Λίνα Σπηλιοπούλου: Η πολιτική οικονομία της Ελληνικής και Ιρλανδικής κρίσης και η απάντηση της Ευρωζώνης

Διακηρυγμένος στόχος των μνημονίων είναι η επιστροφή Ελλάδας και Ιρλανδίας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Οι αγορές όμως δεν δείχνουν να πείθονται και τα spreads παραμένουν υψηλά, γεγονός που δημιουργεί απορίες για το κατά πόσο το περιεχόμενο των μνημονίων διευθετεί ικανοποιητικά το πρόβλημα της κάθε χώρας. Παρακάτω, με οδηγό την εθνικολογιστική ταυτότητα (Υ=C+I+G+ΝΧ1) θα αναφερθούμε στα κυριότερα μακροοικονομικά προβλήματα των δύο χωρών.

Η ελληνική περίπτωση

Σε αδρές γραμμές οι βασικές αιτίες του Ελληνικού προβλήματος είναι δύο και βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση. Η πρώτη έχει να κάνει με την ίδια τη δομή της οικονομίας. Η δεύτερη με τις παθογένειες των δημόσιων οικονομικών. Το αποτέλεσμα αυτής της αιτιακής αλληλεξάρτησης είναι τριπλό: Απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, “δίδυμα” ελλείμματα και αυξανόμενο χρέος. Τα εγχώρια προβλήματα επιδείνωσε η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ,  εν μέρει λόγω εισροής πόρων που ενίσχυσαν την κατανάλωση αλλά κυρίως λόγω της εύκολης πρόσβασης σε φθηνό κεφάλαιο. Η ανάλυση του δεύτερου μέρους της εθνικολογιστικής ταυτότητας επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Την ελλειμματικότητα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) δεν εξηγεί η υπόθεση Balassa – Samuelson, ενώ η ακαμψία των μισθών και η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας μόνο μερικώς αποτελούν εξήγηση, καθώς δε λαμβάνουν υπόψη τις  δομικές ακαμψίες της ελληνικής οικονομίας και ποιοτικές παραμέτρους (non-price competitiveness). Ικανοποιητικότερα εξηγούν τα ελλείμματα η παράμετρος της κατανάλωσης και των επενδύσεων.

Η κατανάλωση ενισχύθηκε από την απελευθέρωση των πιστωτικών αγορών και την είσοδο στην ΟΝΕ των χαμηλών επιτοκίων και είναι μια παράμετρος που εξηγεί ικανοποιητικά την ελλειμματικότητα του ΙΤΣ και τα προβλήματα του ελληνικού οικονομικού μοντέλου, καθώς ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι η υψηλότερη στην υπόλοιπη ευρωζώνη και δεν καλύπτεται από εγχώρια παραγωγή. Χαρακτηριστικά, η ελληνική οικονομία εισάγει αγαθά αξίας τριών ευρώ για κάθε αγαθό αξίας ενός ευρώ που εξάγει.

Διάγραμμα 1: Σύγκριση ιδιωτικής κατανάλωσης Ελλάδας & Ευρωζώνης

(Τελική κατανάλωση νοικοκυριών και μη-κερδοσκοπικών οργανισμών που εξυπηρετούν  νοικοκυριά, τρέχουσες τιμές, εκατ. €)

Πηγή: Eurostat

Τα παραπάνω συμπυκνώνονται στην παρατήρηση ότι το 88,8% του ελληνικού ΑΕΠ αντιστοιχεί σε κατανάλωση την περίοδο 2000-2009 (Βαγιανός κ.α., 2010).

Οι επενδύσεις, παρότι διαχρονικά μειώνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ, ωστόσο σε απόλυτους αριθμούς αυξήθηκαν, σε αντίθεση με την αποταμίευση που μειώθηκε (αποσύζευξη επενδύσεων – αποταμιεύσεων) στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, πράγμα που αναπόφευκτα απεικονίστηκε στα ελλείμματα του ΙΤΣ και αντιμετωπίστηκε με την εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό, συσσωρεύοντας εξωτερικό χρέος. Σε συνδυασμό με την παράλληλη επέκταση της κατανάλωσης, εξηγείται η ταχεία ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομίας, λόγω ενίσχυσης της συνολικής εγχώριας ζήτησης. Η επιλογή ενός τέτοιου μοντέλου ανάπτυξης αντικατοπτρίζει ένα δομικό έλλειμμα εξωτερικής ανταγωνιστικότητας.

