Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Eichengreen, Barry (2015) Hall of Mirrors: The Great Depression, The Great Recession, and the Uses -and Misuses- of History, New York: Oxford University Press, pp. 512

Για να βρεθεί μια περίοδος κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία γνώρισε μια τόσο μεγάλη αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπως αυτή που ξεκίνησε το 2007/8, θα πρέπει κανείς να ανατρέξει στη δεκαετία του 1930. Στο βιβλίο του Μπάρι Άιχενγκριν επιχειρείται μια συγκριτική μελέτη της ιστορίας της Μεγάλης Κρίσης του 1930 και της πρόσφατης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ο συγγραφέας εντοπίζει σημαντικές -θετικές- διαφορές, κυρίως στη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, οι οποίες απέτρεψαν την κρίση του 2007/8 να διολισθήσει σε μια νέα «Μεγάλη Κρίση». Ως προς αυτό, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, και ιδιαίτερα ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Μπεν Μπερνάνκι, φαίνεται πως έμαθαν από τα διδάγματα της οικονομικής ιστορίας. Από την άλλη πλευρά βέβαια, ο Άιχενγκριν εντοπίζει επίσης και σημαντικές -αρνητικές- ομοιότητες μεταξύ των δύο κρίσεων, που οδήγησαν με τη σειρά τους στον κλονισμό της χρηματοπιστωτικής και εν γένει της μακροοικονομικής σταθερότητας.

Α) Οι ομοιότητες ως προς τα αίτια και τον τρόπο διαχείρισης των δύο κρίσεων

Πιο συγκεκριμένα, ο Άιχενγκριν εντοπίζει ομοιότητες τόσο ως προς τις αιτίες που συνέτειναν στην πρόκληση και την εκδήλωση των δύο κρίσεων όσο και ως προς τον τρόπο διαχείρισης των τελευταίων από τους διαμορφωτές της πολιτικής. Αναφορικά με τις αιτίες, κοινή συνισταμένη αποτελεί η εμπέδωση στις ρυθμιστικές αρχές και την πολιτική ηγεσία μιας αφελούς πεποίθησης για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών τους αναφορικά με την τιθάσευση και σταθεροποίηση του οικονομικού κύκλου. Τη δεκαετία του 1920 η πεποίθηση αυτή αποκλήθηκε «Νέα Εποχή», ενώ τη δεκαετία του 2000 «Μεγάλη Εξομάλυνση». Και στις δύο περιπτώσεις ο εφησυχασμός προήλθε από ευτυχείς συγκυρίες που έδωσαν ώθηση στην παραγωγικότητα και συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, στη διαμόρφωση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα. Η αύξηση της παραγωγικότητας, ιδίως λόγω των νέων τεχνολογιών, δεν ευνόησε μόνο την αύξηση των εισοδημάτων, αλλά αποτέλεσε και καθοριστικό παράγοντα για τη σημαντική άνοδο της τιμής των μετοχών και των ακινήτων. Ο εξηλεκτρισμός, τη δεκαετία του 1920, και η έλευση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του διαδικτύου, τη δεκαετία του 2000, δημιούργησαν ένα ευνοϊκότερο επενδυτικό περιβάλλον που είχε ως αποτέλεσμα πιο χαλαρές ρυθμιστικές πολιτικές  για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κατ’ επέκταση την ανάληψη μεγαλύτερων κινδύνων από τους οικονομικούς δρώντες. Επιπλέον, και στις δύο περιπτώσεις, τα χαμηλά επιτόκια ήταν αποτέλεσμα και της νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών. Την περίοδο πριν από τη «Μεγάλη Κρίση» οι ομοσπονδιακές κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ εφάρμοσαν μια πολιτική χαμηλών επιτοκίων, με σκοπό την ανασυγκρότηση του κανόνα του χρυσού σε διεθνές επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, τα χαμηλά αμερικανικά επιτόκια ώθησαν τις κεφαλαιακές ροές προς την οικονομία της Μεγάλης Βρετανίας, που διατηρούσε τότε υψηλότερα επιτόκια. Με αυτό  τον τρόπο, διευκολύνθηκε η επανασύνδεση της λίρας στον κανόνα του χρυσού στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Παράλληλα, λόγω της χαμηλής απόδοσης των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, αναζητήθηκαν αποδοτικότερες επενδυτικές επιλογές από τους επενδυτές. Στο πλαίσιο αυτό, το επονομαζόμενο «δάνειο Dawes» των Συμμάχων προς τη Γερμανία έδωσε διέξοδο στα πλεονάζοντα αμερικανικά, κατά βάση, κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αντίστοιχα δάνεια για την οικονομική ανασυγκρότηση δόθηκαν και σε χώρες τις Λατινικής Αμερικής. Παρά τις υψηλές αποδόσεις των ξένων ομολόγων, η εγχώρια αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά διατηρούσε μεγαλύτερο εύρος και βάθος. Είναι ενδεικτικό πως το 1927, οι μετοχές απέδιδαν ένα εξαιρετικά υψηλό 38% το οποίο εκτοξεύτηκε σε 44% το 1928. Όπως είναι εύλογο, η διαρκής αυτή άνοδος των μετοχών οδήγησε από ένα σημείο και μετά στην τεχνητή δημιουργία υπεραποδόσεων, με αποτέλεσμα την εκδήλωση της χρηματιστηριακής κρίσης τον Οκτώβριο του 1929. Επιπρόσθετα, η υψηλή ρευστότητα που επικρατούσε στην αμερικανική αγορά, οδήγησε στην άνοδο των τιμών της γης και των κατοικιών, ειδικά στην πολιτεία της Φλόριντα των ΗΠΑ.

