Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Branco Milanovic (2019) Capitalism, Alone: The Future of the System That Rules the World, Cambridge/Mass. & London: Harvard University Press, pp. 287

Μισό αιώνα ακριβώς, μετά την πασίγνωστη δήλωση του Μίλτον Φρίντμαν, στο περιοδικό Τάιμ το Δεκέμβριο του 1969, ότι σήμερα «όλοι είμαστε κεϋνσιανοί», ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς, εξηγεί το γιατί και το πώς φτάσαμε στις μέρες μας να «είμαστε όλοι καπιταλιστές». Βεβαίως, ο καθηγητής Οικονομικών και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Μιλάνοβιτς, κάθε άλλο παρά απολογητής του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι. Έχοντας αναλύσει με μοναδικό τρόπο την κατάσταση της παγκόσμιας ανισότητας στο ήδη κλασικό έργο Global Inequality: A New Approach for the Age of Globalization (2016), ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς συνεχίζει την ανάλυσή του, στο εδώ συζητούμενο βιβλίο, με τα πιθανά σενάρια για το μέλλον των ανισοτήτων και της πορείας του καπιταλισμού γενικότερα.

Σημείο αφετηρίας του προβληματισμού του είναι δύο σημαντικές αναδιατάξεις που έλαβαν χώρα τις τελευταίες δεκαετίες στο πλαίσιο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης: Πρώτον, για πρώτη φορά παγκοσμίως κυριαρχεί ένα ενιαίο κοινωνικοοικονομικό σύστημα — ο καπιταλισμός. Ως καπιταλισμό, ο συγγραφέας ορίζει το αποκεντρωμένο σύστημα παραγωγής στο οποίο η οικονομική δραστηριότητα έχει σκοπό το κέρδος, χρησιμοποιώντας τη νομικά ελεύθερη-μισθωτή εργασία και επενδύοντας ιδιωτικά κεφάλαια. Δεύτερον, εντοπίζεται μια επαναεξισορρόπηση της οικονομικής ισχύος μεταξύ των δυτικών βιομηχανικών χωρών και της Ασίας που ευνοείται τα μέγιστα από το νέο καταμερισμό των έργων και την ενσωμάτωση των ασιατικών οικονομιών στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Συγκεκριμένα, το 1970, η Δύση παρήγαγε το 56% του παγκόσμιου εισοδήματος, ενώ η Ασία (συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας) μόλις το 19%. Σήμερα, τα δεδομένα αντιστράφηκαν. Οι ασιατικές οικονομίες αύξησαν το ποσοστό τους στο 43%, ενώ το μερίδιο των δυτικών οικονομιών στο παγκόσμιο ΑΕΠ υποχώρησε στο 37%.

Προτού όμως βιαστεί κάποιος να συμπεράνει πως η παγκόσμια οικονομία και κοινωνία οδηγείται σε μια θεμελιώδη σύγκλιση ή ακόμα περισσότερο εδραιώνεται ο θρίαμβος του δυτικού τύπου καπιταλισμού, ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς εγείρει αρκετές επιφυλάξεις, αποδομώντας κάθε επιφανειακή τελεολογία. Γενικά, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός έχει πράγματι θριαμβεύσει επειδή λειτουργεί ─ και μάλιστα πολύ αποδοτικά. Παρέχει ευημερία και ικανοποιεί τις ανθρώπινες επιθυμίες για αυτονομία και χειραφέτηση. Οδηγεί σε ανάπτυξη περιοχές του πλανήτη που από τη Βιομηχανική Επανάσταση έως τη δεκαετία του 1970 έβλεπαν να διευρύνεται συνεχώς το χάσμα που τις χώριζε από τις πιο προηγμένες οικονομίες. Το ηθικό αντίτιμο βέβαια, που πληρώνει η ανθρωπότητα για την παγκόσμια οικονομική πρόοδο, είναι η κυριαρχία του υλισμού ως τελικού σκοπού και στόχου κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Βάσει αυτού του αναλυτικού πλαισίου, ο Μιλάνοβιτς θεωρεί ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός, αν και παντοδύναμος, δεν προσφέρει καμία εγγύηση σταθερότητας για το μέλλον του παγκόσμιου κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Σε αντίθεση δηλαδή με τον Φράνσις Φουκουγιάμα, ο Μιλάνοβιτς δεν θεωρεί την εξάπλωση του καπιταλισμού ως ένδειξη του «τέλους της ιστορίας» αλλά την εξετάζει σαν πηγή νέων συγκρούσεων και μελλοντικών κρίσεων. Περαιτέρω δε η οικονομική πρόοδος της Κίνας, σε συνδυασμό μάλιστα με τις παγιωμένες ανισότητες στις δυτικές κοινωνίες και την άνοδο του λαϊκισμού, αμφισβητούν ευθέως την αυτάρεσκη σιγουριά της Δύσης περί της αιτιώδους συνάφειας της φιλελεύθερης δημοκρατίας με την οικονομική ανάπτυξη.