Άλλωστε, τα ελληνικά ελλείμματα στην πράξη επιβεβαιώνονται ως δίδυμα, κυρίως μετά από το 1999, που ατόνησε η Ρικαρντιανή ισοδυναμία, γεγονός που υποδηλώνει ότι σταδιακά η δημοσιονομική πολιτική άρχισε να επηρεάζει την εξέλιξη του ΙΤΣ.

Αναφορικά με τις δημόσιες δαπάνες το επίπεδό τους δε διαφέρει ιδιαίτερα από το μέσο επίπεδο της Ευρωζώνης, ωστόσο υπάρχει υστέρηση στον τομέα των εσόδων, με αποτέλεσμα την κάλυψη της διαφοράς με κρατικό δανεισμό. Επιπρόσθετα, η παρατηρούμενη προκυκλική δημοσιονομική επέκταση δεν αύξησε τις επενδύσεις, αλλά την κατανάλωση, γεγονός που τροφοδότησε περαιτέρω τη ζήτηση και την κατανάλωση διογκώνοντας ελλείμματα και χρέος.

Καταλήγουμε ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι πρόβλημα κατανάλωσης και μη παραγωγικών επενδύσεων, που κατευθύνθηκαν κυρίως σε κατασκευές, υπονομεύοντας διαχρονικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Διάγραμμα 2: συνολικά έσοδα γενικής κυβέρνησης (%ΑΕΠ))

 

Πηγή: Eurostat

Διάγραμμα 3: Συνολικά έξοδα γενικής κυβέρνησης (%ΑΕΠ)

Πηγή: Eurostat

Η περίπτωση της Ιρλανδίας

Η κρίση της Ιρλανδικής οικονομίας υπογραμμίζει την οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ πραγματικής οικονομίας, τραπεζικού συστήματος και δημόσιων οικονομικών.

Η πολιτική συναίνεση για την επιλογή νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου (χαμηλοί φόροι / χαμηλή δημόσια δαπάνη) στο τέλος της δεκαετίας του 1970, προσέλκυσε Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) και οδήγησε στη δημιουργία μιας δυναμικά αναπτυσσόμενης οικονομίας, με ρυθμούς ανάπτυξης που το διάστημα 1995 – 2008 άγγιζαν 6% με 8% ετησίως και με πλεονασματικό ισοζύγιο χάρη στο αρκετά εξελιγμένο, αν και χαμηλής διαφοροποίησης, εξαγωγικό της καλάθι.

Η ανατίμηση της συναλλαγματικής της ισοτιμίας, που παρατηρήθηκε μετά την είσοδο στην ΟΝΕ, επιβεβαιώνει την υπόθεση Balassa – Samuelson, καθώς παρατηρείται διαφορικός πληθωρισμός. Επιπρόσθετα, παρότι το κόστος εργασίας αυξήθηκε, έναντι των εμπορικών της εταίρων, ωστόσο το κόστος στον βιομηχανικό τομέα και στις εξαγώγιμες υπηρεσίες κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση. Τονίζουμε ότι η κατανάλωση, σε αντίθεση με την Ελλάδα δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας της διαχρονικής ανόδου του ΑΕΠ.

Διάγραμμα 4: Σύγκριση της τελικής ιδιωτικής κατανάλωσης Ελλάδας και Ιρλανδίας

(Τελική κατανάλωση νοικοκυριών και μη-κερδοσκοπικών οργανισμών που εξυπηρετούν νοικοκυριά,  τρέχουσες τιμές, Εκατ. €)

Πηγή: Eurostat

Αναφορικά με τις επενδύσεις, το Ιρλανδικό μοντέλο στηρίχθηκε στις ΑΞΕ ενώ η διαχρονικά θετική ιδιωτική αποταμίευση μείωσε την ανάγκη για εξωτερικό δανεισμό. Η στροφή όμως μετά την κρίση dot.com, από τις παραγωγικές επενδύσεις (κυρίως υψηλής τεχνολογίας) σε επενδύσεις κατοικίας, που την περίοδο 2001-2008 απορροφούσαν τα 2/3 των επενδύσεων, συνδέεται άμεσα με την κρίση στην οποία περιήλθε η χώρα.

