Στις 4 Μαρτίου 2018, ο Μάριο Ντράγκι έβγαινε μετά της συζύγου του -η οποία, παρεμπιπτόντως, έχει καταγωγή από την Τοσκάνη και είναι απόγονος του οίκου των Μεδίκων βεβαίως βεβαίως– από το εκλογικό κέντρο, στο οποίο είχαν πάει να ψηφίσουν για τις ιταλικές γενικές εκλογές. Καθώς, λοιπόν, το ζεύγος Ντράγκι ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο που τους περίμενε ακριβώς στην έξοδο του εκλογικού κέντρου, ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης φαίνεται πως έχασε την ολύμπια ψυχραιμία του, αφού ακούστηκε να φωνάζει στη σύζυγό του Dai, sta’ zitta!, που η απόδοση στα ελληνικά είναι -κατά το κοσμιότερον- «άντε, σώπα»! Το περιστατικό αυτό μάλιστα έκανε τον γύρο του διαδικτύου (εδώ). Η αφορμή για την «έκρηξη» του κατά τ’ άλλα ήρεμου και μετριοπαθούς τεχνοκράτη ήταν μια αποστροφή της κυρίας Ντράγκι  προς τους δημοσιογράφους ότι «ο σύζυγός μου δεν είναι πολιτικός». Κατά ειρωνικό τρόπο, η προπετής αυτή δήλωσή της αναιρέθηκε σχεδόν τρία χρόνια μετά, καθώς ο σύζυγός της όχι μόνο έλαβε από τον πρόεδρο Ματαρέλα τη διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά κλήθηκε να αντικαταστήσει και την κυβέρνηση συμμαχίας, με πρωθυπουργό τον Τζουζέπε Κόντε, που συγκροτήθηκε (με διάφορες παραλλαγές) μετά τις εκλογές του Μαρτίου του 2018.

Η παραπάνω ιστορία καταδεικνύει ότι το όνομα του Μάριο Ντράγκι ακουγόταν έντονα, για τη θέση του επικεφαλής σε μια τεχνοκρατική κυβέρνηση στην Ιταλία, πριν καλά καλά ολοκληρώσει τη θητεία του στην ΕΚΤ. Πράγματι, η συνολική προσφορά του στο τιμόνι της ΕΚΤ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη, αυξάνοντας έτσι το πολιτικό κεφάλαιο του Ιταλού τραπεζίτη τόσο εκτός όσο και εντός Ιταλίας. Τώρα, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να το κεφαλαιοποιήσει. Δεν θα είναι ο πρώτος βέβαια, πιθανώς ούτε και ο τελευταίας. Πιο πριν άλλωστε, στα τέλη του 2011 ένας άλλος τεχνοκράτης, ο Μάριο Μόντι, είχε αναλάβει τα ηνία της Ιταλίας, αντικαθιστώντας τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο Μόντι μπορεί να σταθεροποίησε, βραχυπρόθεσμα, την χρηματοπιστωτική θέση της Ιταλίας κατά τη διάρκεια της θητείας του αλλά στις επόμενες εκλογές το 2013, η «Επιλογή Πολιτών» -το κόμμα που ίδρυσε ο Προφεσόρε για να συμβολίσει τη μεταμόρφωσή του από τεχνοκράτη σε πολιτικό- δεν κατάφερε να συγκεντρώσει κάτι παραπάνω από ένα αξιοπρεπές 8,30%.

Μένει λοιπόν να δούμε, εάν το κακό προηγούμενο, με τον τεχνοκράτη που θέλησε, πλην όμως απέτυχε -ω του θαύματος!- να γίνει πολιτικός, επαναληφθεί. Γιατί αν κάτι τέτοιο συμβεί τελικά, ακόμα και η γκρίνια των ιεράκων της Μπούντεσμπανκ, για τα προγράμματα εξαγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, θα ηχεί στα αυτιά του Μάριο Ντράγκι σαν μελωδία, σε σχέση με την κρεβατομουρμούρα της συζύγου του, που θα αισθάνεται -και ευλόγως- δικαιωμένη για το ότι «ο σύζυγός μου δεν είναι πολιτικός».

Θ.Κ.