Χριστίνα Μανιατάκου: Διανεμητικές συνέπειες της συμβατικής νομισματικής πολιτικής και της ποσοτικής χαλάρωσης στην Ελλάδα

Οι επιδράσεις της νομισματικής πολιτικής στα επίπεδα των οικονομικών ανισοτήτων έχουν προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το τελευταίο διάστημα, ειδικότερα μέσα στις πρωτόγνωρες οικονομικές συνθήκες που διαμόρφωσε η λήψη μη συμβατικών μέτρων από τις κεντρικές τράπεζες μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2007. Μέσω της μελέτης των διανεμητικών επιπτώσεων τόσο της συμβατικής νομισματικής πολιτικής όσο και της ποσοτικής χαλάρωσης, στο πλαίσιο συγγραφής της πτυχιακής εργασίας μου με τίτλο «Νομισματική πολιτική και οικονομικές ανισότητες. Θεωρητική διερεύνηση της επίδρασης των συμβατικών νομισματικών πολιτικών και της ποσοτικής χαλάρωσης στα επίπεδα οικονομικών ανισοτήτων: η περίπτωση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών, της Τράπεζας της Αγγλίας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» ανέκυψαν ερωτήματα αναφορικά με την περίπτωση της Ελλάδας. Τα ερωτήματα σχετίζονται με τις διαστάσεις της ετερογένειας των νοικοκυριών στην Ελλάδα, οι οποίες αναδεικνύονται ως βασικοί διαφοροποιητικοί παράγοντες του τρόπου επίδρασης της εκάστοτε νομισματικής πολιτικής στο εισόδημα των νοικοκυριών. Με αφετηρία τα παραπάνω ερωτήματα επιχειρείται η διατύπωση μίας υπόθεσης σχετικά με τις διανεμητικές επιπτώσεις της συμβατικής επεκτατικής νομισματικής πολιτικής και της ποσοτικής χαλάρωσης στην διανομή εισοδήματος στην Ελλάδα.

Συμβατική νομισματική πολιτική

Η επίδραση της νομισματικής πολιτικής στις εισοδηματικές ανισότητες είναι ασαφής εκ των προτέρων αλλά συγκεκριμενοποιείται μέσω της μελέτης των διανεμητικών διαύλων, οι οποίοι διαμορφώνονται με βάση τα ετερογενή χαρακτηριστικά των νοικοκυριών σε διαφορετικές πτυχές της οικονομικής ζωής. Ο πρώτος δίαυλος που εξετάζεται είναι η  «σύσταση του εισοδήματος» και προκύπτει από την ετερογένεια των νοικοκυριών ως προς τις πηγές των εισοδημάτων τους. Στην Ελλάδα οι βασικές πηγές εισοδημάτων για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος φαίνεται να είναι κυρίως οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και δευτερευόντως οι μισθοί, για τα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος κυρίαρχα οι μισθοί, ενώ για τα νοικοκυριά στο άνω άκρο της διανομής, αποκτούν μεγάλη βαρύτητα τα εισοδήματα από κεφάλαιο και από δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Με δεδομένο ότι η εφαρμογή μιας επεκτατικής νομισματικής πολιτικής οδηγεί σε αύξηση των κερδών και των εισοδημάτων από κεφάλαιο σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι των μισθών, αναμένεται μέσω αυτής της επίδρασης να εντείνεται η εισοδηματική ανισότητα.

Στη συνέχεια, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο η αντίδραση των μισθών και της κατάστασης απασχόλησης των νοικοκυριών στα μέτρα νομισματικής πολιτικής, μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στην κατανομή εισοδημάτων (δίαυλος «ετερογένειας εσόδων»). Καθώς ο κίνδυνος της ανεργίας στην Ελλάδα είναι υψηλότερος για νοικοκυριά που βρίσκονται στο κατώτερο άκρο της εισοδηματικής διανομής, η εφαρμογή μιας επεκτατικής νομισματικής πολιτικής, η οποία ενισχύει την απασχόληση, τείνει να μειώνει τις ανισότητες ως προς το εισόδημα. Από την άλλη πλευρά, μια ακόμη διάσταση της διανεμητικής επίδρασης της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής μέσω της απασχόλησης είναι το πριμ δεξιοτήτων (skill premium). Εφόσον η αύξηση της ζήτησης εργατικού δυναμικού ευνοεί περισσότερο τους υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο έχουν ήδη υψηλότερες απολαβές από τους χαμηλά ειδικευμένους εργαζόμενους, φαίνεται να ενισχύεται περεταίρω η εισοδηματική ανισότητα. Η παραπάνω υπόθεση θα μπορούσε να ισχύει και στην ελληνική περίπτωση, καθώς η διαβάθμιση των δεξιοτήτων φαίνεται να συμβάλει σημαντικά στο μισθολογικό χάσμα (Christopoulou and Kosma 2011).