Α) «Αξιοκρατικός καπιταλισμός»

Η κριτική θέση που υιοθετεί ο συγγραφέας εκκινεί από τη διάκριση που πραγματοποιεί ο Μιλάνοβιτς μεταξύ του «αξιοκρατικού καπιταλισμού» των δυτικών οικονομιών και του «πολιτικού καπιταλισμού» των ασιατικών, κατά βάση, οικονομιών. Καθένας από τους δύο αυτούς τύπους καπιταλισμού διαθέτει τόσο θετικά όσο και αρνητικά στοιχεία τα οποία εξετάζονται στη βάση δύο κριτηρίων: πρώτον, του τρόπου με τον οποίο επηρεάζουν την παραγωγή και τη διανομή του εισοδήματος και δεύτερον, του κατά πόσον ευνοούν την κοινωνική κινητικότητα. Στο φιλελεύθερο αξιοκρατικό καπιταλισμό, η συνύπαρξη της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου ευνοεί την κοινωνική κινητικότητα και την καινοτομία στην παραγωγική διαδικασία. Εντούτοις, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός του 21ου αιώνα, σημειώνει ο Μιλάνοβιτς, διαφέρει σημαντικά σε σχέση με τον κλασικό καπιταλισμό του 19ου αιώνα — πολλώ δε μάλλον από τις μεταπολεμικές σοσιαλδημοκρατικές οικονομίες.

