Θανάσης Kολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του K. Sabeel Rahman (2017) Democracy against Domination, Oxford: Oxford University Press.

Το 1955, ο τότε επικεφαλής της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας General Motors, Τσάρλι Γουίλσον, υποστήριξε πως «ό,τι είναι καλό για την General Motors είναι καλό για την Αμερική». Η δήλωση αυτή έμεινε έκτοτε στην ιστορία ως ενδεικτική του τρόπου λειτουργίας του αμερικανικού κράτους, αναδεικνύοντας δηλαδή την ισχυρή ταύτιση των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων και των πολιτικών επιδιώξεων των κυβερνήσεων. Αρκετές δεκαετίες μετά την ιστορική αυτή δήλωση, η General Motors κηρύσσει πτώχευση. Εξαιτίας όμως του ότι ήταν «πολύ μεγάλη για να πτωχεύσει», η εν λόγω αυτοκινητοβιομηχανία διασώζεται τελικά από την αμερικανική κυβέρνηση, μέσω του κρατικού προγράμματος διάσωσης TARP, τον Ιούλιο του 2009.

Α) Όψεις της ρυθμιστικής παρέμβασης του κράτους

Στο βιβλίο Δημοκρατία εναντίον Κυριαρχίας, ο επίκουρος καθηγητής στη νομική σχολή του Μπρούκλιν, Σ. Ράχμαν, αποπειράται να δώσει μια συγκροτημένη απάντηση στο πολιτικό αδιέξοδο του καιρού μας. Πρέπει το κράτος να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να διορθώσει τις ανισότητες και τις αποτυχίες των «αγορών»; Ή θα πρέπει η λειτουργία της οικονομίας να λαμβάνει χώρα σε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο με την ελάχιστη δυνατή κρατική παρέμβαση; Με βάση τα ερωτήματα αυτά αρθρώνονται δύο βασικά επιχειρήματα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, που ελαύνονται από διαφορετικές πολιτκο-φιλοσοφικές αφετηρίες. Η μια σχολή σκέψης υποστηρίζει πως το κράτος οφείλει, πράγματι, να χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να διορθώνει τις αποτυχίες των «αγορών» και να μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες. Από την άλλη πλευρά, οι πιο φιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι οι «αγορές» είναι εγγενώς πιο δίκαιες, όταν επιτρέπεται να λειτουργούν χωρίς επαχθείς ρυθμίσεις που είναι συνυφασμένες με τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτή η συζήτηση αντικατοπτρίζει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που προέκυψαν τις τελευταίες δεκαετίες σε πολιτικό και ακαδημαϊκό επίπεδο, σχετικά με τα όρια του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Ενώ οι σύγχρονοι θιασώτες του κρατικού παρεμβατισμού επισημαίνουν την ανισότητα και την αποτυχία της αγοράς, οι οικονομικά φιλελεύθεροι υπερασπίζονται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και θεωρούν την κρατική ρύθμιση εγγενώς αναποτελεσματική.

Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ειδικότερα, αντιμετωπίζει ενστάσεις και προκλήσεις -όχι μόνο από τους υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς και τους νεοφιλελεύθερους- και από ορισμένους υποστηρικτές της κρατικής παρέμβασης που θεωρούν πως η «περισσότερη» κρατική ρύθμιση και εποπτεία είναι αμφίβολο εάν μπορεί να εγγυηθεί την ύπαρξη αμερόληπτων κανόνων που παραμένουν ανεπηρέαστοι από τις επιδιώξεις των επιμέρους ομάδων συμφερόντων. Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας περιγράφει, αρχικά, τα τρία βασικά πρότυπα που έχουν διαμορφωθεί σε θεωρητικό και πολιτικό επίπεδο, σχετικά με το εύρος και το περιεχόμενο της ρυθμιστικής αρμοδιότητας του κράτους.