Ο ρόλος του πληθωρισμού δεν παρουσιάζει ξεκάθαρη τάση διόγκωσης ή περιορισμού των ανισοτήτων. Ο πληθωρισμός και η εισοδηματική ανισότητα μπορεί να έχουν θετική συσχέτιση μέσω του διαύλου του «φόρου πληθωρισμού», καθώς τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, υπό μία έννοια, είναι πιο ευάλωτα στον πληθωρισμό. Πιο συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο μερίδιο του χαρτοφυλακίου τους είναι χρήματα (Μ1), σε αντίθεση με τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος (Erosa and Ventura 2002). Ταυτόχρονα, όμως, τα πλούσια και μεγαλύτερης ηλικίας νοικοκυριά είναι πιθανό να επιβαρύνονται εντονότερα εξαιτίας της αύξησης του γενικού επιπέδου των τιμών, αφού έχουν στην κατοχή τους περισσότερα μακροπρόθεσμα ομόλογα, τα οποία είναι «ατελώς ασφαλισμένα» απέναντι σε ένα σενάριο ξαφνικού πληθωρισμού (Doepke and Schneider 2006). Η μείωση των επιτοκίων ή η αύξηση του πληθωρισμού ως αποτέλεσμα μιας επεκτατικής νομισματικής πολιτικής διαμορφώνει, επίσης, τον δίαυλο «αναδιανομής αποταμιεύσεων», μέσω του οποίου οι αποταμιευτές πλήττονται, καθώς μειώνεται το εισόδημα τους από τις αποταμιεύσεις και οι δανειζόμενοι ευνοούνται, καθώς η αποπληρωμή των δανείων τους να γίνεται πιο φθηνή. Σε γενικές γραμμές τα νοικοκυριά που αποταμιεύουν έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα, ενώ οι δανειζόμενοι ανήκουν κατά κύριο λόγο σε νοικοκυριά του μεσαίου και κάτω άκρου της εισοδηματικής διανομής. Το πρώτο σκέλος, που αφορά τους αποταμιευτές, δεν αναμένεται να έχει ισχυρή επίδραση στην ανισότητα στην Ελλάδα, καθώς ο ρυθμός αποταμίευσης παραμένει αρνητικός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη, το δεύτερο σκέλος, σχετικά με την αποπληρωμή των δανείων, φαίνεται να ωφελεί δυσανάλογα πολύ τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, καθώς ο δείκτης εξυπηρέτησης δανείων προς το εισόδημα είναι ιδιαίτερα υψηλός για τα χαμηλότερα δεκατημόρια της εισοδηματικής διανομής (Sierminska 2014).

Ποσοτική χαλάρωση (Quantitative easing – QE)

