(Στο παρόν σημείωμα, τα στατιστικά δεδομένα και τα αντίστοιχα γραφήματα παραλείπονται προς χάριν της ταχείας ανάγνωσης· παρέχονται όμως, αφειδώς, στις συνδεδεμένες παραπομπές. Επίσης, το σημείωμα έχει μεθοδολογικό προσανατολισμό, πρωτίστως.)
Τον Σεπτέμβριο 2024 δημοσιεύθηκε η έκθεση Ντράγκι για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Η έκθεση αυτή διαπίστωνε την υστέρηση των ευρωπαϊκών οικονομικών επιδόσεων έναντι των αμερικανικών και, ειδικότερα, επισήμαινε την αύξηση της απόκλισης του ευρωπαϊκού κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ από εκείνο των ΗΠΑ και υπογράμμιζε την αδυναμία επιτάχυνσης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στην Ευρώπη. Η έκθεση Ντράγκι προσέλαβε, ταχύτατα, τον χαρακτήρα ευαγγελίου: οι πρώτες κριτικές αναγνώσεις (για παράδειγμα, αυτή του Ολιβιέ Μπλανσάρ) είχαν μικρή απήχηση.
Πράγματι, η αντίληψη πως η Ευρώπη φθίνει οικονομικώς, σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι ευρέως διαδεδομένη, τόσο μεταξύ των κάθε λογής αναλυτών –ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων– όσο και στον πολιτικό κόσμο· δεν είναι όμως και αναμφίλεκτη. Πολύ προσφάτως –μόλις τον περασμένο μήνα– ο Πωλ Κρούγκμαν αμφισβήτησε την κρατούσα διαγνωστική προσέγγιση, υποστηρίζοντας πως η επιμονή στην παραγωγικότητα και στο κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ αποτυγχάνει ως προς την συγκριτική μέτρηση του υλικού βιοτικού επιπέδου. Άλλωστε, η αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ εντοπίζεται, κυρίως, στον κλάδο της τεχνολογίας, την ίδια στιγμή που η παραγωγικότητα στην Ευρώπη (αξία των παραγόμενων αγαθών ανά ώρα εργασίας) δεν φαίνεται να υποχωρεί. Από αυτήν την άποψη, η συγκριτική μέτρηση του υλικού βιοτικού επιπέδου σε όρους αγοραστικής δύναμης, τουτέστιν, σε τρέχουσες τιμές εκφρασμένες σε ισότιμες μονάδες αγοραστικής δύναμης έχει διττό πλεονέκτημα: αφ’ ενός, διορθώνει την ‘τεχνολογική μεροληψία’ του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές και, αφ’ ετέρου, εσωτερικεύει την τάση μείωσης της τιμής και αύξησης της ποσότητας των εμπορεύσιμων ‘τεχνολογικών αγαθών’, μέρος των οποίων, εν προκειμένω, εισάγονται στην Ευρώπη.
Επιπροσθέτως, όπως ο Κρούγκμαν διευκρινίζει, η αύξηση της παραγωγικότητας στον κλάδο της τεχνολογίας δεν συνεπάγεται συγκέντρωση των οφελών εντός τούτου του κλάδου: ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων παραγωγής τεχνολογίας έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των τιμών για τους καταναλωτές, εγχωρίως (στις ΗΠΑ), καθώς και στις χώρες εισαγωγής τεχνολογικών αγαθών (στην Ευρώπη)· και επίσης, οι μισθοί των εργαζομένων στον κλάδο της τεχνολογίας αυξάνονται με ρυθμό βραδύτερο της αύξησης της παραγωγικότητας και, εν πολλοίς, συγκρίσιμο με τον ρυθμό αύξησης των μισθών σε άλλους κλάδους παραγωγής.
Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, το ότι η συγκριτική μέτρηση του υλικού βιοτικού επιπέδου σε τρέχουσες τιμές και ισότιμες μονάδες αγοραστικής δύναμης διαψεύδει την κρατούσα αντίληψη πως η Ευρώπη φθίνει οικονομικώς σε σύγκριση με τις ΗΠΑ – μια αντίληψη που, όπως προλέγεται, ανάγεται στην μέτρηση του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ. (Το επιχείρημα του Κρούγκμαν δεν έμεινε αναπάντητο, βεβαίως. Οι Πέτερ Καριγκάνο και Λουί Καριγκάνο, καθώς και οι Φιλίπ Αγκιόν, Αντονίν Μπερζό και Λουί Καριγκάνο υπερασπίστηκαν την μέτρηση στους όρους του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ και επανέλαβαν την διάγνωση της ευρωπαϊκής στασιμότητας. Βεβαίως, επίσης, ο Κρούγκμαν εμπλούτισε το επιχείρημά του και, εκ παραλλήλου, εξέφρασε τις επιφυλάξεις του ως προς την σαφήνεια και την συνάφεια του επιχειρήματος των επικριτών του.)
Ας εξετάσουμε λίγο βαθύτερα το επιχείρημα του Κρούγκμαν. Ο ίδιος, άλλωστε, προχώρησε στην φορμαλιστική διατύπωση του επιχειρήματός του εισάγοντας ένα απλό υπόδειγμα με δύο, ισομεγέθεις ως προς το εργατικό δυναμικό τους χώρες (Α και Β), έναν συντελεστή παραγωγής, την εργασία, και δύο παραγόμενα και χωρίς κόστος εμπορεύσιμα αγαθά, το τεχνολογικό και το μη τεχνολογικό αγαθό (Τ και ΜΤ). Σε αυτό το πλαίσιο, υποτίθεται ότι, πρώτον, η παραγωγικότητα της εργασίας στον κλάδο ΜΤ είναι ίδια και παραμένει στάσιμη σε αμφότερες τις οικονομίες, κατά συνέπειαν οι μισθοί είναι και αυτοί ίδιοι, ομοίως και το ΑΕΠ των δύο χωρών σε τρέχουσες τιμές· δεύτερον, η χώρα Α έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή του αγαθού Τ, ο δε ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας (ρ) στον κλάδο αυτόν είναι ταχύς (σε κάθε περίπτωση ταχύτερος του μηδενικού ρυθμού στον κλάδο ΜΤ)· και, τρίτον, σε αμφότερες τις χώρες οι καταναλωτές δαπανούν σταθερό μέρος του εισοδήματός τους (σ) για το αγαθό Τ. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, λοιπόν, η χώρα Α είναι ο αποκλειστικός παραγωγός του αγαθού Τ και, δεδομένου ότι τμήμα σ της αθροιστικής δαπάνης στις χώρες Α και Β στρέφεται προς το αγαθό Τ, μέρος σ του αθροιστικού ΑΕΠ στις χώρες Α και Β ή 2σ του ΑΕΠ της χώρας Α, αποδίδεται σε αυτόν τον κλάδο. Τώρα, η τεχνολογική πρόοδος στην παραγωγή του Τ συνεπάγεται ότι το πραγματικό ΑΕΠ στην χώρα Α αυξάνεται με ρυθμό 2σρ, ενώ ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στην χώρα Β είναι μηδενικός. Από την άλλη πλευρά, σε αμφότερες τις οικονομίες ο ρυθμός αύξησης των πραγματικών μισθών είναι σρ. Πάντως, το σχετικό ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές παραμένει 1. Επιγραμματικώς, η τεχνολογική υπεροχή της χώρας Α –εν προκειμένω των ΗΠΑ– συνεπάγεται ταχύτερη μεγέθυνση σε σύγκριση με την χώρα Β – εν προκειμένω την Ευρώπη. Τούτο, όμως, δεν προκαλεί διεύρυνση της απόκλισης ως προς το σχετικό ΑΕΠ και το υλικό βιοτικό επίπεδο. Και ειπωμένο αλλιώς: η μεγέθυνση στην χώρα Α συνδέεται, κυρίως, με τις εξαγωγές και είναι ταχύτερη εκείνης στην χώρα Β, η μεγέθυνση της οποίας συνδέεται, κυρίως, με την εγχώρια ζήτηση. Οι δύο χώρες, ωστόσο, έχουν το ίδιο σχετικό επίπεδο οικονομικής ευημερίας – και το ΄παγκόσμιο’ (Α και Β) ισοζύγιο πληρωμών είναι 0, βεβαίως.
