Ο τίτλος στο εξώφυλλο της Economist της 19ης Ιουλίου 2025 είναι Winning the war on cancer και στις σελίδες 7 και 13-15 του τεύχους τεκμηριώνεται αυτή η τόσο αισιόδοξη διαπίστωση (και πρόβλεψη). Πενήντα και πάνω χρόνια μετά την κήρυξη του πολέμου αυτού, το 1971, από τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, ο καρκίνος έχει πλέον πάψει να θεωρείται μοιραίως θανατηφόρα νόσος. Μεσολάβησε μια εικοσαετία έντονης απαισιοδοξίας αφού, παρά τον πενταπλασιασμό των πραγματικών δαπανών για την έρευνα και την εξίσου ταχύρρυθμη αύξηση των πραγματικών δαπανών για την θεραπεία της νόσου (από 15 δισεκατομμύρια δολάρια το 1972 σε 74 δισεκατομμύρια δολάρια το 2005), το αποτέλεσμα ήταν δυσοίωνο. Μεταξύ 1970 και 1991, η ηλικιακώς προσαρμοσμένη θνησιμότητα του καρκίνου (αριθμός θανάτων από καρκίνο ανά 100.000 ανθρώπους) αυξήθηκε με διπλάσιο ρυθμό (8%) σε σύγκριση με την εικοσαετία 1950-1970 (Cutler, 2008).
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όμως, η θνησιμότητα του καρκίνου μειώνεται, αργά αλλά σταθερά, το δε σωρευτικό αποτέλεσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Στις ΗΠΑ, ειδικότερα, το ποσοστό θνησιμότητας σήμερα είναι κατά ένα τρίτο μικρότερο εκείνου της δεκαετίας του 1990. Η μείωση των θανάτων είναι πολύ ταχύτερη για ορισμένες μορφές καρκίνου, κυρίως για την παιδική λευχαιμία, τον καρκίνο του πνεύμονα,(1) τον καρκίνο του στομάχου και τον καρκίνο του τραχήλου – ο τελευταίος τείνει σχεδόν να εξαλειφθεί. Η πρόληψη είναι η πρώτη πηγή προόδου: για παράδειγμα, 3 εκατομμύρια θάνατοι έχουν πιθανώς αποτραπεί από το 1975 μέχρι σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες ένεκα της συρρίκνωσης του αριθμού των καπνιστών. Η δεύτερη πηγή προόδου είναι η έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση. Πολύ περισσότερο, η (εξατομικευμένη) ανίχνευση κινδύνων προσβολής αποτελεί προτεραιότητα των ερευνητών. Η νόσος άλλωστε καταστέλλεται (ή επιβραδύνεται) στην αρχή της, ενώ αποτρέπεται η ανώφελη και πιθανώς επώδυνη (μα και δαπανηρή) χειρουργική ή/και φαρμακευτική θεραπεία ασθενών. Η τρίτη πηγή προόδου είναι η βελτίωση της θεραπείας – χειρουργικής, χημειοθεραπείας και ακτινοβολίας. Οι αισιόδοξες προσδοκίες συνδέονται, πολύ περισσότερο, με την (εξατομικευμένη) ανοσοθεραπεία, τουτέστιν, την ενίσχυση και τροποποίηση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος και, συνεπώς, της ικανότητας του οργανισμού να εντοπίζει και να εξουδετερώνει εγκατεστημένα καρκινικά κύτταρα ή, ακόμη περισσότερο, της ικανότητας εντοπισμού και καταπολέμησης προκαρκινικών κυττάρων.
Ο πόλεμος στον καρκίνο μπορεί να κερδηθεί οριστικώς, κατά μείζονα λόγο ένεκα της επιστημονικής προόδου – μοριακή βιολογία, γενετική και γονιδιακή έρευνα, ιατρική τεχνολογία και φαρμακευτική έρευνα. Μοναδική και επαίσχυντη παραφωνία είναι –ποιος άλλος;– ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος σχεδιάζει μεγάλες περικοπές στην χρηματοδότηση του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο. Όπως επισημαίνεται στην Economist όμως (σελ. 7), η επιστημονική έρευνα συνεχίζεται στην Ευρώπη και την Κίνα – η τελευταία μάλιστα ξεπέρασε, το τρέχον έτος, τις Ηνωμένες Πολιτείες ως κύριος πόλος στην έρευνα για τον καρκίνο.
Ίσως, κάποια στιγμή η καλούμενη σταδιοποίηση της νόσου –και των ασθενών– θα έχει στατιστική κυρίως χρησιμότητα. Ίσως, κάποια στιγμή η ίαση των ασθενών θα είναι καθολική. Ίσως, κάποια στιγμή ο κίνδυνος του καρκίνου εξαλειφθεί. Είθε μια τέτοια στιγμή να πλησιάζει.
Με ανεξάντλητη συμπάθεια για τους ασθενείς του καρκίνου.
νκ
(1) Θυμάμαι, ήταν Σεπτέμβριος του 2005, που διάβασα μια στατιστική για την επιβίωση των ασθενών από καρκίνο του πνεύμονα – δυστυχώς δεν έχω συγκρατήσει την πηγή, ήταν έγκυρη και αξιόπιστη πάντως.
