Ε, λοιπόν δεν άντεξα. Ο δρόμος βάφτηκε πράσινος, αλλού ολίγον κόκκινος, και κίτρινος – αλλά ξεβάφει. Κάθε πρωί, καθώς ποδηλατώ μόνος και ανενόχλητος στην Πανεπιστημίου, νοιώθω πως με καταριούνται οι απελπισμένοι οδηγοί. Για πόσους φτιάχτηκε αυτή η (ήδη) κιτρινόμαυρη λωρίδα -όχι πως είναι και για χόρταση, της πλάκας είναι δηλαδή- και πόσοι καθ’ εκάστην απελπίζονται; Δήμαρχε, με κυνηγούν οι τύψεις – κι είναι αμαρτία για λίγες δεκάδες μέτρα.

Ας πάω και στην Βασιλίσσης Όλγας. Εκεί με περιμένει η εξιλέωση. Οι άτιμοι, πώς τα κατάφεραν; Το ολίγον κόκκινο χρώμα καλύπτει την ασφαλτοστρωμένη πλευρά του δρόμου – αυτή είναι για τους πεζούς. Με κίτρινο έχει βαφτεί αυτή η πλευρά που είναι στρωμένη με μικρά πλακάκια. Οι τροχοί του ποδηλάτου αγκομαχούν, τραντάζομαι, η μέση μου υποφέρει. Οι τύψεις μου της Πανεπιστημίου μεταλλάσσονται σε γνήσια απορία. Δήμαρχε, ποιοι είναι οι φωστήρες που σκέφτηκαν ανάποδα – το λες και διεστραμμένα;

Το λες κι αλλιώς αυτό το (πιλοτικό το λέει ο δήμαρχος) εγχείρημα, μα κακές λέξεις δεν λέω.

Ν.Κ.