Ο δημόσιος διάλογος των τελευταίων ετών σχετικά με τις οικονομικές εξελίξεις περιλαμβάνει συχνά συζητήσεις αναφορικά με τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και συγκεκριμένα τα πιθανά οφέλη που θα απολάμβανε η Ελλάδα, αν περιλαμβάνονταν και τα ελληνικά ομόλογα στο υπό συζήτηση πρόγραμμα. Από τις σχετικές συζητήσεις, όμως, απουσιάζουν συχνά οι υποθέσεις σχετικά με τα διανεμητικές επιπτώσεις της ποσοτικής χαλάρωσης στο εισόδημα και τον πλούτο των νοικοκυριών. Σε αυτό το σημείο θα επιχειρηθεί μια πρώτη προσέγγιση περιγραφής μηχανισμών μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής στα επίπεδα ανισοτήτων, οι οποίοι εκτιμάται ότι θα τεθούν σε ισχύ σε μια ενδεχόμενη συμμετοχή της Ελλάδας σε κάποιο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Σχετικά με τις διανεμητικές επιπτώσεις της ποσοτικής χαλάρωσης στην ανισοκατανομή εισοδήματος και περιουσιακών στοιχείων αναδεικνύεται η σημασία τριών διανεμητικών διαύλων, της «σύνθεσης του εισοδήματος», της «ετερογένειας των εσόδων» και της «σύνθεσης του χαρτοφυλακίου».  Σημαντικό μέρος των δεδομένων για τα ελληνικά νοικοκυριά αξιοποιείται από την μελέτη των Γιαννίτση και Ζωγραφάκη με τίτλο «Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης». Η μελέτη τους βασίζεται σε δεδομένα από φορολογικές δηλώσεις φυσικών προσώπων, τα οποία επεξεργάζονται και ταξινομούνται με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να αναδεικνύονται, μεταξύ άλλων, οι διαφορετικές πηγές εισοδημάτων των νοικοκυριών ανά εισοδηματικό δεκατημόριο, οι μεταβολές στο μέσο ετήσιο εισόδημα των νοικοκυριών κατά πηγή εισοδήματος για την περίοδο 2008-2012 και η εξέλιξη της ανισότητας με τον υπολογισμό δεικτών ανισότητας (δείκτης Gini, δείκτης Theil, Μέση Λογαριθμική Απόκλιση, S90/S10).

Αρχικά, οι επιδράσεις της ποσοτικής χαλάρωσης στις διαφορετικές πηγές των εισοδημάτων των νοικοκυριών διαφέρουν. Πιο συγκεκριμένα, μέσω της μεγάλης κλίμακας αγοράς χρεογράφων η ποσοτική χαλάρωση οδηγεί σε αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Η υψηλότερη τιμή τους έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του εισοδήματος των κατόχων τους, δηλαδή την αύξηση του εισοδήματος από κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, οι μισθοί, οι οποίοι αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων για τα νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό, εν μέρει και ως συνέπεια της ποσοτικής χαλάρωσης. Στην Ελλάδα, καθώς τα εισοδήματα από κεφάλαιο συγκεντρώνονται σε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό στο 10% των νοικοκυριών με τα  υψηλότερα εισοδήματα, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1, μια αύξηση τους αναμένεται να επιδράσει έντονα στην ανισότητα εισοδήματος, διογκώνοντάς το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα εισοδήματα από κεφάλαιο, όπως παρουσιάζεται και στον Πίνακα 2, φαίνεται να αποτελούν την σημαντικότερη πηγή εσόδων για τα νοικοκυριά που ανήκουν στο πλουσιότερο 0,1% της υψηλής εισοδηματικής τάξης (Γιαννίτσης και Ζωγραφάκης 2016).

Πίνακας 1: Σύνθεση εισοδήματος των εισοδηματικών τάξεων σε ποσοστό (%), 2012

   

 

Μισθοί

 

 

Συντάξεις

Εισοδήματα επιχειρηματικής δραστηριότητας και ελεύθερα επαγγέλματα  

Εισόδημα από κεφάλαιο

 

Λοιπά  εισοδήματα

  Μερίδια στο συνολικό εισόδημα του 2012
Χαμηλότερο 60% 36.9 39.3 9.5 13.5 0.7
Επόμενο

30%

39.0 37.8 8.4 14.4 0.5
Υψηλότερο 10% 40.2 18.8 14.4 26.2 0.4
Σύνολο νοικοκυριών 38.9 31.6 10.7 18.2 0.5

Πηγή: Γιαννίτσης, Τ. και Ζωγραφάκης Σ. (2016). Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, σελ. 261

 

Πίνακας 2: Σύνθεση εισοδήματος της ανώτερης εισοδηματικής τάξης σε ποσοστό (%), 2012

 

 

Μισθοί

 

 

Συντάξεις

Εισοδήματα επιχειρηματικής δραστηριότητας και ελεύθερα επαγγέλματα  

Εισόδημα από κεφάλαιο

 

Λοιπά εισοδήματα

Μερίδια στο συνολικό εισόδημα του 2012
Πρώτο 5% (από το 10%) της υψηλής εισοδηματικής τάξης (Ρ90-95) 43.4 30.0 9.9 16.7 0.2
Επόμενο 4%

(Ρ95-99)

42.7 18.8 15.3 23 0.2
Επόμενο 0.9% (Ρ99-99.9) 38.2 5.4 22.0 34 0.4
Το πλουσιότερο 0.1%