Σε ότι αφορά στις δημόσιες δαπάνες από το 2003 σταδιακά ακολουθήθηκε μια επεκτατική προ-κυκλική δημοσιονομική πολιτική, ενώ τα κρατικά έσοδα εξαρτιόνταν ολοένα και περισσότερο από τους φόρους μεταβίβασης στον κατασκευαστικό τομέα, συρρικνώνοντας τη φορολογική βάση.

Δύο σημεία καμπής μπορούμε να σημειώσουμε στην Ιρλανδική πορεία. Το πρώτο το 2001, όπου η αμερικανικής προέλευσης κρίση dot.com είχε αρνητικές συνέπειες στις ΑΞΕ και η Ιρλανδική οικονομία υπέστη απώλειες. Προκειμένου για τη διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξης, η Ιρλανδική οικονομία εξαρτήθηκε από τις κατασκευές κατά τρόπο μη βιώσιμο. Στο σημείο αυτό τα οργιώδη δάνεια των Ιρλανδικών τραπεζών τροφοδότησαν μια από τις μεγαλύτερες φούσκες στην αγορά ακινήτων παγκοσμίως.  Αυτό είναι και το τέλος του αυθεντικού Ιρλανδικού θαύματος, καθώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι κατασκευές όχι μόνο δε μπόρεσαν να υποκαταστήσουν τη θετική επίδραση των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, αλλά αντιθέτως οδήγησαν σε μια χρηματοπιστωτική φούσκα, το σκάσιμο της οποίας το 2008 συρρίκνωσε την πραγματική οικονομία κατά 12% και αύξησε την ανεργία σταδιακά στο 14%.

Το 2008 εντοπίζουμε το δεύτερο κομβικό σημείο όταν το κράτος απάντησε στην εγχώρια επίδραση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης προσφέροντας κάλυψη των υποχρεώσεων του υπερεκτεθειμένου ιρλανδικού τραπεζικού συστήματος. Έτσι το έλλειμμα και το χρέος εκτινάχθηκαν αποκλείοντας την Ιρλανδία από τις διεθνείς αγορές.

Παρατηρούμε ότι η κρίση στην Ιρλανδία οφείλεται κυρίως σε χρονικά εντοπισμένες πολιτικές αποφάσεις οι οποίες αντανακλώνται στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη από το 2008 και ύστερα, ενώ αντίθετα στην Ελλάδα η διαχρονική επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών μάλλον αντικατοπτρίζει την απουσία πολιτικής συναίνεσης σε ότι αφορά θεμελιώδεις οικονομικές επιλογές για τον προσανατολισμό της χώρας.

Η απάντηση της Ευρωζώνης

H «διάσωση» Ελλάδας και Ιρλανδίας έχει πρωταρχικό στόχο να επιστρέψουν οι χώρες στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, γεγονός που ανάγει τις εκτιμήσεις της αγοράς για τη φερεγγυότητα των δύο χωρών ως καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας. Η εξέλιξη στα spreads όμως δείχνει ότι οι όροι των μνημονίων και η εφαρμογή τους δεν πείθουν τους επενδυτές ακόμη και σήμερα.

Διάγραμμα 5: Πορεία επιτοκίων 10ετών κρατικών ομολόγων

Πηγή: Reuters Ecowin, συγκριτική αξιολόγηση 10ετών ομολόγων, ως τις 20/01/11

Η ξαφνική απόκλιση των επιτοκίων το 2008 (διάγραμμα 5) συνδέει την κρίση χρέους με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, υπογραμμίζει τον αποσταθεροποιητικό ρόλο των αγορών και των οίκων αξιολόγησης (αδυναμία πρόβλεψης κρίσεων και υπεραντίδραση που εντείνει τις κρίσεις), κυρίως όμως αποδεικνύει ότι η επέμβαση ΕΕ και ΔΝΤ δεν πέτυχε το στόχο της ύστερα από 15 και 8 μήνες εφαρμογής σε Ελλάδα και Ιρλανδία αντίστοιχα.

