Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Αμερικάνου υπουργού οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, δηλαδή, η στήριξη του ασθενούς ιαπωνικού γεν και, κυρίως, η επαναγορά μακράς διαρκείας ομολόγων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, αποβλέπουν στην αναχαίτιση των ισχυρών τάσεων αύξησης των αποδόσεων των ομολόγων τούτων, ομοίως και του κινδύνου υποχώρησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου. Για την ώρα, η εξαγγελία των παρεμβάσεων αυτών έχει ισχνή επίδραση: η απόδοση των ομολόγων δεν κάμπτεται και, συνεπώς, το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό. Τούτο οφείλεται, πιθανώς, στην ποσοτική υστέρηση του προγράμματος επαναγοράς: η αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων στην αγορά ομολόγων (για παράδειγμα, η διόγκωση της συμμετοχής επενδυτικών ταμείων, βλ. εδώ), καθώς και η ταχέως αυξανόμενη ζήτηση για επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων της τεχνητής νοημοσύνης, θερμαίνουν τον (δανειστικό) ανταγωνισμό μεταξύ κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και ιδιωτικών πιστωτικών οργανισμών και προκαλούν αύξηση των αποδόσεων (εν γένει, των επιτοκίων δανεισμού), η αποκλιμάκωση των οποίων θα προϋπέθετε, εκ πρώτης όψεως, ταχύτερη απόσυρση των κυβερνητικών ομολόγων. – Ας θυμηθούμε την φράση whatever it takes, τουτέστιν, την δέσμευση που ανέλαβε το 2012 ο (τότε κεντρικός τραπεζίτης της ευρωζώνης, ας υπογραμμιστεί) Μάριο Ντράγκι.
Μια τέτοια, γενναία δημοσιονομική παρέμβαση, όμως, θα έθετε υπό σοβαρή και εύλογη αμφισβήτηση τον ρόλο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων (Fed) ως προς την διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης και της ρευστότητας, μεταξύ άλλων, μέσω προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης ή συστολής. Με άλλα λόγια, η εξαγγελθείσα μετριοπαθής δημοσιονομική παρέμβαση του Μπέσεντ αντανακλά μια πρόθεση απόσεισης αιτιάσεων δημοσιονομικής κατίσχυσης, για την ακρίβεια, δημοσιονομικού ακτιβισμού που, εκτός άλλων, (αποσκοπεί να) φέρει την Fed προ τετελεσμένου. Παρόμοιες, ως προς το περιεχόμενο, αλλά όχι και ως προς την αιτιότητα, ενστάσεις διατυπώνονταν για την ποσοτική χαλάρωση εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και κατά την διάρκεια της πανδημίας Covid-19 – το επιχείρημα ήταν πως η ποσοτική χαλάρωση θολώνει την οριοθέτηση νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Ή, εάν προτιμάτε, η πρόθεση του Μπέσεντ αφορά στην απόκρουση αιτιάσεων χρηματοπιστωτικής καταστολής.
Σε αυτό το σημείο εισάγεται ουσιωδώς η Fed, μαζί και οι εύλογες εικασίες περί τις προτιμήσεις νομισματικής πολιτικής του νέου προέδρου της Κέβιν Γουόρς – ο ίδιος δεν έχει ακόμη ανοίξει όλα τα χαρτιά του. Γνωρίζουμε ότι ο Γουόρς αντιτίθεται στην χρήση μη συμβατικών νομισματικών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων της ποσοτικής χαλάρωσης και της καθοδήγησης των προσδοκιών, τον συνοδεύει δε η φήμη (και το έμπρακτο παρελθόν) ‘ιέρακος’. Το ερώτημα είναι εάν ο Γουόρς και η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) θα αποκριθούν εγκαίρως στην εκδήλωση των (πολλαπλής προέλευσης, κυρίως από την πλευρά της προσφοράς) πληθωριστικών πιέσεων αυξάνοντας το επιτόκιο πολιτικής. Μια τέτοια απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την αύξηση του κόστους (ιδιωτικού και δημοσίου) δανεισμού, ομοίως και του κόστους εξυπηρέτησης του (ιδιωτικού και) δημοσίου χρέους· μια τέτοια απόφαση θα προκαλούσε την οργή του αχρείου Τραμπ και την δυσθυμία του Μπέσεντ. Από την άλλη πλευρά, η διευκόλυνση των προγραμματισμένων (ή μεγαλύτερων;) δημοσιονομικών παρεμβάσεων Μπέσεντ, με άλλα λόγια, η αναβολή αύξησης του επιτοκίου πολιτικής, θα αναθέρμαινε τις αιτιάσεις δημοσιονομικής κατίσχυσης και, πιθανότατα, θα ενδυνάμωνε τις επιφυλάξεις περί την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της Fed.
