Και ακόμη δεν είχε ξεσπάσει, σε όλο της το εύρος, η κρίση…
Η Mάρω Παντελίδου Μαλούτα είναι καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.