Η παροχή δανειακής στήριξης ήταν μια πολιτική απόφαση καθόλου αυτονόητη, η οποία επιλέχθηκε έναντι της χρεοκοπίας, καθώς θεωρήθηκε ότι η τελευταία θα είχε ισχυρές επιδράσεις στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα (κυρίως σε Γαλλικές και Γερμανικές τράπεζες, βλέπε διάγραμμα 6) και στα δημόσια οικονομικά άλλων χωρών του ευρώ (spillover effects) επεκτείνοντας την κρίση χρέους.

Διάγραμμα 6: Η αξία ομολόγων των κρατών μελών που βρίσκονται σε δημοσιονομική κρίση που διατηρούν άλλες χώρες

Πηγή: ΒΙS Quarterly Review, September 2010, p. 16

Η αποτυχία των μηχανισμών «διάσωσης» Ελλάδας και Ιρλανδίας ανιχνεύεται σε τρία επίπεδα.

Α) Σε επίπεδο όρων δανειοδότησης. Τόσο τα επιτόκια (5% για την Ελλάδα και 5,7% για την Ιρλανδία) όσο και η διάρκεια αποπληρωμής (5 έτη για την Ελλάδα και 7 για την Ιρλανδία) κρίθηκαν ιδιαίτερα επιβαρυντικά και για τις δύο χώρες με αποτέλεσμα την αναθεώρηση τους και συζητήσεις για περαιτέρω βελτίωση τους ακόμα και στο τελευταίο Eurogroup (11/7/2011).

Β) Σε επίπεδο περιεχομένου και στις δύο περιπτώσεις διακρίνουμε δύο πυλώνες, αυτόν της δημοσιονομικής προσαρμογής και εκείνον των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις όμως αποδίδουν μακροπρόθεσμα και η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, σε περίοδο ύφεσης δε δρα αντικυκλικά, αντίθετα εντείνει ένα φαύλο, αυτοτροφοδοτούμενο, υφεσιακό κύκλο. Πρόκειται για μια σπειροειδή αρνητική πορεία, όπου οριζόντιες περικοπές και αύξηση φόρων πλήττουν ζήτηση και κατανάλωση οδηγώντας σε ύφεση, κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου η μείωση της κατανάλωσης επηρεάζει ιδιαιτέρως το σχηματισμό του  ΑΕΠ και η απουσία εύρωστου εξαγωγικού προσανατολισμού δε δρα αντισταθμιστικά όπως στην Ιρλανδική οικονομία.

Γ) Σε επίπεδο φιλοσοφίας. Εξ ορισμού η παροχή δανειακών κεφαλαίων αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ρευστότητας όχι της φερεγγυότητας, την οποία φαίνεται να επιδεινώνει, αφού το τελικό χρέος αυξάνεται. Πρόκειται για ένα οξύμωρο σχήμα: Η ίδια η προσπάθεια εφαρμογής του μνημονίου μας απομακρύνει από το στόχο για τον οποίο σχεδιάστηκε.

Ενδεικτική είναι η μελέτη των Darvas et al (2011) οι οποίοι καταλήγουν ότι  απαιτούνται τρομακτικές προσαρμογές (πρωτογενή πλεονάσματα 8,4% για να υποχωρήσει το χρέος στο 60% ως το 2034) όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ιρλανδία. Τα τελευταία 50 έτη καμία χώρα του ΟΟΣΑ (με την εξαίρεση της Νορβηγίας λόγω πετρελαίου) δεν έχει διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο του 6% του ΑΕΠ.

Διάγραμμα 7: Ανάγκη προσαρμογής πρωτογενούς ισοζυγίου (2010-2015, % ΑΕΠ) υπό διαφορετικά μακροοικονομικά σενάρια και διαφορετικούς στόχους σταθεροποίησης του χρέους

Σημείωση: Opt: αισιόδοξο, Caut: με επιφυλάξεις. Τα πρωτογενή ισοζύγια το 2010 ήταν -3,7 για την Ελλάδα, -9,6% για την Ιρλανδία (εξαιρουμένης της τραπεζικής στήριξης), -4,4% για την Πορτογαλία και -7,3% για την Ισπανία. Τα επίπεδα σταθεροποίησης του χρέους στην περίπτωση προσαρμογής με το μπλε χρώμα στις στήλες είναι 160% για την Ελλάδα, 123% για την Ιρλανδία, 98% για την Πορτογαλία και 84% για την Ισπανία.