Η πρώτη άποψη ισχυρίζεται πως η ίδια η αγορά από μόνη της μπορεί να εξασφαλίσει βέλτιστα επίπεδα ευημερίας για την κοινωνία. Υπ’ αυτή την οπτική, η αγορά καταφέρνει πάντα να υπερβαίνει την αποσπασματικότητα και την εγγενή αντιφατικότητα των επιδιώξεων των οικονομικών δρώντων, λόγω του «αόρατου χεριού» που εξουδετερώνει τις αντίρροπες δυνάμεις και οδηγεί σε ένα παίγνιο θετικού αθροίσματος. Η δεύτερη αντίληψη αποκαλείται, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «διαχειριστική» και ο σκοπός της είναι το κράτος, μέσω των ανεξάρτητων αρχών που απαρτίζονται από ειδικούς και όχι πολιτικούς, να βελτιώσει την απόδοση της αγοράς. Η τρίτη οπτική είναι αυτή που υπερασπίζεται ο συγγραφέας και την ονομάζει «δημοκρατική» ή «δομική». Αυτή η οπτική θεωρεί πως η κρατική παρέμβαση είναι αναγκαία -όχι μόνο για να αποκαταστήσει την πρόσκαιρα απολεσθείσα ισορροπία της αγοράς-, για να θεραπεύσει τα βαθύτερα προβλήματα που η ίδια η λειτουργία της αγοράς προκαλεί και σχετίζονται με την εγγενή τάση του καπιταλισμού προς τη συγκεντροποίηση της οικονομικής και της πολιτικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτής της άποψης, ο χαρακτήρας των κρατικών πολιτικών οφείλει να υπερβεί το διαχειριστικό επίπεδο και να αποκτήσει ως σκοπό την εμπέδωση κανόνων λογοδοσίας για τον περιορισμό τόσο των πανίσχυρων ιδιωτικών εξουσιών όσο και για τον έλεγχο των κρατικών φορέων που είναι ευεπίφοροι στις πάσης φύσεως πιέσεις που υφίστανται από τα οικονομικά συμφέροντα. Η τελευταία επισήμανση είναι σημαντική, διότι και το ίδιο το κράτος συμβάλλει, άμεσα, στην ενίσχυση των ανισοτήτων -όχι μόνο αποτυγχάνοντας να ελέγξει τη λειτουργία της αγοράς-, μέσω της στρέβλωσης των δυνάμεων της αγοράς, λόγω των «αιχμαλωτισμένων» κρατικών ρυθμίσεων, προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων. Αυτό συνεπάγεται, όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, τη συμπίεση του ανταγωνισμού και τη μείωση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας των οικονομιών, πράγμα που αποτυπώνεται στους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, στην κάρπωση όλο και υψηλότερου ποσοστού κέρδους από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τέλος, στην αύξηση των συνολικών ανισοτήτων (Lindsey and Teles 2017).

Με βάση τα παραπάνω, ο συγγραφέας του βιβλίου ισχυρίζεται πως δύο είναι τα βασικότερα επίδικα που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη της σύγχρονης δημόσιας συζήτησης περί χρηματοπιστωτικής ρύθμισης: Πρώτον, η αναγκαιότητα της ουσιαστικής ρύθμισης των «πολύ μεγάλων για να πτωχεύσουν» χρηματοπιστωτικών οργανισμών και δεύτερον, το ζήτημα του πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε δημόσιες αρχές και κανονιστικές διαδικασίες που να παράγουν ρυθμίσεις και να ασκούν την αναγκαία εποπτεία στους μεγάλους αυτούς χρηματοπιστωτικούς ομίλους.

