Πώς αλληλεπιδρούν η -επεκτατική- νομισματική πολιτική και η εξέλιξη των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων; Από την μια πλευρά, οι ανησυχούντες για τον «ηθικό κίνδυνο» θεωρούν ότι μια επεκτατική νομισματική πολιτική μειώνει τις προσπάθειες (διάβαζε κίνητρα) μεταρρύθμισης των κυβερνήσεων, επειδή διευκολύνει την πρόσβαση των χρεωμένων κρατών στις αγορές. Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η νομισματική χαλάρωση διευκολύνει τις μεταρρυθμίσεις, καθώς επιτρέπει την αύξηση του δημοσιονομικού χώρου – και, κατ’ επέκταση, της ικανότητας χρηματοδότησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Την σημασία της ύπαρξης του δημοσιονομικού χώρου στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων επιβεβαίωσε (και) μια πολύ πρόσφατη μελέτη του γερμανικού ινστιτούτου Bertelsmann (The Impact of Monetary Policy on Structural Reforms in the Euro Area). Η εν λόγω μελέτη αποδεικνύει εμπειρικώς ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ κατά την διάρκεια της κρίσης του ευρώ όχι μόνο συνέβαλε στη σταθεροποίηση του κοινού νομίσματος, αλλά και επιτάχυνε την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτή η επίδραση μάλιστα είναι ακόμα ισχυρότερη σε χώρες με μεγαλύτερα μακροοικονομικά προβλήματα ή υπαγόμενες σε προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Εντούτοις, είναι πλέον κοινός τόπος ότι τα όρια της νομισματικής πολιτικής είναι πολύ συγκεκριμένα – και περιορισμένα. Ενόψει λοιπόν και του επικείμενου έκτακτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που αναμένεται να επικυρώσει (;) την δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, θα ήταν χρήσιμο θυμηθούμε μια σχετική με το ζήτημα αποστροφή του Μάριο Ντράγκι από το 2016:  But monetary policy does not exist in a vacuum– φράση λιγότερο γνωστή από τo whatever it takes, πλην όμως εξίσου εύγλωττη…

Θ.Κ.