(Ρ99.9-100)

18.4 1.1 11.4 67.1 2.0

 

Πηγή: Γιαννίτσης, Τ. και Ζωγραφάκης Σ. (2016). Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, σελ. 262

Μια ακόμη βασική επίδραση της ποσοτικής χαλάρωσης, η οποία αποτελεί και σημείο έντονης αντιπαράθεσης, αφορά τα αποτελέσματά της στην ευρύτερη οικονομία. Σε αυτή την επιστημονική αντιπαράθεση προκύπτουν δύο κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το ζήτημα. Η πρώτη υποστηρίζει ότι οι επιδράσεις της ποσοτικής χαλάρωσης περιορίστηκαν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ενώ η δεύτερη περιγράφει μέσω της διάχυσης, την επενέργεια και σε άλλα οικονομικά μεγέθη, όπως στην απασχόληση. Πληθώρα σχετικών ερευνών αναδεικνύουν στο διάστημα εφαρμογής των προγραμμάτων την τόνωση της απασχόλησης με την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τα αποτελέσματα της οποίας ευνοούν κυρίως τα φτωχότερα νοικοκυριά («ετερογένεια εσόδων»). Καθώς η ανεργία στην Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά, ειδικότερα σε νοικοκυριά μικρής ηλικίας (Πίνακας 3) και χαμηλού εισοδήματος, αναμένεται η αύξηση της απασχόλησης να περιορίσει την εισοδηματική ανισότητα. Από την άλλη πλευρά, αν η ζήτηση εργατικού δυναμικού περιορίζεται σε εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης, οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια από ότι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης, είναι πιθανό η επίδραση της ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της αύξησης της απασχόλησης να είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση (Dolado at al. 2018). Επίσης μια σημαντική παράμετρος για την ενίσχυση ή την μείωση των ανισοτήτων είναι το είδος της απασχόλησης. Για παράδειγμα η ανάκαμψη από την κρίση μέσω των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης στην Μεγάλη Βρετανία έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους ως πλούσια σε δουλειές, αλλά χαμηλή σε αμοιβές (“jobs-rich, but pay-poor recovery”), εντείνοντας την εισοδηματική ανισότητα και προκαλώντας πτώση της παραγωγικότητας της οικονομίας (Lysenko at al. 2016).

Πίνακας 3: Ποσοστό ανεργίας ανά ηλικιακή ομάδα, 2019

Ηλικία Ποσοστό ανεργίας (%)
15-19 41.5
20-24 32.7
25-29 24.6
30-44 16.6
45-64 13.8
65+ 10.0

 

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Τέλος, η «σύνθεση του χαρτοφυλακίου» των νοικοκυριών αξιοποιείται ως μηχανισμός για να περιγράψει την επίδραση της ποσοτικής χαλάρωσης στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν τα νοικοκυριά. Η αναπροσαρμογή των χαρτοφυλακίων αφενός προκαλεί μια αύξηση των τιμών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, όπως οι μετοχές και τα ομόλογα και αφετέρου αντισταθμίζει ως έναν βαθμό την αρνητική επίδραση της κρίσης στην αξία της ακίνητης περιουσίας. Στην Ελλάδα η κατανομή των περιουσιακών στοιχείων στα νοικοκυριά δεν είναι τόσο άνιση όσο στην πλειοψηφία των χωρών του ΟΟΣΑ, καθώς ο βαθμός συγκέντρωσης των περιουσιακών στοιχείων στα υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια είναι μικρότερος σε σχέση με άλλες χώρες. Συγκεκριμένα ο ρόλος της ακίνητης περιουσίας ιστορικά συγκροτεί την ελληνική οικονομία, καθώς η κατοχή της, αλλά και η ιδιοκατοίκηση είναι σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα σε νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος (Γιαννίτσης και Ζωγραφάκης 2016). Επιπρόσθετα, η συγκέντρωση της ιδιοκατοίκησης είναι συγκριτικά χαμηλότερη, σε σχέση με άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Γερμανία, σε νοικοκυριά που ανήκουν στα υψηλά κλιμάκια. Το 80% περίπου του πληθυσμού ιδιοκατοικεί στην Ελλάδα, με μικρές διαφοροποιήσεις ανά εισοδηματικό πεμπτημόριο. Επομένως, η άνοδος των τιμών των κατοικιών, αναμένεται να έχει εξισωτικά αποτελέσματα ως προς το επίπεδο των ανισοτήτων, καθώς τα ακίνητα αποτελούν το  μεγαλύτερο ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών στο κατώτερο άκρο της διανομής πλούτου (Πίνακας 4). Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εξ ολοκλήρου ιδιοκτητών εντοπίζεται στο φτωχότερο πεμπτημόριο (69%), ενώ τα υψηλότερα ποσοστά των ιδιοκτητών με εκκρεμείς οφειλές στα δύο πλουσιότερα πεμπτημόρια (18,5% και 17,6%), αντανακλώντας την μεγαλύτερη πρόσβαση των πλούσιων νοικοκυριών σε στεγαστικά δάνεια (Κουτσαμπέλας και Τσακλόγλου 2011). Σχετικά με την κατανομή μετοχών, τίτλων και καταθέσεων σε νοικοκυριά ανά ομάδες εισοδήματος ή πλούτου, δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την Ελλάδα, αλλά με βάση την σχετική βιβλιογραφία υπάρχει η ένδειξη ότι τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία αποτελούν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό του πλούτου των νοικοκυριών στο άνω άκρο της διανομής.