Η στατιστική αυτή αναφερόταν στην επιβίωση των ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα σε στάδιο 3 (3 Α ή 3 Β). Για κάθε 100 ασθενείς ο αριθμός εκείνων που επιβίωναν για ένα, δύο, τρία, τέσσερα και πέντε χρόνια μετά την διάγνωση ήταν 36, 12, 9, 7 και 6 αντιστοίχως. Υπογραμμίζεται πως τότε η διάγνωση ήταν συνήθως καθυστερημένη, καθώς τα συμπτώματα της νόσου εκδηλώνονται όταν τα καρκινικά κύτταρα έχουν για τα καλά εγκατασταθεί, συχνά και μετασταθεί σε άλλα όργανα – όταν η επίδραση της θεραπείας είναι πιθανότατα ισχνή.
Οι αριθμοί αυτοί ήταν όμως μεικτοί. Δηλαδή, για παράδειγμα, μεταξύ των 36 ασθενών που επιβίωναν στον πρώτο χρόνο περιλαμβάνονταν ασθενείς που, εκείνη την ώρα τουλάχιστον, ήταν ελεύθεροι νόσου (λόγω της θεραπείας τους), αλλά και ασθενείς για τους οποίους η νόσος παρέμενε ενεργή (παρά την θεραπεία). Μοιραίως λοιπόν, καθώς τα χρόνια πέρναγαν ολοένα και λιγότεροι επιβίωναν. Ακόμη και μεταξύ των 6 ασθενών που επιβίωναν επί πενταετία, το ενδεχόμενο μακροχρόνιας επιβίωσης (συμβατικώς δεκαετούς) ήταν μάλλον αμφίβολο – τότε οι στατιστικές δεν υπερέβαιναν την πενταετή περίοδο παρακολούθησης και καταγραφής των ασθενών.
Σήμερα το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα σε στάδιο 3 κυμαίνεται μεταξύ 15% και 25% –η διακύμανση οφείλεται στην ογκολογική διαφορά των σταδίων 3 Α και 3 Β–, η δε πιθανότητα μακροχρόνιας επιβίωσης έχει κι αυτή αυξηθεί.
Ένας ωραίος πόλεμος
poleconomix.gr
Ο τίτλος στο εξώφυλλο της Economist της 19ης Ιουλίου 2025 είναι Winning the war on cancer και στις σελίδες 7 και 13-15 του τεύχους τεκμηριώνεται αυτή η τόσο αισιόδοξη διαπίστωση (και πρόβλεψη). Πενήντα και πάνω χρόνια μετά την κήρυξη του πολέμου αυτού, το 1971, από τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, ο καρκίνος έχει πλέον πάψει να θεωρείται μοιραίως θανατηφόρα νόσος. Μεσολάβησε μια εικοσαετία έντονης απαισιοδοξίας αφού, παρά τον πενταπλασιασμό των πραγματικών δαπανών για την έρευνα και την εξίσου ταχύρρυθμη αύξηση των πραγματικών δαπανών για την θεραπεία της νόσου (από 15 δισεκατομμύρια δολάρια το 1972 σε 74 δισεκατομμύρια δολάρια το 2005), το αποτέλεσμα ήταν δυσοίωνο. Μεταξύ 1970 και 1991, η ηλικιακώς προσαρμοσμένη θνησιμότητα του καρκίνου (αριθμός θανάτων από καρκίνο ανά 100.000 ανθρώπους) αυξήθηκε με διπλάσιο ρυθμό (8%) σε σύγκριση με την εικοσαετία 1950-1970 (Cutler, 2008).
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όμως, η θνησιμότητα του καρκίνου μειώνεται, αργά αλλά σταθερά, το δε σωρευτικό αποτέλεσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Στις ΗΠΑ, ειδικότερα, το ποσοστό θνησιμότητας σήμερα είναι κατά ένα τρίτο μικρότερο εκείνου της δεκαετίας του 1990. Η μείωση των θανάτων είναι πολύ ταχύτερη για ορισμένες μορφές καρκίνου, κυρίως για την παιδική λευχαιμία, τον καρκίνο του πνεύμονα,(1) τον καρκίνο του στομάχου και τον καρκίνο του τραχήλου – ο τελευταίος τείνει σχεδόν να εξαλειφθεί. Η πρόληψη είναι η πρώτη πηγή προόδου: για παράδειγμα, 3 εκατομμύρια θάνατοι έχουν πιθανώς αποτραπεί από το 1975 μέχρι σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες ένεκα της συρρίκνωσης του αριθμού των καπνιστών. Η δεύτερη πηγή προόδου είναι η έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση. Πολύ περισσότερο, η (εξατομικευμένη) ανίχνευση κινδύνων προσβολής αποτελεί προτεραιότητα των ερευνητών. Η νόσος άλλωστε καταστέλλεται (ή επιβραδύνεται) στην αρχή της, ενώ αποτρέπεται η ανώφελη και πιθανώς επώδυνη (μα και δαπανηρή) χειρουργική ή/και φαρμακευτική θεραπεία ασθενών. Η τρίτη πηγή προόδου είναι η βελτίωση της θεραπείας – χειρουργικής, χημειοθεραπείας και ακτινοβολίας. Οι αισιόδοξες προσδοκίες συνδέονται, πολύ περισσότερο, με την (εξατομικευμένη) ανοσοθεραπεία, τουτέστιν, την ενίσχυση και τροποποίηση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος και, συνεπώς, της ικανότητας του οργανισμού να εντοπίζει και να εξουδετερώνει εγκατεστημένα καρκινικά κύτταρα ή, ακόμη περισσότερο, της ικανότητας εντοπισμού και καταπολέμησης προκαρκινικών κυττάρων.