Οι βασικές διαφορές τους αφορούν κυρίως τη σημαντική αύξηση των εισοδηματικών και περιουσιοκρατικών ανισοτήτων που οδηγούν στις μέρες μας στην κοινωνική πόλωση και την όξυνση της ανισοκατανομής της πολιτικής επιρροής. Ο Μιλάνοβιτς αναλύει στη συνέχεια τις σημαντικότερες αιτίες της διαμόρφωσης των παραπάνω χαρακτηριστικών του σύγχρονου φιλελεύθερου καπιταλισμού. Η πρώτη σχετίζεται με την αύξηση του μεριδίου του κεφαλαίου στο συνολικό εισόδημα, παράλληλα με τη συρρίκνωση του ποσοστού του εισοδήματος που προέρχεται από την εργασία — στο σημείο αυτό υπάρχει ταύτιση με την ανάλυση που πραγματοποιεί ο Τομά Πικετί. Πού οφείλεται αυτό; Ο πρώτος καθοριστικός παράγοντας, σύμφωνα με τον Μιλάνοβιτς πάντοτε, σχετίζεται με την υψηλή συγκέντρωση του πλούτου. Τα στοιχεία που επικαλείται ο συγγραφέας είναι αποκαλυπτικά: το 2013, το πλουσιότερο 10% στις ΗΠΑ κατείχε κάτι παραπάνω από το 90% του συνόλου των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Ο δεύτερος παράγοντας αφορά την αύξηση της ανισότητας και στο εισόδημα, αν και σε μικρότερο βαθμό, που προέρχεται από την εργασία. Ο τρίτος οφείλεται στον υψηλότερο ρυθμό απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν τα πιο πλούσια στρώματα. Τούτο ευνοείται καθοριστικά από τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου -σε σχέση με τη μεσαία τάξη που το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου της βασίζεται στα ακίνητα- και από τη χαμηλότερη φορολόγησή του από τις κυβερνήσεις. Οι παραπάνω παράγοντες οδηγούν στη διαμόρφωση ενός ακόμα διακριτικού γνωρίσματος του σύγχρονου φιλελεύθερου καπιταλισμού που  είναι η ομοπλουτία. Ο νεολογισμός που εισάγει ο Μιλάνοβιτς επιδιώκει να αποτυπώσει τη νέα «κανονικότητα» της αύξησης του αριθμού των ατόμων που διαθέτουν, ταυτοχρόνως, υψηλό εισόδημα τόσο από την εργασία όσο και από το κεφάλαιο. Αντίθετα, στον κλασικό καπιταλισμό και στις σοσιαλδημοκρατικές οικονομίες του παρελθόντος υπήρχε πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη συσχέτιση μεταξύ του ύψους των δύο κατηγοριών εισοδήματος. Για παράδειγμα, το 1980, μόνο το 15%, από όσους περιλαμβάνονταν στο υψηλότερο 10% των κατόχων κεφαλαίου, ανήκε ταυτοχρόνως και στο ανώτερο 10% του εισοδήματος που προέρχεται από την εργασία – και αντίστροφα. Στις μέρες μας, το ποσοστό αυτό αγγίζει το 30%. Η αύξηση της ομοπλουτίας δημιουργεί με τη σειρά της ένα φαύλο κύκλο διαιώνισης των ανισοτήτων, διότι οι κάτοχοι του κεφαλαίου αποκτώντας καλύτερη εκπαίδευση, κερδίζουν μεγαλύτερο εισόδημα από την εργασία το οποίο επενδύουν σε διάφορα χρηματοοικονομικά και γίνονται τελικά ακόμα πλουσιότεροι.  Το σπιράλ των ανισοτήτων ενισχύεται επίσης και σε ατομικό επίπεδο, μέσω των γάμων που γίνονται μεταξύ ατόμων του ιδίου εκπαιδευτικού και εισοδηματικού επιπέδου (ομογαμία). Το 1970, μόνο το 13% των νέων Αμερικάνων ανδρών που βρίσκονταν στο ανώτερο 10% της εισοδηματικής κλίμακας παντρεύτηκε νεαρές γυναίκες του ιδίου εισοδηματικού επιπέδου. Έως το 2017, το ποσοστό σύναψης γάμου μεταξύ ατόμων με όμοια κοινωνικά χαρακτηριστικά είχε ανέλθει στο 29%. Τέλος, η αύξηση των συνολικών ανισοτήτων επηρεάζεται καθοριστικά από τον περιορισμό της κοινωνικής κινητικότητας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες που είναι αποτέλεσμα και της μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης σε συνδυασμό πάντοτε με τους προαναφερθέντες κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η διαμόρφωση του σύγχρονου status quo των ανισοτήτων στις δυτικές δημοκρατίες ευνοήθηκε από τη μείωση των μηχανισμών αναδιανομής (όπως η φορολογία, ιδίως ο φόρος κληρονομιάς), καθώς και από την υπονόμευση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Ο πλούτος και η καλή παιδεία γίνονται πλέον τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν τις σύγχρονες ελίτ. Αυτές συγκροτούν μία τάξη που αισθάνεται ότι δεν έχει καμία ευθύνη για την υπόλοιπη κοινωνία, αποδέχεται πλήρως την κοινωνική πόλωση, ενώ χρηματοδοτεί τις εκλογικές εκστρατείες των κομμάτων, για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Ωστόσο, ο Μιλάνοβιτς υπογραμμίζει πως η κοινωνική πόλωση και τα προνόμια των σύγχρονων ελίτ δεν συνεπάγονται πλήρη κατάργηση της δυνατότητας των ατόμων να ανέλθουν στην κοινωνική ιεραρχία. Απόδειξη αυτού είναι η διαρκής ανανέωση της λίστας με τους δισεκατομμυριούχους του καιρού μας, στην οποία είναι περιορισμένος ο αριθμός των ατόμων που ο πλούτους τους προέρχεται από κληρονομιές. Αυτό σημαίνει, σε συνδυασμό με το φαινόμενο της ομοπλουτίας που αναλύθηκε παραπάνω, πως η σύγχρονη οικονομική ελίτ συγκροτείται σε σημαντικό βαθμό στη βάση της αξιότητας και των ικανοτήτων που διαθέτει – όχι σε κληρονομημένα προνόμια. Κατ’ επέκταση, οι σημερινοί δισεκατομμυριούχοι, σε αντίθεση με την υψηλή κοινωνία του παρελθόντος, τείνουν να εργάζονται περισσότερες ώρες και να δαπανούν πολύ λιγότερο χρόνο σε κοινωνικές συναναστροφές.