Η άποψη που διατυπώνεται στο βιβλίο είναι ότι κανένα από τα δύο παραπάνω επίδικα δεν επιλύθηκε με βάση το «δημοκρατικό» πρότυπο ρύθμισης. Αντιθέτως, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επέλεξαν, την επαύριον της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ένα αμιγώς διαχειριστικό ρυθμιστικό μοντέλο που δεν σηματοδότησε κάποιο σημαντικό μετασχηματισμό στη συγκεντροποίησης της οικονομικής και πολιτικής ισχύος του τραπεζικού τομέα. Βεβαίως, η διαχειριστική προσέγγιση, σύμφωνα πάντοτε με τον συγγραφέα, δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Οι βάσεις της τέθηκαν την εποχή του New Deal και η κυριαρχία της σε επίπεδο δημοσίων πολιτικών διήρκεσε έως τη δεκαετία του 1980, όταν αρχίζει να εδραιώνεται, σε ακαδημαϊκό και πολιτικό επίπεδο, το δόγμα περί αποτελεσματικής λειτουργίας των «αγορών». Παρά ταύτα, ο Ράχμαν θεωρεί και τις δύο προσεγγίσεις αυτές ψοφοδεείς, αναφορικά με το ζήτημα της αντιμετώπισης των ανισοτήτων του πλούτου και της ισχύος, που με ραγδαίο ρυθμό υπονομεύουν τα θεμέλια των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών.

Β) Η ριζοσπαστική κρατική ρύθμιση στην «επίχρυση εποχή» του 20ού αιώνα

Υπό το φως των ανωτέρω, ο συγγραφέας αναζητεί πηγή έμπνευσης στα δημοκρατικά κινήματα της αμερικανικής ιστορίας που έθεσαν στο κέντρο του πολιτικού προβληματισμού την αναγκαιότητα του περιορισμού της κυριαρχίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα, ο Ράχμαν αντλεί το βασικό πυρήνα των ιδεών του από την παρακαταθήκη των κινημάτων τα οποία αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της «επίχρυσης εποχής» της αμερικανικής ιστορίας – που καταλαμβάνει την ταραχώδη περίοδο μεταξύ του Εμφυλίου Πολέμου και της στροφής του 20ού αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Αμερική έγινε πιο ευημερούσα και βίωσε πρωτοφανή επίπεδα ανάπτυξης στον τομέα της βιομηχανίας και της τεχνολογίας. Από την άλλη πλευρά, η περίοδος αυτή είχε και μια πιο σκοτεινή όψη: Ήταν μια ιστορική συγκυρία κατά την οποία μια άπληστη οικονομική και πολιτική ελίτ απολάμβανε εξαιρετικά υψηλό πλούτο εις βάρος της εργατικής τάξης. Κατά βάση, ήταν οι μεγιστάνες του πλούτου -και όχι οι πολιτικοί-, που διέθεταν στα χέρια τους την πραγματική πολιτική εξουσία και καθόριζαν, μέσω των εκτελεστικών βραχιόνων τους (βλέπε δικαστική εξουσία), το περιεχόμενο των ρυθμίσεων και της νομοθεσίας σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές δικαστικές αποφάσεις που αποτυπώνουν το εν λόγω κλίμα είναι η υπόθεση «Lochner εναντίον Νέας Υόρκης». Στην περίπτωση αυτή, στις 17 Απριλίου 1905, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κατάργησε ουσιαστικά το νόμο της πολιτείας της Νέας Υόρκης που ίσχυε από το 1897 και ο οποίος καθόριζε ως το μέγιστο επιτρεπτό όριο εργασίας, στον τομέα του εμπορίου ψωμιού, τις 10 ώρες την ημέρα. Το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης ήταν ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία καταστρατηγεί τη ρήτρα της πέμπτης τροπολογίας και της δέκατης τέταρτης τροπολογίας του αμερικανικού συντάγματος που προστατεύουν την ελευθερία της σύμβασης και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας από αδικαιολόγητες κυβερνητικές παρεμβάσεις.