Ποιες υποθέσεις πρέπει να ικανοποιούνται για να ισχύει ένα οικονομικό υπόδειγμα; Σε ποιο πλαίσιο –με ποια συμφραζόμενα– ταιριάζει ή δεν ταιριάζει τούτο; Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα αναφορικώς προς την κριτική αξιολόγηση κάθε οικονομικού υποδείγματος. Θεωρώ ότι το απλό υπόδειγμα του Κρούγκμαν δεν αποκρίνεται καλώς σε τούτα τα ερωτήματα. Πρώτον, η ισχύς του υποδείγματος προϋποθέτει την εκπλήρωση των προβλέψεων της θεωρίας (του υποδείγματος) των Έλι Χέκσερ και Μπερτίλ Όλιν, τουτέστιν, της εξίσωσης τιμών για κάθε εμπορεύσιμο αγαθό, ομοίως και των αμοιβών των συντελεστών παραγωγής των αγαθών τούτων. Για την ακρίβεια, το υπόδειγμα του Κρούγκμαν είναι, εν πολλοίς, προέκταμα (ίσως, απλή εφαρμογή) της θεωρίας των Χέκσερ και Όλιν, τις μεθοδολογικές παραδοχές και το εμπειρικό αντίκρισμα της οποίας ο ίδιος ο Κρούγκμαν έχει καθοριστικώς αμφισβητήσει. Δεύτερον, το υπόδειγμα του Κρούγκμαν και, ειδικότερα, η όμοια μεταχείριση τεχνολογικών και μη τεχνολογικών αγαθών ταιριάζει σε έναν κόσμο στον οποίο, μεταξύ άλλων, το διασυνοριακό εμπόριο τεχνολογικών αγαθών είναι ελεύθερο εξωοικονομικών θεωρήσεων –παρακινήσεων ή αναστολών–, για παράδειγμα, θεωρήσεις ασφάλειας και αμυντικής ετοιμότητας, καθώς και προτροπές τεχνολογικής απεξάρτησης από (γεωπολιτικώς και οικονομικώς) ισχυρούς προμηθευτές· ο Κρούγκμαν αναγνωρίζει ρητώς τούτες τις θεωρήσεις – την ανάγκη τεχνολογικής απεξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Νομίζω ότι η διαμάχη περί την κατάλληλη συγκριτική μέτρηση του υλικού βιοτικού επιπέδου στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχει μικρή σημασία, ιδίως από πρακτικής απόψεως. Μπορεί η διάγνωση της ευρωπαϊκής στασιμότητας να είναι ανακριβής, αυστηρώς μιλώντας, μα τούτο δεν εξαλείφει το ερώτημα περί την βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού κοινωνικού ‘κεκτημένου’· και ας σπεύσω να αναφέρω πως οι προτάσεις πολιτικής της έκθεσης Ντράγκι δεν είναι πάντοτε εύστοχες. Σε κάθε περίπτωση, η ωριαία παραγωγικότητα στις πλουσιότερες οικονομίες της Ευρώπης δεν υπολείπεται αισθητώς των αμερικανικών επιδόσεων, η δε απόκλιση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ αντανακλά, κατά πάσα πιθανότητα, την ευρωπαϊκή επιλογή για περισσότερες ώρες ανάπαυσης – ίσως, μια τέτοια απόκλιση συνδέεται, κατά μείζονα λόγο, με τις περισσότερες ημέρες άδειας που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι. Πολύ περισσότερο, από πολλές απόψεις –όψεις του ζην και, κυρίως, του ευ ζην– οι ευρωπαϊκές κοινωνίες υπερτερούν της αμερικανικής, αν μη τι άλλο, στα μάτια και κατά την κρίση των Ευρωπαίων. Το υλικό βιοτικό επίπεδο δεν συνιστά τον μόνο και αποκλειστικό δείκτη της ευτυχίας. Ο Κρούγκμαν, τώρα, γίνεται αδυσώπητος: “What happens when Americans realize how miserable we are?”.