Από την άλλη πλευρά, όλα τα παραπάνω, υποστηρίζει ο Μιλάνοβιτς, συνεπάγονται την υπονόμευση του μεταπολεμικού μοντέλου οργάνωσης των κοινωνιών. Οι τέσσερις βασικοί πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκαν οι μεταπολεμικές οικονομίες και κοινωνίες ήταν τα ισχυρά συνδικάτα, η μαζική εκπαίδευση, η υψηλή φορολογία και το κοινωνικό κράτος. Ο συγγραφέας δίνει, ευλόγως, ιδιαίτερη έμφαση στην κατάσταση του τελευταίου, διότι η παγκοσμιοποίηση θέτει νέες προκλήσεις, αναφορικά με το μέλλον των κοινωνικών κρατών, προς δύο κατευθύνσεις: η πρώτη (εγχώρια) σχετίζεται με την εισοδηματική πόλωση, παράγωγο της οποίας είναι η απροθυμία των πλούσιων στρωμάτων να εξακολουθούν να εντάσσονται στα δημόσια συστήματα ασφάλισης και περίθαλψης. Πιθανή αποχώρησή τους από αυτά ενέχει τον κίνδυνο της μη βιωσιμότητας των κοινωνικών συστημάτων. Η δεύτερη (διεθνής) σχετίζεται με τη μαζική μετανάστευση και ειδικότερα, με το πολιτικό ζήτημα της ένταξης ή μη των εργαζόμενων μεταναστών στα εθνικά κοινωνικά συστήματα − με κίνδυνο τον ενδεχόμενο αποκλεισμό  από αυτά των ανέργων ημεδαπών πολιτών.

 Β) «Πολιτικός καπιταλισμός»