Αναφορικά τώρα με τη δεκαετία του 2000, η «Μεγάλη Εξομάλυνση» συνδέθηκε επίσης με μια πολιτική, εκ μέρους της Fed και του διοικητή της Άλαν Γκρίνσπαν, χαμηλών επιτοκίων που ευνοήθηκε από την μαζική επένδυση κεφαλαίων από την Κίνα και άλλες αναδυόμενες οικονομίες σε τίτλους του αμερικανικού δημοσίου. Έτσι, η τεράστια ρευστότητα σε παγκόσμιο επίπεδο απέτρεψε τους υπεύθυνους πολιτικής των κεντρικών τραπεζών να εντοπίσουν τους κινδύνους που σωρεύονταν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την αγορά ακινήτων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Επιπλέον, το κλίμα της αισιοδοξίας για την πορεία της οικονομίας δημιούργησε  στους διαμορφωτές της πολιτικής μια απατηλή εικόνα αναφορικά με το πόσο γρήγορα η φούσκα των τιμών στη στεγαστική αγορά θα έσκαγε. Η πεποίθηση που επικρατούσε τόσο στην «Μεγάλη Κρίση» όσο και στην πρόσφατη κρίση ήταν ότι εάν συγκρατηθεί το γενικό επίπεδο των τιμών και σταθεροποιηθεί η οικονομική δραστηριότητα, τότε οποιαδήποτε πτώση των τιμών στις κατοικίες δεν θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στη σταθερότητα της οικονομίας. Οι τιμές όμως στην αγορά κατοικίας μειώθηκαν ραγδαία: το 1925 κατά 25%, ενώ έως το 1933 η συνολική πτώση άγγιξε το 30%. Επίσης, μόνο στο τελευταίο τρίμηνο του 2007 η πτώση των τιμών στην αμερικανική αγορά κατοικίας είχε φτάσει το 9%. Αλλά και πάλι, η καθοδική αυτή πορεία δεν μετατράπηκε σε αντικείμενο ανησυχίας, λόγω του εφησυχασμού που προκαλούσε η -τότε ακόμα- ανοδική πορεία του ΑΕΠ. Καταληκτικά, η ως άνω ανάλυση του Μπάρι Άιχενγκριν φαίνεται πως επιβεβαιώνει το σύνδρομο αυτή-τη-φορά-είναι-διαφορετικά που οι Ρέινχαρτ-Ρογκόφ εντόπισαν σε οκτώ αιώνες ιστορίας οικονομικών κρίσεων (Carmen & Kenneth 2009). Συγκεκριμένα, οι Ρέινχαρτ-Ρογκόφ ισχυρίζονται πως «περίοδοι υψηλής διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου έχουν επανειλημμένα παραγάγει διεθνείς τραπεζικές κρίσεις», λόγω του ότι οι διαμορφωτές της πολιτικής εύρισκαν πάντοτε λόγους να εφησυχάζουν και να μην λαμβάνουν έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα. Η «Νέα Εποχή» και η «Μεγάλη Εξομάλυνση», όπως αναλύθηκαν παραπάνω, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα εμπέδωσης αυτής της νοοτροπίας.