Πηγή: Davras et al (2011) σελ. 2

Τελικά ποιος διασώζεται;

Η πολιτική που επιλέχθηκε και εκφράστηκε μέσω των μνημονίων ήταν: αποφυγή με κάθε τρόπο της χρεοκοπίας, παροχή ρευστότητας για την εξυπηρέτηση του ώριμου χρέους, δημοσιονομική προσαρμογή και μεταρρυθμίσεις για να αντιδράσουν θετικά οι αγορές και να μειώσουν τα επιτόκια ώστε να επιστρέψουν σε αυτές η Ελλάδα και η Ιρλανδία. Πρόκειται όμως για στόχο ανεδαφικό. Από ότι τη στιγμή που μια οικονομία δε μπορεί η ίδια να εξυπηρετήσει το χρέος της, η παροχή ρευστότητας (δάνεια)  δεν αποτελεί λύση. Αντιθέτως επιτείνει το φαύλο κύκλο Ύφεση – Χρέος – Ύφεση, ενώ δε μπορούμε να αναμένουμε ότι η αγορά θα εξυπηρετήσει το συσσωρευμένο χρέος, καθώς δεν είναι ο ρόλος της αυτός. Σύμφωνα με το παραπάνω σκεπτικό απορρίπτουμε τον όρο «διάσωση» για τα υπερχρεωμένα κράτη. Άλλωστε ο όρος δεν είναι κατάλληλος όταν οι οίκοι αξιολόγησης υποβαθμίζουν διαρκώς την πιστοληπτική ικανότητα Ιρλανδίας και Ελλάδας και οι αγορές εκτινάσσουν τα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων (βλέπε αντιδράσεις στις 12/7/2011, μετά τη σύνοδο του Eurogroup).

Αυτές οι παρατηρήσεις, ύστερα από αρκετούς μήνες εφαρμογής των μνημονίων, μας οδηγούν στη σκέψη ότι η παροχή ρευστότητας δεν έχει πρωταρχικό στόχο τη δημοσιονομική προσαρμογή ή την προώθηση μεταρρυθμίσεων. Όπως δήλωσε η Καγκελάριος Μέρκελ,  μετά την απόφαση της Συνόδου Κορυφής (23-24 Ιουνίου 2011) για το δεύτερο πακέτο δανεισμού προς την Ελλάδα «αγοράζουμε πράγματι χρόνο». Αναρωτιέται κανείς ποιος είναι ο λόγος της εξαγοράς χρόνου, ιδιαίτερα όταν αυτός ενέχει οικονομικό και  πολιτικό κόστος εφόσον δε διευκολύνει την επιστροφή στις αγορές.

Η εύλογη ερώτηση είναι γιατί η ευρωπαϊκή αντίδραση στην κρίση δεν έθεσε στο επίκεντρο εξαρχής α) την προστασία του τραπεζικού συστήματος με κεφαλαιακές ενισχύσεις, ώστε να αντέξει στη χρεοκοπία Ελλάδας ή/και Ιρλανδίας και β) την ανάπτυξη ενός μηχανισμού που θα λειτουργούσε ανασταλτικά σε επιδράσεις τύπου ντόμινο σε άλλες αδύναμες οικονομίες του ευρώ.

Η ερμηνεία που προτείνουμε έχει δύο παραμέτρους. Η πρώτη έχει να κάνει με την έννοια της αλληλεξάρτησης, και η δεύτερη με την έντονη προβληματική των μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ΟΝΕ.