Δεδομένων λοιπόν των σύγχρονων προκλήσεων στις οποίες καλείται να ανταπεξέλθει ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, ο «πολιτικός καπιταλισμός» από τη δική του πλευρά έρχεται να αμφισβητήσει την εδραιωμένη αντίληψη ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί το μοναδικό μονοπάτι για την οικονομική πρόοδο. Καταρχάς,  ο Μιλάνοβιτς υπογραμμίζει πως αυτό το είδος καπιταλισμού αναπτύσσεται και ευδοκιμεί σε κράτη τα οποία συγκροτήθηκαν μετά από σοσιαλιστικές επαναστάσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων κατά των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Βάσει αυτής της παρατήρησης, εντοπίζει έντεκα τέτοιες περιπτώσεις χωρών: την Κίνα, το Βιετνάμ (τα δύο πιο πετυχημένα παραδείγματα κατά το συγγραφέα), τη Μαλαισία, τη λαϊκή δημοκρατία του Λάος, τη Σιγκαπούρη, την Αλγερία, την Τανζανία, την Ανγκόλα, την Μποτσουάνα, την Αιθιοπία και τη Ρουάντα. Εντούτοις, ο συγγραφέας δικαίως θέτει το ερώτημα του κατά πόσον μπορούμε να θεωρούμε πολλές από τις προαναφερθείσες χώρες, πραγματικά, σοσιαλιστικές. Στην περίπτωση της Κίνας για παράδειγμα, ο ρόλος του κράτους στη βιομηχανική παραγωγή έχει υποχωρήσει από το 50% (1998) σε κάτι περισσότερο από το 20% (2015). Επιπλέον, οι ιδιωτικές επενδύσεις αποτελούν πάνω από το ήμισυ των συνολικών επενδύσεων που λαμβάνουν χώρα στην κινεζική οικονομία, ενώ οι κρατικές αντιστοιχούν στο 30%. Συνεπώς, ο Μιλάνοβιτς σωστά διερωτάται εάν θα πρέπει να μιλάμε για σοσιαλιστικές οικονομίες ή απλώς για μεικτά οικονομικά συστήματα, όμοια με τις μεταπολεμικές ηπειρωτικές οικονομίες της Ευρώπης — π.χ. τη γαλλική οικονομία επί εποχής Μιτεράν.

Επομένως, ο όρος «πολιτικός καπιταλισμός» ανταποκρίνεται καλύτερα στην πραγματικότητα των οικονομιών αυτών. Σύμφωνα με τον Μπράνκο Μιλάνοβιτς, τα βασικά χαρακτηριστικά των χωρών με πολιτικό (ή και αυταρχικό) καπιταλισμό είναι τρία: Πρώτον, μια αποδοτική κρατική γραφειοκρατία η οποία θέτει το πλαίσιο για την ταχεία οικονομική ανάπτυξη. Ταυτοχρόνως δε επωφελείται και η ίδια, αποκτώντας σημαντικά προνόμια από τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος που διευθύνει. Επιπρόσθετα, ο Μιλάνοβιτς πολύ εύστοχα υπογραμμίζει πως η οικονομική ανάπτυξη είναι η θεμελιώδης πηγή νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, που στην περίπτωση της Κίνας ειδικά, ελέγχεται μονοπωλιακά από το κομμουνιστικό κόμμα. Η δεύτερη συνθήκη λειτουργίας του πολιτικού καπιταλισμού -που του προσδίδει πολλές φορές αυταρχικά χαρακτηριστικά- είναι η απουσία δεσμευτικών κανόνων δικαίου ή αλλιώς η επιλεκτική εφαρμογή τους για την καταστολή των δικαιωμάτων των πάσης φύσεως αντιφρονούντων. Χαρακτηριστικό και πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το εξής: το σχόλιο υπέρ του Χονγκ Κονγκ που ανάρτησε στα κοινωνικά δίκτυα ο γενικός διευθυντής της ομάδας του ΝΒΑ Χιούστον Ρόκετς, προκάλεσε τη ματαίωση  της τηλεοπτικής μετάδοσης όλων των αγώνων προετοιμασίας των ομάδων του ΝΒΑ  από το κρατικό τηλεοπτικό κανάλι της Κίνας. Τρίτον, τα δύο παραπάνω στοιχεία επιτρέπουν στην πολιτική ελίτ και την κυβέρνηση να απολαμβάνουν αυξημένα περιθώρια αυτονομίας είτε από την παρέμβαση των πολιτών είτε από τον έλεγχο της δικαστικής ή της νομοθετικής εξουσίας, είτε από τα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, τα τρία αυτά γνωρίσματα αν και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη, εντούτοις προκαλούν και δύο σημαντικές αντιφάσεις. Η πρώτη αντίφαση, σύμφωνα πάντοτε με το συγγραφέα, έγκειται στην προβληματική συνύπαρξη της υψηλά καταρτισμένης τεχνοκρατικής ελίτ που στελεχώνει την κρατική γραφειοκρατία και ενός πλήρως αδύναμου κανονιστικού πλαισίου που δεν διασφαλίζει την αναγκαία ασφάλεια δικαίου. Η δεύτερη αντίφαση συνδέεται με την ενδημική διαφθορά του πολιτικού συστήματος που κλονίζει σε τελευταία ανάλυση την ίδια του τη νομιμοποίηση.