Πίνακας 4: Ιδιοκατοίκηση ανά πεμπτημόριο σε ποσοστό (%)

 

Πεμπτημόριο

 

Σύνολο

Ιδιοκτήτες Ένοικοι
Σύνολο Εξολοκλήρου Με εκκρεμείς οφειλές Ελεύθεροι ένοικοι
1 81.5 74.6 69.0 5.6 6.9
2 76.3 70.7 61.4 9.3 5.6
3 79.1 74,9 62.0 12.9 4.2
4 83.1 77,5 58.9 18.5 5.6
5 83.6 78,5 60.9 17.6 5.1
  80.7 75,2 62.5 12.8 5.5

 

Πηγή: Κουτσαμπέλας Χ. και Τσακλόγλου Π. (2011), Αναδιανεμητικές επιδράσεις των μη χρηματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα, Επιστημονικές Εκθέσεις 6, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ, Αθήνα, σελ.25

Η ακριβής εκτίμηση των επιπτώσεων ενός νομισματικού μέτρου και δη ενός τόσο περίπλοκου όσο η ποσοτική χαλάρωση στην ανισότητα είναι αδύνατος εκ των προτέρων, για αυτό και απαιτείται εμπειρική μελέτη του ζητήματος. Έχει σημασία, όμως, η κατανόηση ενός βασικού συμπεράσματος: τα αποτελέσματα των νομισματικών πολιτικών έχουν πολλαπλές επιδράσεις, οι οποίες ταυτόχρονα ωθούν την ανισότητα σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Επομένως, η σχετική ισχύς του κάθε διανεμητικού καναλιού είναι αυτή, που διαμορφώνει τελικά την συνολική επίδραση του εκάστοτε νομισματικού μέτρου στα επίπεδα ανισοτήτων.

Αναφορές

Γιαννίτσης, Τ. και Ζωγραφάκης Σ. (2016). Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις.

Christopoulou, R. and Kosma, T. (2011) “Skills and wage inequality in Greece: evidence from matched employer-employee data, 1995-2002, Working Papers 123, Bank of Greece.

Erosa, A. and Ventura, G. (2002). “On inflation as a regressive consumption tax.” Journal of Monetary Economics, 49:4, pp. 761-795.

Doepke, M. and Schneider, M. (2006). “Inflation and the redistribution of nominal wealth.” Journal of Political Economy, 114:6, pp. 1069–1097.

Dolado, J., Motyovszki, G. and Pappa, E. (2018). “Monetary policy and inequality under labor market frictions and capital-skill complementarity.” Mimeo, European University Institute, Florence.

Κουτσαμπέλας Χ. και Τσακλόγλου Π. (2011), Αναδιανεμητικές επιδράσεις των μη χρηματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα, Επιστημονικές Εκθέσεις 6, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ, Αθήνα.

Lysenko, T., Glass, B. and Six, J.M. (2016). “QE And Economic Inequality: The U.K. Experience”, Standard & Poors Economic Research.

Sierminska E. (2014). Indebtedness of households and the cost of debt by household type and income group, European Commission.

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*