Νίκος Κουτσιαράς: Η ατολμία(;) των επιφανών

Στις 2-06-11 η εφημερίδα Καθημερινή δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα της τη δραματική, όπως την χαρακτήρισε, έκκληση 32 επιφανών προσωπικοτήτων των γραμμάτων, των τεχνών και της ακαδημαϊκής-πανεπιστημιακής κοινότητας, όπως αρθρογράφος της εφημερίδας περιέγραψε τους συντάκτες της (έκκλησης), προς όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Στο κείμενό τους, υπό τον τίτλο «Τολμήστε», οι 32 υπογραμμίζουν ότι η πρωτοβουλία τους αντιστρατεύεται τις λαϊκίστικες αντιλήψεις και εκδηλώσεις που, κατά την άποψή τους, κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο, διαδίδοντας ανεδαφικές ή/και καταστροφικές λύσεις. Ζητούν από τις πολιτικές δυνάμεις να αλλάξουν νοοτροπία, να μιλήσουν με ειλικρίνεια στους πολίτες για τους κινδύνους που μας απειλούν και τις θυσίες (σ.σ. νέες θυσίες) που απαιτούνται, να παραμερίσουν τις αγκυλωμένες στο παρελθόν, κατά πως γράφουν, ιδεολογικές περιχαρακώσεις τους, να εγκαταλείψουν τις ιδιοτελείς κομματικές επιδιώξεις τους και να συντονισθούν βασισμένες σε ένα νέο, όπως το λένε, πνεύμα ομοψυχίας, να τολμήσουν να κάνουν το καθήκον τους ώστε να μην καταστραφούν, όπως τονίζουν, οι στηριγμένες σε κόπους και θυσίες (σ.σ. παλιές θυσίες) γενεών κατακτήσεις της σημερινής Ελλάδας.        

Να τολμήσουν, λοιπόν, οι πολιτικές δυνάμεις να κάνουν το καθήκον τους. Ορθό, ορθότατο. Όμως αυτοί που το ζητούν δεν τολμούν να κάνουν το δικό τους καθήκον, δεν τολμούν, με άλλα λόγια, να πουν πώς έχει η κατάσταση και πώς διαγράφεται – ή δεν διαγράφεται – ο δρόμος προς τη σωτηρία. Γιατί αυτοί, οι διανοούμενοι, γνωρίζουν – είτε διαισθάνονται – καλύτερα και ευκολότερα, επίσης, μπορούν να προφέρουν πικρές αλήθειες, όντας ελεύθεροι από τους καταναγκασμούς της πολιτικής διαδικασίας που, σχεδόν αναπόφευκτα, εμποδίζουν τους πολιτικούς. Γιατί, ακόμη, αυτοί που επιζητούν το ρόλο του ταγού θέτουν τη γνώση και την πεπαιδευμένη κρίση τους στην υπηρεσία της κοινωνίας και της πολιτείας και, δια του παραδείγματός τους, αναδεικνύουν την ηθική συνάφεια του λόγου τους και ενισχύουν την ελκυστικότητα των εκκλήσεων και των προτάσεών τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι επιφανείς συντάκτες της προς τις πολιτικές δυνάμεις έκκλησης γνωρίζουν – ορισμένοι ως εκ της ακαδημαϊκής ενασχόλησής τους – και, δίχως άλλο, θα έπρεπε με τόλμη να μας πουν ότι η τρέχουσα πολιτική διαχείρισης της κρίσης, χρηματοδοτούμενη από τα δάνεια των εταίρων μας και ασφυκτικά επιτηρούμενη από αυτούς, δεν έχει άλλη κύρια επιδίωξη από αυτήν της  μετάθεσης της διαγραφής σοβαρού τμήματος του χρέους μας σε χρόνο οικονομικώς προτιμότερο και πολιτικώς βολικότερο για τους πιστωτές μας, ιδιώτες και κυβερνήσεις. Οι συντάκτες της έκκλησης, επομένως, θα έπρεπε με τόλμη να μας υποδείξουν τις πάσης φύσεως απώλειες και τα οφέλη από την τρέχουσα πολιτική διαχείρισης της κρίσης, τις προϋποθέσεις και συνθήκες πραγμάτωσής τους, την κατανομή τους στο χρόνο και, ιδίως, μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, τις συνέπειες για την ακεραιότητα, ποιότητα και λειτουργία των εγχώριων δημοκρατικών θεσμών. Θα έπρεπε, κατ’ επέκταση, με τόλμη και υπευθυνότητα να οριοθετήσουν τα ελάχιστα – και ενίοτε μέγιστα – πέραν των οποίων το εθνικό (πολιτικό και κοινωνικό) συμβόλαιο καταστρατηγείται και, αναλόγως, να οριοθετήσουν, επίσης,  τους τρόπους (ανα)προσαρμογής της εγχώριας πολιτικής, αλλά και της εθνικής θέσης στη διαπραγμάτευση με εταίρους και πιστωτές. Οι συντάκτες της έκκλησης, τέλος, όμως  πρωτίστως από την άποψη της κοινωνικής συνάφειας της πρωτοβουλίας τους, θα όφειλαν να αναγνωρίσουν την κραυγή απελπισίας αυτών που περισσότερο και πιο αποφασιστικά πλήττονται από την κρίση και την πολιτική διαχείρισής της και να μας δείξουν τρόπους ουσιώδους πολιτικής ενσωμάτωσής τους.

Λίγοι θα αμφισβητούσαν την ατομική επιστημονική είτε δημιουργική αξιοσύνη των 32 συντακτών της έκκλησης – πρώτοι οι ομότεχνοί τους, για αρκετούς, μάλιστα, αλλοδαποί και ημεδαποί, εκφράζονται κολακευτικά για το έργο τους. Η συλλογική τόλμη τους, όμως, είναι σοβαρά αμφισβητήσιμη. Ο αρθογράφος της Καθημερινής, πάντως, μας πληροφορεί ότι οι μεταξύ τους – και με άλλους μαζί – διεργασίες υπήρξαν πολλές, αλλά κλιμακώθηκαν δυο μέρες πριν τη δημοσίευση της έκκλησης, που αποτελεί συγκερασμό όλων των απόψεων, ενώ κάποιοι υπέγραψαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Εύλογα, όμως, διερωτάται κάποιος: γιατί, με τι σκοπό; Ποιά είναι η προστιθέμενη πολιτική σημασία του (πολύ) ελάχιστου κοινού παρονομαστή σε αυτήν την περίπτωση; Τί προκαλούν, άραγε, οι πολύ, μα πολύ αφηρημένες και ολίγον αφελείς εκκλήσεις για εθνική ομοψυχία, άλλο από υποψίες μεροληπτικής στήριξης των περί τη συναίνεση λόγων και έργων του πρωθυπουργού και της πολιτικής της κυβέρνησής του; Πόσο ουσιώδης και αποδοτική γίνεται η αποδοκιμασία της δημαγωγίας και του λαϊκισμού, όταν αγνοούνται οι αντικειμενικές περιστάσεις και τα υποκειμενικά ελλείμματα που τα ενθαρρύνουν;

Αλήθεια, μήπως, τελικώς, οι συντάκτες του δημοσιεύματος δεν κατορθώνουν παρά να ικανοποιήσουν τη, συνήθη μεταξύ των διανοουμένων, ωστόσο αφιλοσόφητη, ματαιοδοξία τους, πιθανότατα αποτυγχάνοντας, όμως, να υποκινήσουν άλλο από την (πολύ) εφήμερη προσοχή ορισμένων μέσων δημοσιότητας;

Share:

σχετικά άρθρα