Παρά τις παραπάνω αδυναμίες και αντιφάσεις, ο Μιλάνοβιτς επισημαίνει ότι η Κίνα ιδίως, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αναπτυχθεί με εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς, περιορίζοντας έτσι την παγκόσμια ανισότητα (μεταξύ των κρατών) — ακόμη και μειώνοντάς την αισθητά. Αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε, διότι ο κυρίαρχος τύπος ανισότητας κατά το 19ο αιώνα ήταν αυτός μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και των υπολοίπων μη εκβιομηχανισμένων οικονομιών (Milanovic 2011). Από την άλλη πλευρά βέβαια, η ανισότητα εντός της ίδιας της Κίνας είναι ακόμα πιο έντονη (αν και η έκτασή της δεν μπορεί, σύμφωνα με το συγγραφέα, να καθοριστεί ακριβώς, λόγω της απουσίας έγκυρων στατιστικών δεδομένων), σε σχέση με τις ανισότητες που παρατηρούνται στις δυτικές κοινωνίες. Η διαπλοκή του κινεζικού ιδιωτικού και του κρατικού τομέα είναι έκδηλη. Η πλούσια ελίτ του ιδιωτικού τομέα, που είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να ασκήσει άμεση πολιτική εξουσία, αλλά τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται από τα μέλη της κρατικής ελίτ.

Γ) Τα σενάρια για το μέλλον των ανισοτήτων και του καπιταλισμού

Εάν λοιπόν οι εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των χωρών είναι μεγάλες, τότε το εισόδημα των ατόμων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν ή ζουν — δεδομένου μάλιστα πως το 97% του παγκόσμιου πληθυσμού παραμένει στις χώρες όπου γεννήθηκε. Στο σημείο αυτό, ο Μιλάνοβιτς προβαίνει σε μια θαυμάσια οικονομική ανάλυση της ιθαγένειας, ως καθοριστικού περιουσιακού στοιχείου για την ευημερία των πολιτών. Το δικαίωμα της ιθαγένειας, αναλόγως του κράτους που το χορηγεί, μπορεί να αποφέρει στο δικαιούχο μια σημαντική «πριμοδότηση» ή αντίθετα μια «ποινή», αναφορικά με τις ευκαιρίες για οικονομική και κοινωνική πρόοδο. Η πριμοδότηση περιλαμβάνει συγκεκριμένα μεγαλύτερες οικονομικές ευκαιρίες, όπως αυτές αντανακλώνται στο ύψος των μισθών και στην θελκτικότητα των θέσεων εργασίας, την πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες και την απόλαυση ορισμένων μη χρηματοοικονομικών δικαιωμάτων που σχετίζονται με τους θεσμούς π.χ. του κράτους δικαίου, της δίκαιης δίκης, της μη διάκρισης κτλ. Επομένως, η χορήγηση ιθαγένειας από ένα πλούσιο κράτος διασφαλίζει μια μορφή προσόδου που είναι ανεξάρτητη από την ατομική προσπάθεια του δικαιούχου της. Σε προηγούμενη εργασία του, ο Μιλάνοβιτς έδειξε ότι η πρόσοδος που προκύπτει από την ιθαγένεια διαφέρει σημαντικά. Χρησιμοποιώντας ως εισόδημα βάσης αυτό του  Κονγκό (τη φτωχότερη χώρα στον κόσμο), ο Μιλάνοβιτς υπολόγισε την πριμοδότηση που προέρχεται από την ιθαγένεια. Έτσι, κατέληξε πως για τις ΗΠΑ, η πριμοδότηση αυτή κυμαίνεται στο 355%, για τη Σουηδία στο 329% και για τη Βραζιλία στο 164%. Αλλά για την Υεμένη, μια πολύ φτωχή χώρα, βρίσκεται μόλις στο 32% (Milanovic 2015).