Ο ως άνω αρνητικός συσχετισμός δύναμης για τις δυνάμεις της εργασίας οδήγησε στην ανάπτυξη μιας αντίρροπης δυναμικής σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, μέσω του βραχύβιου Λαϊκού Κόμματος και κυρίως μέσω του Προοδευτικού Κόμματος. Η «Προοδευτική Εποχή» στην ιστορία των ΗΠΑ, που διήρκεσε από τη δεκαετία του 1890 έως τη δεκαετία του 1920, χαρακτηρίστηκε από έντονες κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Ειδικότερα, οι μεταρρυθμιστές της «Προοδευτικής Εποχής» επιχείρησαν να αξιοποιήσουν τη δύναμη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την εξάλειψη των ανήθικων και αθέμιτων επιχειρηματικών πρακτικών, τη μείωση της διαφθοράς και την αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων της εκβιομηχάνισης.
Κατά τη διάρκεια της «Προοδευτικής Εποχής» ενισχύθηκαν οι ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους και τους καταναλωτές, ενώ οι γυναίκες απέκτησαν τελικά το δικαίωμα ψήφου. Μέσω της ενδυνάμωσης των θεσμών άμεσης συμμετοχής στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, οι μεταρρυθμιστές εκείνης της περιόδου πίστευαν πως μπορούν να αποσοβήσουν τον κίνδυνο της ρυθμιστικής αιχμαλωσίας από τις ομάδες ειδικών συμφερόντων από τη μια πλευρά, ενώ η ενίσχυση της πλειοψηφικής δημοκρατίας θα συντελούσε στον περιορισμό της ισχύος της δικαστικής εξουσίας από την άλλη. Αυτή ήταν και η ουσία του ιστορικού συνταγματικού λαϊκισμού που πόρρω απέχει, όπως είναι προφανές, από τις σύγχρονες αντιδημοκρατικές παρεκτροπές τις οποίες ενορχηστρώνουν οι σύγχρονοι υποστηρικτές της μη φιλελεύθερης δημοκρατίας. Επιπλέον, ο συγγραφέας του βιβλίου υποστηρίζει ότι ο λαϊκισμός εκείνης της περιόδου -που εκφράζεται μεταξύ άλλων από τον Louis Brandeis, επιφανή δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου και τον John Dewey, τον προοδευτικό πολιτικό μεταρρυθμιστή και φιλόσοφο- ενσαρκώνει την αντι-κυριαρχία, μια ιδέα μέσα στην πολιτική θεωρία που έχει κερδίσει κάποια δημοτικότητα και τις τελευταίες δεκαετίες.

Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα στα λαϊκιστικά κινήματα του παρελθόντος σε σχέση με αυτά του σήμερα μπορεί να αναδειχτεί, μέσω την αναφοράς που κάνει ο Σ. Ράχμαν στο ρυθμιστικό μοντέλο που εφάρμοσαν επιφανείς εκπρόσωποι του προοδευτικού κινήματος των ΗΠΑ. Οι πρόεδροι Γούντροου Γουίλσον και Θίοντορ Ρούζβελτ συγκεκριμένα, επέκτειναν την αρμοδιότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να επιβάλλει ρυθμίσεις στον ιδιωτικό τομέα και πέτυχαν τη θέσπιση νομοθεσίας με σκοπό την προστασία των εργαζομένων, των καταναλωτών και του φυσικού περιβάλλοντος. Επιπρόσθετα, οι προοδευτικοί μεταρρυθμιστές επηρέασαν επιτυχώς την υιοθέτηση πρωτοβουλιών για τον περιορισμό της μονοπωλιακής ισχύος των μεγάλων επιχειρήσεων, που περιλαμβάνουν, inter alia, την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία Sharman Act του 1890 και την ίδρυση της ομοσπονδιακής επιτροπής εμπορίου το 1914.