Από την ιστορική σύγκριση, ομοιότητες ανιχνεύονται και στο επίπεδο της αντιφατικής, ενίοτε και ψοφοδεούς, αντίδρασης των κυβερνήσεων αναφορικά με τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που βρέθηκαν στο χείλος της χρεοκοπίας. Ο Άιχενγκριν εντοπίζει δύο προκλητικά παρόμοια περιστατικά που συνέβησαν με διαφορά 75 περίπου ετών και άναψαν τη σπίθα για την επέκταση της κρίσης: Μόλις δύο εβδομάδες πριν αναλάβει ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ την προεδρία των ΗΠΑ, το 1933, ο τραπεζικός όμιλος Guardian Group, ιδιοκτησίας του Χένρυ Φορντ, άρχισε να καταρρέει. Η αρμόδια αρχή ανασυγκρότησης του χρηματοπιστωτικού τομέα φάνηκε απρόθυμη να διασώσει αυτό το συστημικά σημαντικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, επειδή είχε προηγουμένως υποστεί πολλή αρνητική κριτική για τη διάσωση της Central Republic, μιας άλλης μεγάλης τράπεζας. Τελικά, την πτώχευση του Guardian Group ακολούθησε μια μαζική φυγή καταθέσεων και στη συνέχεια, επήλθε μια αλυσιδωτή αντίδραση τραπεζικών αποτυχιών. Αντιστοίχως, το Σεπτέμβριο του 2008, 75 χρόνια μετά την πτώχευση του Guardia Group, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και η Fed επέλεξαν να μην διασώσουν τη Lehman Brothers, επειδή είχαν επικριθεί λίγους μήνες νωρίτερα για τη διάσωση της Bear Stearns, μιας άλλης μεγάλης επενδυτικής τράπεζας. Αμέσως μετά την κατάρρευση της Lehman, το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ κατέστη πολύ πιο ευάλωτο, με αλυσιδωτές συνέπειες για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Και στις δύο περιπτώσεις, η Fed απέτυχε να δράσει και λόγω του ότι οι ως άνω χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί αποτελούσαν μέρος του σκιώδους τραπεζικού συστήματος και συνεπώς δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία της. Το συμπέρασμα, λοιπόν, που υπογραμμίζει ο συγγραφέας από τον παραπάνω παραλληλισμό σχετίζεται με ότι τα μέτρα διάσωσης ενδέχεται να προκαλέσουν αρχικά μια σκληρή πολιτική και κοινωνική αντίδραση, αλλά μερικές φορές είναι απαραίτητα για να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του συστήματος.

Β) Οι διαφορές στην νομισματική και την δημοσιονομική πολιτική…

Από την άλλη πλευρά, η σημαντικότερη διαφορά που εντοπίζει ο Άιχνεγκριν, αλλά και άλλοι μελετητές της «Μεγάλης Κρίσης» όπως ο Μίλτον Φρίντμαν, η Κριστίνα Ρόμερ και ο Μπεν Μπερνάκι, αφορά τη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών. Ειδικότερα, οι εξαιρετικά επιθετικές μειώσεις των επιτοκίων της Τράπεζας της Αγγλίας και της Fed στα τέλη του 2008, καθώς και οι λιγότερο επιθετικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), βρίσκονται στον αντίποδα της πολιτικής που εφαρμόστηκε τα χρόνια της «Μεγάλης Κρίσης». Η Γερμανία, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ αύξησαν τα επιτόκια το διάστημα 1931-1932 σε μια ύστατη προσπάθεια να υπερασπιστούν τα νομίσματά τους. Επιπλέον, η προσφορά χρήματος συνέχισε να αυξάνεται ραγδαία το 2008, σε αντίθεση με το 1929, όταν αρχικά έδειξε σημάδια στασιμότητας πριν ξεκινήσει στη συνέχεια την πτωτική της πορεία.

Αναλυτικότερα, τη δεκαετία του 1930, οι χώρες που παρέμειναν στον κανόνα του χρυσού δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν επεκτατικές νομισματικές πολιτικές. Επίσης, οι κυβερνήσεις τους ήταν απρόθυμες να εφαρμόσουν προγράμματα με δημοσιονομικά κίνητρα, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε διαρροή αποθεμάτων χρυσού λόγω της αύξησης  των εισαγωγών. Επομένως, η νομισματική πολιτική ήταν περιοριστική, τουλάχιστον, τα πρώτα χρόνια της «Μεγάλης Κρίσης». Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά και η αύξηση των προεξοφλητικών επιτοκίων το 1929. Τα προεξοφλητικά επιτόκια στη συνέχεια μειώθηκαν, αλλά δεν έφτασαν σε καμία περίπτωση κοντά στο μηδέν, όπως συνέβη στην πρόσφατη κρίση. Ειδικότερα, στις ΗΠΑ, η Fed αύξησε το προεξοφλητικό επιτόκιο από 5% στο 6% τον Αύγουστο του 1929, προκειμένου να περιορίσει την κερδοσκοπία στη χρηματιστηριακή αγορά. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται μια χαρακτηριστική ομοιότητα με την απόφαση της ΕΚΤ τον Απρίλιο του 2008 να αυξήσει επίσης το προεξοφλητικό επιτόκιο. Τα επόμενα χρόνια όμως, η αμερικανική κεντρική τράπεζα άλλαξε πολιτική και καθόρισε το προεξοφλητικό επιτόκιο στο 2,5% το 1931, ενώ στα τέλη της ίδιας δεκαετίας το έριξε στο 1%. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Αυστρία και σε μικρότερο βαθμό η Γερμανία ακολούθησαν παρόμοιο ρυθμό αύξησης των προεξοφλητικών επιτοκίων στην πρώτη φάσης της «Μεγάλης Κρίσης», ενώ στη συνέχεια ακολούθησε μείωσή τους. Παράλληλα βέβαια, ο  αποπληθωρισμός από το 1929 έως το 1932, οδήγησε τα πραγματικά επιτόκια σε υψηλά επίπεδα. Εντούτοις, μια σημαντική διαφορά μεταξύ της «Μεγάλης Κρίσης» και της κρίσης του 2007/8 είναι ότι φαινόμενα αποπληθωρισμού υπήρχαν, στην πρώτη περίπτωση, ήδη πριν από το 1929, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Αντίθετα, το 2008 ήταν ένα έτος με αυξανόμενες τιμές παγκοσμίως ως συνέπεια της έντονης ανάπτυξης και της αυξανόμενης ζήτησης πρώτων υλών, πετρελαίου και τροφίμων. Τούτων δοθέντων, ο Άιχενγκριν εντοπίζει το λάθος στην πολιτική της Fed στην προσήλωσή της στη λεγόμενη «ποσοτική θεωρία του χρήματος». Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, οι τιμές εξαρτώνται από την προσφορά χρήματος σε σχέση με την ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται προς πώληση. Η ποσότητα όμως του χρήματος σε μια οικονομία, υποστηρίζει ο συγγραφέας, υιοθετώντας την κεϋνσιανή θεώρηση, εξαρτάται και από την επιχειρηματική εμπιστοσύνη. Εάν καταρρεύσει η τελευταία, οι τιμές θα ακολουθήσουν μια πτωτική πορεία.

