Δράσης, 2025, ΗΠΑ, έγχρωμη, 162΄
Σκηνοθεσία: Πολ Τόμας Άντερσον
Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Σον Πεν, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Τσέις Ινφίνιτι
Η νέα σκηνοθετική δουλειά του Πολ Τόμας Άντερσον αποτελεί ένα αμάλγαμα διαφορετικών κινηματογραφικών στιλ με κεντρικό καμβά του την σημερινή Αμερική, την οποία μέσα από ένα κοενικό πρίσμα καυτηριάζει, σατιρίζει και εν τέλει αποδομεί. Η σκηνοθετική ματιά του έως τώρα είχε ως επι το πλείστον επικεντρωθεί στο βάθος του ιστορικού παρελθόντος (‘There Will Be Blood’, ‘Phantom Thread’), δείχνοντας ίσως μια απροθυμία ή και αμηχανία να σχολιάσει και να πλησιάσει την σημερινή πραγματικότητα. Με το «Μία Μάχη Μετά την Άλλη» ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο, εμπνέεται από το βιβλίο του Tόμας Πίντσον «Βάινλαντ» το οποίο διασκευάζει, ενώ η σατιρική μεταφορά της Ρηγκανικής πραγματικότητας του βιβλίου γίνεται στο έργο του μια πικρή διακωμώδηση της Αμερικής του Τραμπ αλλά και μια απομυθοποίηση των επαναστατικών ονείρων.
Εκφραστές των τελευταίων στην ταινία είναι τα μέλη της ακροαριστερής ομάδας French 75 στην οποία συναντάμε και τον κεντρικό ήρωα της ταινίας τον Μπομπ Φέργκιουσον, που υποδύεται ο Λεοναρντο Ντι Καπριο. Πρώην μέλος της ομάδας, έχει πλέον αναλάβει το μεγάλωμα της κόρης του, Γουίλα (Τσέις Ινφίνιτι), μετά την σύλληψη και την εξαφάνιση της μητέρας της, η οποία ήταν ερωτευμένη πολύ περισσότερο με την ιδέα του ένοπλου αγώνα και της προσπάθειας αλλαγής του κόσμου παρά με τους συντηρητικούς κοινωνικούς ρόλους. Η επανένταξη του Μπομπ στην ενεργό δράση γίνεται όταν η κόρη του βρίσκεται στο στόχαστρο του μιλιταριστή και ακραίου σεξιστή Συνταγματάρχη Λόκτζο (Σον Πεν). Πρώην διώκτης και εξολοθρευτής της αντιστασιακής ομάδας, 16 χρόνια αργότερα, εξαπολύει ένα παραληρηματικό κυνηγητό, όταν η ύπαρξη και μόνο της Γουίλα μπορεί να συνιστά καταστρεπτική απειλή για τις προσωπικές φιλοδοξίες του – συγκεκριμένα, την ένταξή του σε μια ακροδεξιά ομάδα υπέρμαχη της φυλετικής καθαρότητας.
Όνειρα, ματαιώσεις, χίμαιρες, οικογενειακά μυστικά, απωθημένα, προδοσίες (προσωπικές και μη), συνυπάρχουν και ακολουθούν τους χαρακτήρες του έργου σε έναν τεχνικά άρτιο καμβά με γρήγορες και απρόβλεπτες εναλλαγές και εξαιρετικές ερμηνείες – ξεχωρίζει φυσικά εκείνη του Σον Πεν, στο πρόσωπο του οποίου συνοψίζεται όλη η γελοιότητα της ακροδεξιάς ρητορικής αλλά και του Ντι Κάπριο, του αφοσιωμένου πατέρα που, αν και τα γεγονότα δείχνουν να τον προσπερνούν, εκείνος άοκνα επιμένει στην αναζήτηση της Γουίλα. Στα αρνητικά της ταινίας, θα μπορούσε να συγκαταλεγεί η κάπως απλουστευτική και επιφανειακή ματιά του Άντερσον στους στόχους, την οργάνωση και την δραστηριότητα της μαύρης κυρίως κοινότητας στα κοινωνικά κινήματα.
Το ‘μήνυμα’ της ταινίας παρά το σκοτεινό και δυσμενές πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο που παρουσιάζει είναι αισιόδοξο: είναι οι μάχες –από τις πιο μικρές έως τις πιο μεγάλες– που κρατούν το παράθυρο της ελπίδας ανοιχτό.
ΜΜ