Στη συνέχεια ωστόσο, οι ριζοσπαστικές αυτές πολιτικές υποχώρησαν και άρχισε να κερδίζει έδαφος η «διαχειριστική» προσέγγιση που κορυφώθηκε, σύμφωνα με τον συγγραφέα, την εποχή του New Deal. Οι τότε υπεύθυνοι χάραξης των πολιτικών, αν και πίστευαν πως οι «αγορές» δεν αυτορυθμίζονται αποτελεσματικά, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ανεξάρτητες αρχές -και οι ειδικοί που τις στελεχώνουν-, απομονωμένες από τις πολιτικές παρεμβάσεις, θα βοηθούσαν στη διαχείριση μιας οικονομίας που θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικότερα το δημόσιο συμφέρον. Με άλλα λόγια,  επιχείρησαν τη ρύθμιση και τη διαχείριση της υπάρχουσας οικονομικο-πολιτικής εξουσίας, αντί να επιδιώξουν το ριζικό μετασχηματισμό (και περιορισμό) της. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρεται στο βιβλίο είναι η ίδρυση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς (SEC) την περίοδο 1933-1934. Η δημιουργία της συγκεκριμένης ανεξάρτητης αρχής αποτέλεσε προϊόν συμβιβασμού, καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας άσκησε πιέσεις για την ίδρυση μιας ξεχωριστής αρχής, που θα λειτουργεί εκτός του ρυθμιστικού και εποπτικού της ομοσπονδιακής επιτροπής εμπορίου (FTC). Σε συνδυασμό μάλιστα με την ακύρωση του σχεδίου κρατικοποίησης του αμερικανού χρηματιστηρίου της κυβέρνησης του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, λόγω των ισχυρών πιέσεων από το τραπεζικό λόμπι, καθίστανται φανερά τα όρια της διαχειριστικής προσέγγισης αναφορικά με τη δυνατότητά της να περιορίζει τη σωρευμένη οικονομική και πολιτική επιρροή των μεγάλων επιχειρήσεων.

Γ) Η αναβίωση της διαχειριστικής προσέγγισης στην «επίχρυση εποχή» του 21ου αιώνα

Οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν την επαύριον του 2007/8 εντάσσονται στην ίδια αδύναμη διαχειριστική λογική, σύμφωνα με τον συγγραφέα, με αυτές που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση του 1929. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της νομοθεσίας Dodd-Frank, που ψήφισε η κυβέρνηση Ομπάμα, τα μέτρα που προβλέφθηκαν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο κατάρρευσης του συστήματος κινήθηκαν σε μια κατεύθυνση κατά την οποία δεν θίχτηκε ο πυρήνας της ισχύος του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος. που δεν είναι άλλος από το μεγάλο μέγεθος και την υψηλή ένταση της αλληλεξάρτησης και της πολυπλοκότητας που διαθέτει. Τα χαρακτηριστικά αυτά καθιστούν τους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, αναγκαστικά, απαραίτητους για τη λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών, διότι η απειλή της κατάρρευσής τους επισύρει τον κίνδυνο της συστημικής καταστροφής. Κατά τη διάρκεια του κρίσιμου διαστήματος 2009-2010, όταν έλαβε χώρα η διαβούλευση για το περιεχόμενο της νέας ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα, υπήρξαν αρκετές φωνές στις ΗΠΑ (π.χ. του οικονομολόγου Πολ Κρούγκμαν, της γερουσιάστριας Ελίζαμπεθ Γουάρεν και του πρώην επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ Σάιμον Τζόνσον) που κάλεσαν την κυβέρνηση να αναλάβει ριζοσπαστικές νομοθετικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση του καθορισμού αυστηρότερων ορίων ως προς το μέγεθος και τις λειτουργίες των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Παρά ταύτα, η νέα νομοθεσία ακολούθησε την πεπατημένη. Για παράδειγμα, ο Ράχμαν αναφέρεται στην ίδρυση του ομοσπονδιακού συμβουλίου εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών (FSOC) -με σκοπό τη ρύθμιση των συστημικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων- που δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια ανεξάρτητη αρχή συγκροτούμενη από τους επικεφαλής των επιμέρους ρυθμιστικών αρχών (της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, της επιτροπής για τη ρύθμιση των παραγώγων κ.α.). Ο συγγραφέας ισχυρίζεται, δηλαδή, πως η νέα ρύθμιση αντί να αποκτήσει εντονότερο πολιτικό χαρακτήρα, περιορίστηκε σε τεχνοκρατικές και διαχειριστικού τύπου προδιαγραφές.