Έναντι αυτών των διλημμάτων και δεδομένων των εκατέρωθεν δισταγμών, η κατάσταση στην αγορά των ομολόγων θα τείνει να διαμορφώνεται από τους επενδυτές-εισοδηματίες, σχεδόν εξ ολοκλήρου. Εν προκειμένω, πάντως, το (πράγματι δυσθεώρητο) χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ουδόλως προοιωνίζεται κάποια επανάληψη του ελληνικού δράματος, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται, αφελώς. Οι ανησυχίες (και η συμπεριφορά των εισοδηματιών) ανάγονται πρωτίστως, εάν όχι και αποκλειστικώς, στην αύξηση της ζήτησης για δανεισμό, στους ισολογισμούς των ιδιωτικών πιστωτικών οργανισμών, καθώς και στον κίνδυνο χρηματιστηριακής φούσκας, κίνδυνος ο οποίος εντοπίζεται στις μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Σας φαίνεται πως το επιχείρημα έχει ένα ελαφρύ άγγιγμα Μοντέρνας Νομισματικής Θεωρίας; Ορθώς σας φαίνεται.
νκ
https://adamtooze.substack.com/p/chartbook-469-the-risk-of-unwind?utm_source=publication-search
Ποιος κυβερνά (εάν κυβερνά) την αγορά ομολόγων;
poleconomix.gr
Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Αμερικάνου υπουργού οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, δηλαδή, η στήριξη του ασθενούς ιαπωνικού γεν και, κυρίως, η επαναγορά μακράς διαρκείας ομολόγων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, αποβλέπουν στην αναχαίτιση των ισχυρών τάσεων αύξησης των αποδόσεων των ομολόγων τούτων, ομοίως και του κινδύνου υποχώρησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου. Για την ώρα, η εξαγγελία των παρεμβάσεων αυτών έχει ισχνή επίδραση: η απόδοση των ομολόγων δεν κάμπτεται και, συνεπώς, το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό. Τούτο οφείλεται, πιθανώς, στην ποσοτική υστέρηση του προγράμματος επαναγοράς: η αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων στην αγορά ομολόγων (για παράδειγμα, η διόγκωση της συμμετοχής επενδυτικών ταμείων, βλ. εδώ), καθώς και η ταχέως αυξανόμενη ζήτηση για επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων της τεχνητής νοημοσύνης, θερμαίνουν τον (δανειστικό) ανταγωνισμό μεταξύ κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και ιδιωτικών πιστωτικών οργανισμών και προκαλούν αύξηση των αποδόσεων (εν γένει, των επιτοκίων δανεισμού), η αποκλιμάκωση των οποίων θα προϋπέθετε, εκ πρώτης όψεως, ταχύτερη απόσυρση των κυβερνητικών ομολόγων. – Ας θυμηθούμε την φράση whatever it takes, τουτέστιν, την δέσμευση που ανέλαβε το 2012 ο (τότε κεντρικός τραπεζίτης της ευρωζώνης, ας υπογραμμιστεί) Μάριο Ντράγκι.
Μια τέτοια, γενναία δημοσιονομική παρέμβαση, όμως, θα έθετε υπό σοβαρή και εύλογη αμφισβήτηση τον ρόλο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων (Fed) ως προς την διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης και της ρευστότητας, μεταξύ άλλων, μέσω προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης ή συστολής. Με άλλα λόγια, η εξαγγελθείσα μετριοπαθής δημοσιονομική παρέμβαση του Μπέσεντ αντανακλά μια πρόθεση απόσεισης αιτιάσεων δημοσιονομικής κατίσχυσης, για την ακρίβεια, δημοσιονομικού ακτιβισμού που, εκτός άλλων, (αποσκοπεί να) φέρει την Fed προ τετελεσμένου. Παρόμοιες, ως προς το περιεχόμενο, αλλά όχι και ως προς την αιτιότητα, ενστάσεις διατυπώνονταν για την ποσοτική χαλάρωση εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και κατά την διάρκεια της πανδημίας Covid-19 – το επιχείρημα ήταν πως η ποσοτική χαλάρωση θολώνει την οριοθέτηση νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Ή, εάν προτιμάτε, η πρόθεση του Μπέσεντ αφορά στην απόκρουση αιτιάσεων χρηματοπιστωτικής καταστολής.