Ο πόλεμος στον καρκίνο μπορεί να κερδηθεί οριστικώς, κατά μείζονα λόγο ένεκα της επιστημονικής προόδου – μοριακή βιολογία, γενετική και γονιδιακή έρευνα, ιατρική τεχνολογία και φαρμακευτική έρευνα. Μοναδική και επαίσχυντη παραφωνία είναι –ποιος άλλος;– ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος σχεδιάζει μεγάλες περικοπές στην χρηματοδότηση του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο. Όπως επισημαίνεται στην Economist όμως (σελ. 7), η επιστημονική έρευνα συνεχίζεται στην Ευρώπη και την Κίνα – η τελευταία μάλιστα ξεπέρασε, το τρέχον έτος, τις Ηνωμένες Πολιτείες ως κύριος πόλος στην έρευνα για τον καρκίνο.
Ίσως, κάποια στιγμή η καλούμενη σταδιοποίηση της νόσου –και των ασθενών– θα έχει στατιστική κυρίως χρησιμότητα. Ίσως, κάποια στιγμή η ίαση των ασθενών θα είναι καθολική. Ίσως, κάποια στιγμή ο κίνδυνος του καρκίνου εξαλειφθεί. Είθε μια τέτοια στιγμή να πλησιάζει.
Με ανεξάντλητη συμπάθεια για τους ασθενείς του καρκίνου.
νκ
(1) Θυμάμαι, ήταν Σεπτέμβριος του 2005, που διάβασα μια στατιστική για την επιβίωση των ασθενών από καρκίνο του πνεύμονα – δυστυχώς δεν έχω συγκρατήσει την πηγή, ήταν έγκυρη και αξιόπιστη πάντως.
Η στατιστική αυτή αναφερόταν στην επιβίωση των ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα σε στάδιο 3 (3 Α ή 3 Β). Για κάθε 100 ασθενείς ο αριθμός εκείνων που επιβίωναν για ένα, δύο, τρία, τέσσερα και πέντε χρόνια μετά την διάγνωση ήταν 36, 12, 9, 7 και 6 αντιστοίχως. Υπογραμμίζεται πως τότε η διάγνωση ήταν συνήθως καθυστερημένη, καθώς τα συμπτώματα της νόσου εκδηλώνονται όταν τα καρκινικά κύτταρα έχουν για τα καλά εγκατασταθεί, συχνά και μετασταθεί σε άλλα όργανα – όταν η επίδραση της θεραπείας είναι πιθανότατα ισχνή.
Οι αριθμοί αυτοί ήταν όμως μεικτοί. Δηλαδή, για παράδειγμα, μεταξύ των 36 ασθενών που επιβίωναν στον πρώτο χρόνο περιλαμβάνονταν ασθενείς που, εκείνη την ώρα τουλάχιστον, ήταν ελεύθεροι νόσου (λόγω της θεραπείας τους), αλλά και ασθενείς για τους οποίους η νόσος παρέμενε ενεργή (παρά την θεραπεία). Μοιραίως λοιπόν, καθώς τα χρόνια πέρναγαν ολοένα και λιγότεροι επιβίωναν. Ακόμη και μεταξύ των 6 ασθενών που επιβίωναν επί πενταετία, το ενδεχόμενο μακροχρόνιας επιβίωσης (συμβατικώς δεκαετούς) ήταν μάλλον αμφίβολο – τότε οι στατιστικές δεν υπερέβαιναν την πενταετή περίοδο παρακολούθησης και καταγραφής των ασθενών.
Σήμερα το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα σε στάδιο 3 κυμαίνεται μεταξύ 15% και 25% –η διακύμανση οφείλεται στην ογκολογική διαφορά των σταδίων 3 Α και 3 Β–, η δε πιθανότητα μακροχρόνιας επιβίωσης έχει κι αυτή αυξηθεί.
Share:
σχετικά άρθρα
Recession
Tyler Goodspeed (2026) Recession: The Real Reasons Economies Shrink and What to Do About It. London: Basic Books. pp. 310. What causes a recession? Do recessions
The new global imbalances: why care, why now and what should be done?
Beatrice Weder di Mauro, Jeromin Zettelmeyer Global imbalances are back: since 2018, the sums of current account surpluses and deficits have each increased by about 30 percent, reaching their
Αποθέματα κυκλοφορούντων διεθνών χρεωστικών τίτλων ανά νόμισμα έκδοσης, 2020-2024
(% μερίδιο στο σύνολο των νομισμάτων)