Γενικά, η ριζοσπαστικότητα των δημοσίων ρυθμιστικών πολιτικών, σύμφωνα πάντοτε με τον συγγραφέα, έγκειται στη εφαρμογή αντιμονοπωλιακών μέτρων που περιορίζουν το μέγεθος των επιχειρήσεων, επιβάλλουν αυστηρότερους περιορισμούς στη λειτουργία τους και αναμορφώνουν τους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης με σκοπό την προστασία όλων των εμπλεκομένων μερών (εργαζομένων, καταναλωτών κ.α.) – και όχι αποκλειστικά των μετόχων. Η προσέγγιση που προτείνει ο Ράχμαν βασίζεται σε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που κατοχυρώνει με άλλα λόγια το χαρακτήρα της δημόσιας ωφέλειας που οφείλουν να διαθέτουν οι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται το διαχωρισμό των «καλών» δραστηριοτήτων (π.χ. ο διαμεσολαβητικός ρόλος των τραπεζών) που προάγουν την κοινωνική ευημερία και των «κακών» (π.χ. οι επενδύσεις των τραπεζών για ίδιο όφελος σε παράγωγα κ.α.) που δεν αποφέρουν αύξησή της.

Για να επιτευχθούν τέτοιου είδους δομικές μεταρρυθμίσεις απαιτούνται σημαντικές αλλαγές και αναπροσανατολισμός της λειτουργίας των ήδη υπαρχουσών ανεξάρτητων αρχών. Σε αυτό το σημείο, ο συγγραφέας του βιβλίου διαχωρίζει τη θέση του από αυτή των σύγχρονων λαϊκιστών, όπως του Ντόναλντ Τραμπ, διότι ο Ράχμαν δεν είναι υπέρ ενός ανεξέλεγκτου πολιτικού βολονταρισμού στο όνομα του «λαού», μέσω χειραγωγημένων «αμεσοδημοκρατικών» διαδικασιών που επικυρώνουν απλώς τη βούληση του λαϊκιστή ηγέτη. Αντιθέτως, η θέση του συγγραφέα υποστηρίζει την αξία της ύπαρξης των ανεξάρτητων αρχών και κάθε θεσμού που λειτουργεί ελεγκτικά προς την εκτελεστική εξουσία, υπό την προϋπόθεση ότι η δράση τους πλαισιώνεται από τη διαρκή διαβούλευση (και λογοδοσία) με τους πολίτες, μέσω θεσμικά κατοχυρωμένων διαδικασιών. Διότι σε τελευταία ανάλυση, για τον Ράχμαν, η μάχη εναντίον της οικονομικής κυριαρχίας των μεγάλων επιχειρήσεων περνάει μέσα από φορείς όπως είναι οι ρυθμιστικές αρχές, που αποτελούν ένα κρίσιμης σημασίας πεδίο για την ενδυνάμωση της δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών. Επομένως, για τον συγγραφέα πάντοτε, δεν είναι ασύμβατος ο συνδυασμός της ανεπηρέαστης από πολιτικές παρεμβάσεις λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών, με το παράλληλο άνοιγμά τους σε διαδικασίες αυξημένης δημοκρατικής λογοδοσίας και συμμετοχής των πολιτών. Προς την κατεύθυνση αυτή, ο Ράχμαν προτείνει συγκεκριμένα μέτρα αναμόρφωσης και περιορισμού του γραφειοκρατικού χαρακτήρα των ανεξάρτητων αρχών. Για παράδειγμα, θεωρεί πως αντί για τη συμμετοχή αποκλειστικά τεχνοκρατών, όπως στην περίπτωση της προαναφερθείσας επιτροπής για τη ρύθμιση των συστημικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (FSOC), είναι αναγκαία η συμμετοχή φορέων από ένα ευρύτερο φάσμα εμπλεκόμενων μερών από την κοινωνία των πολιτών. Επιπλέον, μέσω της ενεργοποίησης μηχανισμών συμμετοχής των πολιτών μπορεί να επιτευχθεί η βελτίωση της εποπτείας και της εφαρμογής των κανονιστικών προτύπων. Ο συγγραφέας αναφέρει ως παράδειγμα την νομοθεσία για τις επενδύσεις σε τοπικό επίπεδο του 1977, βάσει της οποίας οι τράπεζες δεσμεύονταν -από τις κατά τόπους αρμόδιες αρχές-  να καλύπτουν τις πιστωτικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Με την πάροδο του χρόνου βέβαια, η εν λόγω νομοθεσία περιέπεσε σε αχρηστία. Έτσι, λοιπόν, ο συγγραφέας προτείνει την αναβίωση τέτοιου είδους θεσμών, με σκοπό τη διεύρυνση των θεσμικών διαδικασιών της συμμετοχικής λήψης και εποπτείας των κανόνων σε τοπικό επίπεδο.