Επιπρόσθετα, ο Μιλάνοβιτς παρατηρεί εύστοχα πως η πριμοδότηση που προσφέρει μια «καλή» ιθαγένεια πολλές φορές ευνοεί την επέκταση και την συγκάλυψη της διαφθοράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο συγγραφέας αναπτύσσει μια πολεμική επιχειρηματολογία εναντίον της διαφθοράς, που όπως ισχυρίζεται αποτελεί ενδημικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. Επομένως, μαζί με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και της εργασίας, ο συγγραφέας προσθέτει ένα τρίτο (αρνητικό) στοιχείο, τη διαφθορά, που υπονομεύει τη φιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού, η οποία ανέκαθεν περιλάμβανε το κράτος δικαίου ως αναπόσπαστο στοιχείο της. Το φαινόμενο της διαφθοράς, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Μιλάνοβιτς, δεν περιορίζεται μόνο στα κράτη του Τρίτου Κόσμου αλλά επεκτείνεται και διαπλέκεται με τα οικονομικά συστήματα της Δύσης. Ο κύκλος των επωφελούμενων οργανισμών, όπως πανεπιστήμια, μουσεία, ποδοσφαιρικοί σύλλογοι, που δέχονται οικονομικούς πόρους από ολιγάρχες -οι οποίοι απολαμβάνουν τη νομική ασφάλεια που προσφέρει η ιθαγένεια των κρατών της Δύσης, έχοντας βέβαια αξιοποιήσει «κατάλληλα» το διάτρητο κράτος δικαίου των χωρών καταγωγής τους- είναι μεγάλος και περιλαμβάνει σε αρκετές περιπτώσεις προβεβλημένους φορείς του δυτικού πολιτισμού.

Τέλος, ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς σκιαγραφεί δύο σενάρια για το μέλλον του καπιταλισμού. Στο πρώτο, θεωρεί πως με βάση τα έως τώρα δεδομένα η σύγκλιση των ασιατικών οικονομιών με τη Δύση θα επιτευχθεί σίγουρα τις επόμενες δύο με τρεις δεκαετίες. Το βασικό στοίχημα όμως για τη μείωση των παγκόσμιων ανισοτήτων είναι η οικονομική ανάπτυξη της Αφρικής και η σύνδεσή της με τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Εάν αποτύχει η αφρικανική ήπειρος να κλείσει την ψαλίδα με τις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη, τότε είναι πολύ πιθανό ένα σενάριο στο οποίο η υφιστάμενη τάση μείωσης των παγκόσμιων ανισοτήτων (ανάμεσα στα κράτη) να αντιστραφεί. Γι’ αυτόν το λόγο, ο Μιλάνοβιτς θεωρεί απολύτως δικαιολογημένα ότι η οικονομική πρόοδος της Κίνας και της Ινδίας δεν θα ωφελήσει αποκλειστικά τους πληθυσμούς των δύο αυτών χωρών αλλά θα ευνοήσει ακόμα την παγκόσμια μεσαία τάξη και κυρίως, θα δράσει θετικά για την ανάπτυξη της Αφρικής, γεγονός που με τη σειρά του θα λειτουργήσει ευεργετικά όσον αφορά τη μείωση των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη. Επομένως, ο συγγραφέας βλέπει τη «μεγάλη εικόνα» της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης των εθνικών οικονομιών και των κοινωνιών,  αποδίδοντας επίσης μεγάλος βάρος στην αναπτυξιακή πορεία της Κίνας, όπως αυτή συνδέεται με το γεωστρατηγικής σημασίας σχέδιο του «Νέου Δρόμου του Μεταξιού». Με δεδομένο μάλιστα ότι η συνολική αξία των έργων που γίνονται στο πλαίσιο αυτής της πρωτοβουλίας υπολογίζεται στα 3,67 τρις δολάρια, η σύνδεση της Αφρικής με το συγκεκριμένο εμπορικό διάδρομο, που ενώνει την Κίνα με χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ασίας και Ευρώπης, είναι πολύ σημαντική (τουλάχιστον) για την ανάπτυξη των υποδομών της.