Επιπλέον, λόγω του κανόνα του χρυσού, οι κεντρικές τράπεζες διέθεταν μικρά περιθώρια ενίσχυσης της ρευστότητας, μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων εξαγοράς χρεογράφων, σε αντίθεση με τα εκτεταμένα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης που έλαβαν χώρα μετά το 2008. Για παράδειγμα, η Τράπεζα της Γαλλίας απαγορεύτηκε να αποκτήσει χρεόγραφα από την εγχώρια αγορά, ώστε να μην υπάρξει υπόνοια χρηματοδότησης του κρατικού χρέους, θυμίζοντας με αυτό τον τρόπο τη ρήτρα μη διάσωσης που έχει θεσπιστεί στην περίπτωση της ΕΚΤ. Η ομοσπονδιακή τράπεζα της Νέας Υόρκης είδε τα αποθέματά της σε χρυσό να μειώνονται κάτω από το 50% τον Ιούνιο του 1932 και να αγγίζουν το κατώτατο επιτρεπτό όριο του 40% όπως όριζε το καταστατικό της. Η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της απόφασής της, το Φεβρουάριο του ίδιου έτους, να διευρύνει τις αποδεκτές εγγυήσεις για  την παροχή ρευστότητας προς τις τράπεζες, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου, του λεγόμενου Thomas Plan, μέσω του οποίου η κυβέρνηση πωλούσε ομόλογα στην κεντρική τράπεζα και η τελευταία αύξανε έως του ποσού αυτού την προσφορά χρήματος.

Αντίθετα, οι υπεύθυνοι για τη νομισματική πολιτική στην πρόσφατη κρίση του 2007/8 διέθεταν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας. Τα επιτόκια προεξόφλησης μειώθηκαν ακόμα και κάτω από 1% στην Ε.Ε, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Οι κεντρικές τράπεζες πλημμύρισαν με ρευστότητα τις αγορές ενισχύοντας την προσφορά χρήματος μέσω των πράξεων ανοικτής αγοράς και άλλων λιγότερο συμβατικών μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης. Στο σημείο αυτό ο Άιχενγκριν διατυπώνει μια σημαντική παρατήρηση: η αποτελεσματικότερη, προληπτικού χαρακτήρα, δράση των κεντρικών τραπεζών μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω των εργαλείων της μακροπροληπτικής εποπτείας -όπως είναι η θέσπιση ορίων μόχλευσης ιδίως στα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια- και όχι μέσω της αύξησης των επιτοκίων. Τα τελευταία θα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τις ανάγκες τις οικονομίας, αναλόγως της φάσης του οικονομικού κύκλου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αύξησή τους με σκοπό την περιστολή της μόχλευσης  των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και χωρίς την ταυτόχρονη εφαρμογή μακροπροληπτικών πολιτικών μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην οικονομική ανάπτυξη, όπως άλλωστε κατέδειξε η κρίση της δεκαετίας του 1930.

