Είθισται κάθε νέα κυβέρνηση που δεν διαθέτει τη βούληση να μεταρρυθμίσει τις προβληματικές θεσμικές δομές -που υποθάλπουν και διαιωνίζουν τις πάσης φύσεως παθογένειες- να περιορίζεται απλώς σε αλλαγές προσώπων. Αναπτύσσει δηλαδή προνομιακές σχέσεις με νέα -ή και παλιά, πλην όμως παραγκωνισμένα από την απερχόμενη εξουσία- ισχυρά οικονομικά «τζάκια», ώστε να εμπεδώσει την εικόνα ότι τάχα τα βάζει με το παλιό κατεστημένο. Αυτό έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση της… «πρώτης φοράς», το ίδιο κάνει και η τωρινή κυβέρνηση της… «κανονικότητας». Μικρό χωριό η χώρα, γνωστά τα ονόματα.

Με τη διαφορά όμως, ότι η νυν κυβέρνηση έχει καταφέρει να μην δυσαρεστήσει κανέναν – ακόμα και τις οικονομικές ελίτ που υποστήριξαν ανοιχτά την προηγούμενη κυβέρνηση. Παράδειγμα; Η προ μηνός ψήφιση της διάταξης με την οποία μειώνεται η φορολογία των ανωνύμων ποδοσφαιρικών και καλαθοσφαιρικών ενώσεων από 45% σε 22% (!). Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο αυτό είναι περισσότερο γενναιόδωρο για τα πολύ υψηλά συμβόλαια των αθλητών που βρίσκονται στις τρεις-τέσσερις μεγάλες ομάδες του κάθε αθλήματος, η κυβέρνηση μοιάζει να κάνει προσωπικό «δώρο» στους ιδιοκτήτες-μεγαλοεπιχειρηματίες των ομάδων αυτών, οι οποίοι αποτελούν και τα κεντρικά ονόματα της εγχώριας οικονομικής ελίτ. Διότι το μέτρο αυτό θα είχε νόημα σε ένα κανονικό ευρωπαϊκό πρωτάθλημα όπως αυτό της Ιταλίας, όπου η μειωμένη φορολογία λειτουργεί πράγματι ως έξτρα κίνητρο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ομάδων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο, για παράδειγμα, διευκολύνθηκαν τόσο η απόκτηση του Κριστιάνο Ρονάλντο από τη Γιουβέντους όσο και η πρόσφατη επιστροφή του Ζλάταν Ιμπραχίμοβιτς στη Μίλαν. Στην ελληνική περίπτωση, όμως, η μείωση της φορολογίας ποιο σκοπό υπηρετεί; Τα προβλήματα του ελληνικού πρωταθλήματος βρίσκονται περισσότερο εκτός, παρά εντός του αγωνιστικού χώρου…  Χαρακτηριστικό της όλης κατάστασης είναι πως η διοίκηση της ελληνικής διαιτησίας, λόγω της «καχυποψίας» μεταξύ των ομάδων, έχει εκχωρηθεί σε έναν… Πορτογάλο. Και ακόμα χειρότερα, οι τρεις-τέσσερις ιδιοκτήτες-μεγαλοεπιχειρηματίες των ισχυρότερων ομάδων ανταλλάσσουν μηνύσεις, αγωγές και ανακοινώσεις, βγάζοντας στη δημοσιότητα ο ένας τα άπλυτα του άλλου, μετά σχεδόν από κάθε αγώνα των ομάδων τους τα Σαββατοκύριακα.

Η κυβέρνηση βέβαια, αντί να αναλάβει νομοθετικά μέτρα για την εξυγίανση του επαγγελματικού αθλητισμού, επιλέγει να πριμοδοτήσει ένα σάπιο προϊόν. Με αυτό τον τρόπο τελικά, η ίδια βγαίνει διπλά ωφελημένη: θεσπίζοντας μεν ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς γίνεται αρεστή σε όλους τους οικονομικά ισχυρούς παράγοντες, απέχοντας δε από οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία εξυγίανσης δεν τάσσεται και εναντίον κανενός.

Θ.Κ.