Σε αυτό το σημείο εισάγεται ουσιωδώς η Fed, μαζί και οι εύλογες εικασίες περί τις προτιμήσεις νομισματικής πολιτικής του νέου προέδρου της Κέβιν Γουόρς – ο ίδιος δεν έχει ακόμη ανοίξει όλα τα χαρτιά του. Γνωρίζουμε ότι ο Γουόρς αντιτίθεται στην χρήση μη συμβατικών νομισματικών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων της ποσοτικής χαλάρωσης και της καθοδήγησης των προσδοκιών, τον συνοδεύει δε η φήμη (και το έμπρακτο παρελθόν) ‘ιέρακος’. Το ερώτημα είναι εάν ο Γουόρς και η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) θα αποκριθούν εγκαίρως στην εκδήλωση των (πολλαπλής προέλευσης, κυρίως από την πλευρά της προσφοράς) πληθωριστικών πιέσεων αυξάνοντας το επιτόκιο πολιτικής. Μια τέτοια απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την αύξηση του κόστους (ιδιωτικού και δημοσίου) δανεισμού, ομοίως και του κόστους εξυπηρέτησης του (ιδιωτικού και) δημοσίου χρέους· μια τέτοια απόφαση θα προκαλούσε την οργή του αχρείου Τραμπ και την δυσθυμία του Μπέσεντ. Από την άλλη πλευρά, η διευκόλυνση των προγραμματισμένων (ή μεγαλύτερων;) δημοσιονομικών παρεμβάσεων Μπέσεντ, με άλλα λόγια, η αναβολή αύξησης του επιτοκίου πολιτικής, θα αναθέρμαινε τις αιτιάσεις δημοσιονομικής κατίσχυσης και, πιθανότατα, θα ενδυνάμωνε τις επιφυλάξεις περί την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της Fed.
Έναντι αυτών των διλημμάτων και δεδομένων των εκατέρωθεν δισταγμών, η κατάσταση στην αγορά των ομολόγων θα τείνει να διαμορφώνεται από τους επενδυτές-εισοδηματίες, σχεδόν εξ ολοκλήρου. Εν προκειμένω, πάντως, το (πράγματι δυσθεώρητο) χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ουδόλως προοιωνίζεται κάποια επανάληψη του ελληνικού δράματος, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται, αφελώς. Οι ανησυχίες (και η συμπεριφορά των εισοδηματιών) ανάγονται πρωτίστως, εάν όχι και αποκλειστικώς, στην αύξηση της ζήτησης για δανεισμό, στους ισολογισμούς των ιδιωτικών πιστωτικών οργανισμών, καθώς και στον κίνδυνο χρηματιστηριακής φούσκας, κίνδυνος ο οποίος εντοπίζεται στις μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Σας φαίνεται πως το επιχείρημα έχει ένα ελαφρύ άγγιγμα Μοντέρνας Νομισματικής Θεωρίας; Ορθώς σας φαίνεται.
νκ
https://adamtooze.substack.com/p/chartbook-469-the-risk-of-unwind?utm_source=publication-search
Share:
σχετικά άρθρα
Timothy Taylor: Secular Stagnation and Wealth Inequality: Antecedents and Lessons
About 10 years ago, the big topics that had economists all atwitter included the “secular stagnation” hypothesis put forward by Lawrence Summers and the rising-inequality hypothesis put forward by
Ποιος κυβερνά (εάν κυβερνά) την αγορά ομολόγων;
Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Αμερικάνου υπουργού οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, δηλαδή, η στήριξη του ασθενούς ιαπωνικού γεν και, κυρίως, η επαναγορά μακράς διαρκείας ομολόγων της ομοσπονδιακής
What Have We Learned from Summers and Piketty Ten Years On?
Stefano Di Bucchianico, Nadia Garbellini, and Gabriel Brondino This article introduces a special issue of the Review of Political Economy that revisits, ten years on,