Άλλη μια διαφορά σχετίζεται με το ότι η νομισματική πολιτική συντονίστηκε μεταξύ των κυβερνήσεων στο πλαίσιο των συναντήσεων των G20, σε αντίθεση με τις αποκλίνουσες και ασυντόνιστες πορείες που χάραξαν οι κυβερνήσεις τη δεκαετία του 1930. Η αιτία της απουσίας κάποιου είδους διεθνούς συνεργασίας την περίοδο της «Μεγάλης Κρίσης», αποδίδεται σύμφωνα με τον Άιχενγκριν πάντοτε, στο ότι οι κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ένα ενιαίο σχέδιο δράσης. Η έλλειψη συντονισμού φάνηκε, για παράδειγμα, πρώτα από την προστατευτική νομοθεσία (Smoot-Hawley) που τέθηκε σε ισχύ από τον πρόεδρο Χέρμπερτ Χούβερ στα μέσα του 1930. Έπειτα, από το ότι οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τον κανόνα του χρυσού τον Απρίλιο του 1933, αφού πρώτα τον είχε εγκαταλείψει η Μεγάλη Βρετανία το 1931. Στη συνέχεια, το 1934, ο πρόεδρος Ρούσβελτ επανασύνδεσε το δολάριο με το χρυσό, με αποτέλεσμα την αύξηση της επίσημης τιμής του χρυσού από 20,67 δολάρια ανά ουγγιά τον Οκτώβριο 1933 σε 35 δολάρια ανά ουγγιά τον Ιανουάριο 1934. Η κίνηση αυτή θα μπορούσε να αποβεί καταστρεπτική για την αμερικανική οικονομία και να πυροδοτήσει μαζική εκροή του χρυσού από τη χώρα. Εντούτοις, οι πολιτικές εντάσεις στην Ευρώπη οδήγησαν σε μαζική ροή χρυσού προς την Αμερική και σύμφωνα πάντοτε με τον Μπάρι Άιχενγκριν, αυτό το γεγονός αποτέλεσε την απαρχή για την καθιέρωση του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος που λειτουργεί σαν ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους κρίσεων. Το ίδιο συνέβη και στην αρχή της κρίσης του 2007/8, όταν οι αναδυόμενες οικονομίες αύξησαν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα σε δολάρια, παρά την αποσταθεροποίηση του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και παρά το διογκούμενο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ. Η εξήγηση -και σε αυτή την περίπτωση- εντοπίζεται στην πολιτική αδυναμία της Ευρώπης και κατ’ επέκταση στην αποδυνάμωση της αξιοπιστίας του ευρώ. Τέλος, η απροθυμία των κυβερνήσεων για συντονισμένη δράση φάνηκε στα μέσα του 1931, όταν τα αποθέματα χρυσού της γερμανικής κεντρικής τράπεζας άρχισαν να μειώνονται ραγδαία. Ενόψει μιας δραματικής τραπεζικής κρίσης, ο τότε διοικητής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Χανς Λούθερ, ζήτησε από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία την παροχή έκτακτης βοήθειας και ενός moratorium στην αποπληρωμή των πολεμικών επανορθώσεων. Αν και οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία υποστήριξαν τα αιτήματα της Γερμανίας και παρείχαν μια έκτακτη πιστοληπτική γραμμή 100 εκατομμυρίων δολαρίων, η διακρατική συνεργασία αποδείχτηκε ανεπαρκής και τελικά, η γερμανική κεντρική τράπεζα αναγκάστηκε να επιβάλει κεφαλαιακούς περιορισμούς στο τραπεζικό της σύστημα. Αντίθετα, από το Δεκέμβριο του 2008 και μετά, η Fed λειτούργησε ως συντονιστικό κέντρο και ως δανειστής ύστατης καταφυγής για τη διάσωση της παγκόσμιας οικονομίας μέσα από ένα εκτεταμένο πρόγραμμα συμβάσεων ανταλλαγής νομισμάτων. Αρχικά, το Δεκέμβριο, έλαβε χώρα η σύναψη δυο τέτοιων συμβάσεων. Μία με την ΕΚΤ (20 δισεκατομμύρια δολάρια) και μία με την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (4 δισεκατομμύρια δολάρια). Τον Οκτώβριο του 2008 τα ποσά των συμβάσεων αυξήθηκαν, φθάνοντας στα 210 και τα 60 δισεκατομμύρια αντίστοιχα. Ακολούθησαν αντίστοιχες συμφωνίες το 2010, με την Τράπεζα της Αγγλίας, την Τράπεζα της Ιαπωνίας και στη συνέχεια με τις κεντρικές τράπεζες της Αυστραλίας, του Καναδά, της Σουηδίας, της Δανίας, της Νορβηγίας και της Νέας Ζηλανδίας.