Εκτός όμως από τις παγκόσμιες ανισότητες, ο Μιλάνοβιτς ανησυχεί και για τις ανισότητες που αναπτύσσονται εντός των εθνικών κρατών. Ο ατομικισμός και η εμπορευματοποίηση, τα δύο πιο σημαντικά ηθικά γνωρίσματα του σύγχρονου καπιταλισμού σύμφωνα με το συγγραφέα, συνεπάγονται την αποηθικοποίηση των ατόμων και αυτό που αποκαλεί ο Μιλάνοβιτς ως «εξωτερική ανάθεση» της ηθικής της ευθύνης από τις ίδιες τις οικογένειες στις υπηρεσίες και τους φορείς του κράτους και της αγοράς.  Για τον Μιλάνοβιτς το μέλλον των εγχώριων ανισοτήτων θα κριθεί πρώτον, από το κατά πόσον θα περιοριστεί η συγκέντρωση του πλούτου και του εισοδήματος και δεύτερον, από το κατά πόσον θα μειωθούν οι διαγενεακές ανισότητες και θα αυξηθεί κατ’ επέκταση η κοινωνική κινητικότητα. Τα μέτρα που προτείνει για την επίτευξη των δύο παραπάνω στόχων είναι η μείωση της συγκέντρωσης του πλούτου και της ανισότητας, μέσω της αύξησης φορολογίας στους πιο πλούσιους (και την παροχή φορολογικών κινήτρων στη μεσαία τάξη, ώστε να αποκτήσει περισσότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία), η βελτίωση της κινητικότητας του εισοδήματος μεταξύ των γενεών μέσω της ισότητας των ευκαιριών ιδίως στην εκπαίδευση, η προσαρμογή της νομοθεσίας περί ιθαγένειας, ώστε να διευκολύνεται η απόκτηση ιθαγένειας από τους μετανάστες και η απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης των εκλογικών εκστρατειών των κομμάτων. Εάν δεν ληφθούν τέτοιου είδους μέτρα, τότε ο Μιλάνοβιτς προβλέπει μια νέα πορεία σύγκλισης του πολιτικού με το φιλελεύθερο καπιταλισμό προς τον «πλουτοκρατικό καπιταλισμό». Βασικό γνώρισμα του «νέου» αυτού τύπου καπιταλισμού θα είναι η ενοποίηση της πολιτικής με την οικονομική ελίτ. Δηλαδή, ενώ στις χώρες του πολιτικού καπιταλισμού η απουσία δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων είναι πιθανό να επιτρέψει στις πολιτικές ελίτ να αποσπάσουν ακόμα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, που θα οξύνουν περαιτέρω την κοινωνική πόλωση, στα κράτη του φιλελεύθερου καπιταλισμού η συνέχιση της υπερσυγκέντρωσης της οικονομικής ισχύος θα οδηγήσει αναπόδραστα στην αύξηση της πολιτικής επιρροής της οικονομικής ολιγαρχίας. Και στις δύο περιπτώσεις τελικά, η πολιτικοοικονομική ισχύς θα συγκεντρωθεί σε μια μικρή αλλά παντοδύναμη ελίτ, στο πλαίσιο του «πλουτοκρατικού καπιταλισμού» του 21ου αιώνα.

Αναφορές

Milanovic, Branco (2011), The haves and the have-nots: a short and idiosyncratic history of global inequality, New York: Basic Books

Milanovic, Branco (2015), “Global Inequality of Opportunity: How Much of Our Income Is Determined By Where We Live?”, The Review of Economics and Statistics 97(2), pp. 452-460

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*