Από την Ευρωζώνη απουσιάζουν μηχανισμοί ανακύκλωσης πλεονασμάτων, που δρουν αποτρεπτικά στην εκδήλωση των εγγενών κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Όμως προτάσεις για τη θεσμοθέτηση ενός ευρωπαϊκού αναδιανεμητικού μηχανισμού θεωρούνται ουτοπικές, και πολιτικά μη επιθυμητές, διότι βραχυπρόθεσμα θα συνδεόταν με απώλεια εξουσίας των πλεονασματικών χωρών προς ένα αυτόνομο θεσμό και μακροπρόθεσμα θα έφερνε την Ευρωζώνη θεωρητικά πιο κοντά σε μια ομοσπονδία κρατών. Εξάλλου, μέχρι και το 2008 η ανάγκη ικανοποιείτο αποτελεσματικά από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ωθώντας στην ολοκλήρωση και τη διόγκωση του, ενώ παράλληλα αύξησε την αλληλεξάρτησή του με τις πλεονασματικές χώρες. Η κρίση του 2008 διατάραξε αυτή τη σχέση και απέδειξε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας λειτουργεί πολύπλοκα, έχοντας υψηλή ροπή ανάληψης υπερβολικού κινδύνου που οδηγεί αναγκαστικά σε διάσωση του με δημόσιους πόρους. Η κρίση χρέους ως απότοκος κρίση του 2008, βρίσκει τις πλεονασματικές χώρες ανέτοιμες να διαχειριστούν αυτή την πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια αυτό που επιχειρείται να διασωθεί από την κατάρρευση είναι ένα σύστημα αλληλεξάρτησης μεταξύ πλεονασματικών χωρών, τραπεζικού τομέα και αγορών. Ενδεχομένως αυτή η σκέψη να φαίνεται υπερβολική αλλά ας τη δούμε ως μια πιθανή ερμηνεία της ιδιαίτερης προσπάθειας που γίνεται για την εξαγορά χρόνου, καθώς η ιστορία δείχνει ότι η στάση αναμονής σε θέματα χρέους είναι μια στάση αμφίβολων αποτελεσμάτων και αυτό οι δανειοδότες το γνωρίζουν.

Για τους παραπάνω λόγους ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε με την Καγκελάριο Μέρκελ ότι είναι «…κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον να δοθεί στην Ελλάδα χρόνος, αλλά βεβαίως με αυστηρούς όρους για να επιστρέψει η Ελλάδα σε ένα συνετό δρόμο» καθώς είναι μάλλον προς το συμφέρον της διαφύλαξης των στόχων των πλεονασματικών χωρών, που επιφορτίζει με όλο το βάρος της προσαρμογής τις ελλειμματικές. Αυτό το σχήμα δε μοιάζει βιώσιμο.

Υποσημειώσεις

 1. Όπου Υ= ΑΕΠ = Συνολική ζήτηση για εγχώριο προϊόν, C = Κατανάλωση, I=Επένδυση, G = Δημόσιες δαπάνες και ΝΧ = Καθαρές εξαγωγές. Άρα το ΑΕΠ ισούται με τη συνολική ζήτηση για εγχώρια αγαθά και τις καθαρές εξαγωγές.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Βαγιανός, Δ., Βέττας, Ν. και Μεγήρ, Κ. (2010) Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα: Μεταρρυθμίσεις και ευκαιρίες σε μία κρίσιμη συγκυρία, 5 Αυγούστου http://greekeconomistsforreform.com/wpcontent/uploads/Reform_GR.pdf

Brissimis, N. et al. (2010) Current Account Determinants and External Sustainability in Periods of Structural Change, ECB Working Paper Series, No 1243, September http://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/scpwps/ecbwp1243.pdf

Darvas, Zsolt, Jean Pisani-Ferry and André Sapir (2011) A comprehensive approach to the euro-area debt crisis‘, Bruegel Policy Brief No 2011/02, February http://www.bruegel.org/publications/show/publication/a-comprehensive-approach-to-theeuro-area-debt-crisis.html

Darvas, Z., Christophe G., Pisani-Ferry J, and André Sapir (2011) A comprehensive approach to the euro-area debt crisis: background estimates‘, Bruegel Working Paper 2010/05, February http://www.bruegel.org/publications/show/publication/acomprehensive-approach-to-euro-area-crisis-background-calculations.html

Η Λίνα Σπηλιοπούλου είναι τελειόφοιτος του μεταπτυχιακού προγράμματος «Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Σπουδές» του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το παρόν κείμενο βασίζεται στη διπλωματική εργασία της με τίτλο «Η συγκριτική πολιτική οικονομία των “Σχεδίων Διάσωσης” Ελλάδας και Ιρλανδίας» που εκπονήθηκε εις (μερική) εκπλήρωση των ακαδημαϊκών απαιτήσεων του μεταπτυχιακού προγράμματος.

Share:

σχετικά άρθρα