Συμπερασματικά, οι νομισματικές εξελίξεις ήταν μια κρίσιμη πηγή της ανάκαμψης της αμερικανικής οικονομίας από τη «Μεγάλη Κρίση». Η δημοσιονομική πολιτική, αντιθέτως, δεν συνέβαλε εξίσου στην πορεία προς την ανάκαμψη. Κατά τη διάρκεια της «Μεγάλης Κρίσης», οι πολιτικοί εστίασαν στην εξισορρόπηση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού αντί να υιοθετήσουν μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση έλαβε μέτρα που επιδείνωσαν την οικονομία. Για παράδειγμα, το Κογκρέσο ψήφισε το νόμο περί εσόδων του 1932, ο οποίος αύξησε τους φόρους για πολλούς φορολογούμενους μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Οι προσπάθειες για την εξισορρόπηση του προϋπολογισμού εμπόδιζαν επίσης την κυβέρνηση να δαπανήσει για κοινωνικά προγράμματα που θα παρείχαν κοινωνικές υπηρεσίες τουλάχιστον σε κείνους που επηρεάστηκαν δυσμενώς από την ύφεση. Ένας φαύλος κύκλος ακολούθησε λόγω των μειωμένων καταναλωτικών δαπανών και της υψηλής ανεργίας, γεγονός που μείωσε περαιτέρω τα φορολογικά έσοδα. Η κυβέρνηση Χέρμπερτ Χούβερ και ιδίως ο υπουργός Οικονομικών, Άντριου Μέλον, επέμεινε σε μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική με σκοπό την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας όμως, αυτή η πολιτική διαιώνισε το φαύλο κύκλο μεταξύ της χαμηλής ζήτησης και των τραπεζικών προβλημάτων. Βέβαια, η ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων από τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ δημιούργησε νέα δεδομένα στο επίπεδο της δημοσιονομικής πολιτικής. Ο Άιχενγκριν όμως δεν θεωρεί πως το πρόγραμμα New Deal, που σηματοδότησε την αύξηση των δημοσίων δαπανών, αποτέλεσε επαρκές δημοσιονομικό ερέθισμα για την ανάκαμψη της οικονομίας. Επιπλέον, ο Ρούζβελτ, παρά την πρόσκαιρη εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού από τις ΗΠΑ επί ημερών του, δεν έπαψε να υποστηρίζει τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Το διάστημα 1936-1937 μάλιστα, η Fed σε συνεργασία με την κυβέρνηση αποφάσισε την αύξηση των αποθεματικών των εμπορικών τραπεζών στην κεντρική τράπεζα, γεγονός που περιόρισε την πίστωση στην οικονομία και οδήγησε σε πρόσκαιρη ύφεση.   Είναι ενδεικτικό άλλωστε της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής το ότι το ομοσπονδιακό χρέος το 1936 ανερχόταν μόλις στο 40% του ΑΕΠ σε σύγκριση με το 90% στο οποίο είχε διαμορφωθεί το αντίστοιχο χρέος το 2009.

Από την άλλη πλευρά, σε δημοσιονομικό πάντα επίπεδο, η αντίδραση της κυβέρνησης την περίοδο 2007-2009 ήταν σημαντικά διαφορετική. Το Κογκρέσο θέσπισε δύο σημαντικά μέτρα που σχετίζονται με την οικονομική κρίση. Πρώτον, τον Οκτώβριο του 2008, ψήφισε το σχέδιο αποκατάστασης  περιουσιακών στοιχείων ύψους 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων (TARP). Το σχέδιο αυτό έδωσε την εξουσιοδότηση στο υπουργείο Οικονομικών να δαπανήσει δημόσια κεφάλαια για τη σταθεροποίηση ή/και τη διάσωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ο στόχος του TARP, λοιπόν, ήταν να αποτραπεί η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιτρέποντας στο υπουργείο Οικονομικών να αγοράζει τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία. Στη συνέχεια, το Φεβρουάριο του 2009, το Κογκρέσο ψήφισε ένα σημαντικό δημοσιονομικό πακέτο για την πραγματική οικονομία ύψους 787 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα μέτρα του πακέτου περιέλαβαν φορολογικές μειώσεις, δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια και  κυβερνητικές επενδύσεις σε υποδομές κ.ο.κ. Αλλά και σε επίπεδο διακρατικής συνεργασίας, προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και η Σύνοδος των G20 στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 2009, όπου ανακοινώθηκε ένα δημοσιονομικό πακέτο ύψους 1,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Μια ακόμα διαφορά μεταξύ της «Μεγάλης Κρίσης» και της ύφεσης της περιόδου 2007-2009 ήταν η βελτίωση της οργάνωσης, της λειτουργίας και της θεσμικής γνώσης της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ. H Fed ιδρύθηκε το 1913 και επομένως ήταν μια σχετικά νέα και άπειρη θεσμική οργάνωση όταν ξέσπασε η κρίση το 1929. Επιπλέον, μετά το θάνατο του πιο ικανού διοικητή της ομοσπονδιακής τράπεζας της Νέας Υόρκης, Μπέντζαμιν Στρονγκ, τον Οκτώβριο του 1928, δεν υπήρξε κάποιος εξίσου άξιος και αποτελεσματικός συνεχιστής στο τιμόνι της χάραξης της νομισματικής πολιτικής. Συνεπώς, η πτώχευση του Guardian Group το 1933, όπως προαναφέρθηκε, καταδεικνύει το ρυθμιστικό κενό λειτουργίας της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ η οποία ιδρύθηκε, με σκοπό να αυξάνει τη βραχυπρόθεσμη ελαστικότητα της πίστωσης στην οικονομία. Ως εκ τούτου, σε περίοδο παρατεταμένη κρίσης και επίμονου αποπληθωρισμού, η Fed αδυνατούσε, εκ φύσεως, να δράσει αποτελεσματικά. Επιπλέον, η απουσία ενός συστήματος προστασίας των καταθέσεων στα πρώτα χρόνια της ύφεσης, δείγμα της θεσμικής απειρίας και αυτό, είχε σοβαρές συνέπειες για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η κυβέρνηση Χούβερ επέλεξε τη δημιουργία μιας αρχής για την προστασία των καταθέσεων (National Credit Corporation), τα κεφάλαια της οποίας όμως προέρχονταν από εθελοντικές συνεισφορές των τραπεζών της τάξης του 2% των καταθέσεων που διέθεταν. Παρά ταύτα, οι μικρότερες τράπεζες δεν είχαν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν ένα τέτοιο ποσό και ως εκ τούτου, η αρχή αυτή είχε περιορισμένες δυνατότητες δράσης.