Όπως καθίσταται σαφές, ο Σ. Ράχμαν ακολουθεί το δρόμο του προοδευτικού κινήματος του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού αιώνα, μέρος του οποίου αποτέλεσε και το λαϊκιστικό κίνημα. Από την άλλη πλευρά βέβαια, μια τέτοια οπτική διαφοροποιείται από τους σύγχρονους λαϊκιστές οι οποίοι κάθε άλλο παρά συμμερίζονται το ουσιαστικό βάθεμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, μπολιάζοντάς την με θεσμούς άμεσης συμμετοχής όπως προτείνεται στο παρουσιαζόμενο βιβλίο. Οι σύγχρονοι λαϊκιστές ηγέτες τάσσονται ρητορικά υπέρ της λαϊκής συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων, κάνουν δε λόγο για την εγκαθίδρυση της «άμεσης δημοκρατίας» που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τους προαναφερθέντες θεσμούς άμεσης συμμετοχής. Η σύγχρονη λαϊκιστική ρητορική αναφέρεται κατ’ ουσία σε ένα διαφορετικό πολίτευμα («άμεση δημοκρατία») που σε τελευταία ανάλυση καλείται να υπηρετήσει τις προκαθορισμένες και προειλημμένες αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, μέσω διαφόρων ψευδοδημοψηφισμάτων. Παράλληλα, οι σύγχρονοι λαϊκιστές αντί να εμπλουτίζουν τους θεσμούς λογοδοσίας και ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, επιδιώκουν τη χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης και της δικαστικής εξουσίας.

Δ) Ρυθμιστική σύγκλιση και απόκλιση των δημοσίων πολιτικών πριν και μετά την κρίση

Συμπερασματικά, από την ως άνω ανάλυση προκύπτει πως το αξιακό περιεχόμενο των πρωτοβουλιών του ιστορικού κινήματος των λαϊκιστών του προηγούμενου αιώνα, από το οποίο εμπνέεται ο συγγραφέας, δεν έχει καμία σχέση με το σύγχρονο λαϊκιστικό κύμα που σαρώνει τις δυτικές δημοκρατίες. Το βιβλίο εντάσσεται στη μακρά βιβλιογραφία που έχει αναπτυχθεί στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης, σχετικά με το ρόλο των ομάδων συμφερόντων στην «αιχμαλωσία» του περιεχομένου των τελικών ρυθμίσεων που παράγουν οι κυβερνήσεις. Ως εκ τούτου, η βιβλιογραφία αυτή τείνει σε μια σημαντική σύγκλιση ως προς τα συμπεράσματα που αναπτύσσει αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση: Η σωρευμένη επί δεκαετίες βαρύνουσα επιρροή του χρηματοπιστωτικού τομέα οδηγεί στη ρυθμιστική αιχμαλωσία που αποτυπώνεται σε ένα χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει με τη σειρά του στις δυνάμεις της αγοράς να δρουν ανεξέλεγκτα. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι η αποτυχία της ίδιας της αγοράς και η οικονομική κατάρρευση.