Από την άλλη πλευρά, μετά το 2008 δεν επαναλήφθηκε μια μαζική εκροή καταθέσεων, όπως στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Τούτο δεν συνέβη, επειδή οι καταθέτες γνώριζαν ότι οι καταθέσεις έως 100.000 δολάρια ήταν ασφαλισμένες από την αρμόδια ομοσπονδιακή αρχή εγγύησης των καταθέσεων. Το ποσό αυτό, μάλιστα, αυξήθηκε προσωρινά σε 250.000 δολάρια τον Οκτώβριο του 2008 για την περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο τραπεζικό σύστημα. Είναι ενδεικτικό άλλωστε, πως μεταξύ  2008 και 2009, μόλις 165 τράπεζες πτώχευσαν σε σχέση με τις 9.000 τράπεζες που ανέστειλαν τις δραστηριότητές τους κατά τη «Μεγάλη Ύφεση».

Γ) …και τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Η σημαντικότερη ίσως διαφορά, ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών των εξεταζόμενων κρίσεων, που εντοπίζει ο Άιχενγκριν -εκτός της νομισματικής πολιτικής- έγκειται στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τις αμερικανικές κυβερνήσεις. Ενώ η κυβέρνηση Ρούσβελτ επικεντρώθηκε στη μεταρρύθμιση του συστήματος, η κυβέρνηση Ομπάμα έδωσε προτεραιότητα στην ανάκαμψη της οικονομίας, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μπάρυ Άιχενγκριν. Αυτό αντανακλάται στη σημαντική διαφορά ως προς το εύρος της ρυθμιστικής παρέμβασης που σηματοδότησε τόσο η έκτακτη νομοθεσία για τις τράπεζες του 1933 όσο και η περίφημη συμπληρωματική νομοθεσία Glass-Steagall, μέσω της οποίας θεσπίστηκε το ομοσπονδιακό σύστημα προστασίας των καταθέσεων και  διαχωρίστηκε η επενδυτική τραπεζική από την εμπορική τραπεζική για να καταπολεμηθούν οι κερδοσκοπικές επενδύσεις. Επίσης, ο νόμος περί χρεογράφων του 1933 ήταν η πρώτη σημαντική νομοθεσία σχετικά με την πώληση κινητών αξιών. Η νομοθεσία αυτή προέβλεπε πως οι επενδυτές πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες για τίτλους που προσφέρονται για δημόσια πώληση. Αυτό σημαίνει ότι οι εισηγμένες εταιρείες υποχρεούνται να υποβάλλουν πληροφορίες που να είναι άμεσα διαθέσιμες στους επενδυτές, έτσι ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια στην κεφαλαιαγορά. Επιπρόσθετα, ως μέρος της νομοθεσίας New Deal, το Κογκρέσο ενέκρινε το νόμο περί δανεισμού ιδιοκτητών κατοικίας του 1933, ο οποίος με τη σειρά του δημιούργησε τη δημόσια εταιρία δανείων για τους ιδιοκτήτες κατοικιών. Η βασική αρμοδιότητα της συγκεκριμένης ομοσπονδιακής αρχής ήταν να αναχρηματοδοτεί τα στεγαστικά δάνεια που ήταν σε αδυναμία πληρωμής. Προκειμένου να μειωθεί το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων, η ως άνω αρχή αγόραζε παλαιά ενυπόθηκα δάνεια από τράπεζες με κρατικά ομόλογα που χρηματοδοτούνταν από το δημόσιο και τις κεφαλαιαγορές, δημιουργώντας με  αυτό τον τρόπο μια δευτερογενή αγορά ενυπόθηκων δανείων με μεγαλύτερη ρευστότητα. Έως το 1934 περίπου ένα στα πέντε στεγαστικά δάνεια στην Αμερική ανήκαν στην δημόσια αυτή αρχή.