Αυτό όμως που δεν καταφέρνει να εξηγήσει η ως άνω θεωρητική σχολή είναι η απόκλιση που παρατηρήθηκε ως προς των τρόπο διάσωσης των χρηματοπιστωτικών οργανισμών από τις εθνικές κυβερνήσεις (βλέπε για παράδειγμα Mitchell 2016), στο πλαίσιο των διαφορετικών τύπων χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού των οικονομιών, όπως έχουν τυποποιηθεί στη σχετική βιβλιογραφία (Zysman 1983). Παρατηρήθηκε, δηλαδή, κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της κρίσης ότι στις πιο φιλελεύθερες οικονομίες, οι κυβερνήσεις είναι πιθανότερο να προβούν σε μια πιο ενεργή παρέμβαση, σχετικά με τη διάσωση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Διότι στα συγκεκριμένα οικονομικά συστήματα, η ισχύς των τραπεζών συρρικνώνεται παραδόξως σε περιόδους κρίσης, καθώς το κράτος παρεμβαίνει, αγοράζοντας (ακόμα και κρατικοποιώντας) ένα μεγάλο ποσοστό συμμετοχής από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα. Η εξέλιξη αυτή συμβαίνει διότι σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο τραπεζικός ανταγωνισμός είναι πολύ έντονος και δεν υπάρχουν ισχυρά συλλογικά όργανα εκπροσώπησης του τραπεζικού τομέα. Παρά το ότι οι τράπεζες ενδέχεται να είχαν τεράστια επιρροή πριν από την κρίση, μετά την έναρξή της φαίνεται να μην υπάρχει κάποιο ιδιωτικό δίκτυ ασφαλείας που να τις προστατεύει. Έτσι, η πτώχευση μιας μεμονωμένης τραπεζικής επιχείρησης δεν θεωρείται από τις υπόλοιπες σαν απειλή συστημικής κατάρρευσης, αλλά σαν έξοδος από την αγορά ενός ακόμα ανταγωνιστή. Συνεπώς, η διάσωση μιας τράπεζας είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί από τον ιδιωτικό τομέα. Αντίθετα, στις πιο τραπεζοκεντρικές οικονομίες η οργάνωση των ιδιωτικών συμφερόντων και η ικανότητά τους για συλλογική δράση επιτρέπουν στις ιδιωτικές τράπεζες να έχουν μεγαλύτερη επιρροή στη χάραξη της πολιτικής των διασώσεων και να αποφεύγουν τελικά την κρατικοποίηση. Στη Γερμανία για παράδειγμα, όπως και στην Ισπανία, οι τραπεζικοί οργανισμοί μπορούσαν να επιλέξουν αν θα αποδεχτούν ή όχι την κρατική βοήθεια, διότι η κορπορατιστική οργάνωση των οικονομιών διευκόλυνε τις συνέργειες και τις συγχωνεύσεις μεταξύ των (πτωχευμένων και των υγειών) τραπεζών.

Έτσι λοιπόν, στο πλαίσιο της θεωρίας των διαφορετικών τύπου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, οι εξωγενείς οικονομικοί κλυδωνισμοί οδηγούν σε διαφορετικές κυβερνητικές πολιτικές, ανάλογα με τα υφιστάμενα θεσμικά πλαίσια (Iversen 2005). Συμπερασματικά, η απουσία κάποιου ερμηνευτικού σχήματος για την εξήγηση αυτής της απόκλισης αποτελεί μια αδυναμία του θεωρητικού ρεύματος στο οποίο εντάσσεται αυτό το βιβλίο, αν και ο βασικός στόχος του Σ. Ράχμαν φαίνεται πως είναι ευρύτερος: H ανάπτυξη μιας σύγχρονης πολιτικής θεωρίας στα χνάρια του προοδευτικού κινήματος των ΗΠΑ, με σκοπό την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμικών αντιβάρων απέναντι στην κυριαρχία των «αγορών», όπως οραματίζονταν άλλωστε και οι Πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας.

Αναφορές

Iversen, Torben (2005) Capitalism, Democracy, and Welfare, Cambridge: Cambridge University Press.

Lindsey, Brink and Steven M. Teles (2017) The Captured Economy: How the Powerful Enrich Themselves, Slow Down Growth, and Increase Inequality, New York: Oxford University Press.

Mitchell, Christopher (2016) Saving the Market from Itself: The Politics of Financial Intervention, Cambridge: Cambridge University Press.

Zysman, John (1983) Government, Markets and Growth: Financial Systems and the Politics of Industrial Chang, Ithaca: Cornell University Press.

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*