Απεναντίας, η κρίση του 2007/8 δεν είχε ως αποτέλεσμα κάποια ουσιώδη μεταβολή αναφορικά με τη χρηματοπιστωτική ρύθμιση. Η κυβέρνηση Ομπάμα, με τα εκτεταμένα προγράμματα παροχής ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα τα οποία πλαισιώθηκαν από τρία προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (2008, 2010 και 2011), κατάφερε απλώς να σταθεροποιήσει την οικονομία και να αποτρέψει μια νέα «Μεγάλη Κρίση». Με τη νομοθεσία Ντοντ-Φρανκ που θεσπίστηκε το 2010, καθορίστηκε ένα βελτιωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, χωρίς βέβαια να φτάνει τη ριζοσπαστικότητα της νομοθεσίας Glass-Steagall. Το ριζοσπαστικότερο μέτρο που μπορεί να εντοπιστεί στη συγκεκριμένη νομοθεσία, εκτός της αύξησης των εποπτικών κεφαλαίων, έγκειται στη μερική απαγόρευση των τραπεζών να χρησιμοποιούν τα ίδια κεφάλαια, για να διεξάγουν χρηματοοικονομικές συναλλαγές για δικό τους όφελος. Αναφορικά με το ζήτημα της ανακούφισης των πολιτών που δανείστηκαν για την αγορά της κατοικίας τους, τα μέτρα που ελήφθησαν δεν συγκρίνονται με την έκταση της παρέμβασης της κυβέρνησης Ρούσβελτ. Το ομοσπονδιακό πρόγραμμα αναθεώρησης των όρων των στεγαστικών δανείων που ψηφίστηκε το 2009 από το Κογκρέσο είχε ως στόχο να βοηθήσει τους ιδιοκτήτες κατοικιών, που δαπανούν πάνω από το 31% του εισοδήματός τους για πληρωμές υποθηκών, να αποφύγουν την κατάσχεση. Συνολικά όμως, όπως αναφέρει ο Άιχενγκριν, το πρόγραμμα αυτό κάλυψε περίπου έναν στους τριάντα δανειολήπτες σε σχέση με τον ένα στους δέκα που κάλυψε το αντίστοιχο πρόγραμμα τη δεκαετία του 1930.

Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω αφορά τις αιτίες οι οποίες απέτρεψαν τους διαμορφωτές της πολιτικής, μετά την κρίση του 2007/8, να λάβουν ριζοσπαστικότερα μέτρα στο πεδίο της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αν και όπως έχει υποστηριχθεί γενικά, έπειτα από κάθε κρίση ακολουθεί ένας ρυθμιστικός κύκλος παρεμβάσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (Dagher 2018), ο Μπάρι Άιχενγκριν διευκρινίζει πως η ρυθμιστική περίμετρος των κύκλων αυτών συναρτάται με το εύρος και το βάθος της κάθε κρίσης. Η κρίση του 1929, σύμφωνα με το συγγραφέα πάντοτε, ήταν πιο έντονη, γεγονός που οδήγησε τις τότε κυβερνήσεις στην ανάληψη ριζοσπαστικότερων μέτρων. Απεναντίας, η πρόσφατη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, λόγω του ότι αντιμετωπίστηκε γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα, δεν εξελίχτηκε τόσο βλαπτικά για τις εθνικές οικονομίες και τα χρηματοπιστωτικά συστήματα. Για παράδειγμα, το 1929 ο χρηματιστηριακός δείκτης των πεντακοσίων μεγαλύτερων επιχειρήσεων κατακρημνίστηκε κατά 90%, σε σχέση με το 56% μετά το 2008. Η ανεργία την περίοδο της «Μεγάλης Ύφεσης» στις ΗΠΑ έφτασε το 25%, ενώ το 2010 δεν ξεπέρασε κατά πολύ το 10%. Το παγκόσμιο ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 25% μεταξύ 1929 και 1932, ενώ το διάστημα 2008-2009 μόλις κατά 3,5%. Επομένως, ο Άιχενγκριν θεωρεί πως οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν μεγαλύτερη πίεση από το εκλογικό σώμα, ώστε να άρουν τα προνόμια και τις κακές πρακτικές από το χρηματοπιστωτικό σύστημα τη δεκαετία του 1930. Για τον ίδιο λόγο επίσης, οι τότε πολιτικές ηγεσίες άντεξαν στην πίεση του τραπεζικού λόμπι για ηπιότερες ρυθμίσεις. Από την άλλη πλευρά, μετά το 2008 ο χρηματοπιστωτικός τομέας διατήρησε την υψηλή επιρροή του στη λήψη των αποφάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, είναι το περιορισμένο πρόγραμμα προστασίας των δανειοληπτών όπως προαναφέρθηκε, που οφείλεται στο ότι οι τράπεζες δεν επιθυμούσαν την κρατική και δικαστική προστασία των δανειοληπτών. Προτιμούσαν δηλαδή να δουν ένα ποσοστό των στεγαστικών δανείων τους να κοκκινίζει, στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο της κρίσης, παρά να επιτρέψουν, μέσω των δικαστικών αποφάσεων για τις κατασχέσεις, να επανακαθοριστούν οι όροι των δανείων από τους δικαστές ή τις ρυθμιστικές αρχές.

Συνολικά, ο Άιχενγκριν ισχυρίζεται ότι η «Μεγάλη Κρίση» δεν θα είχε τόσο έντονες συνέπειες, εάν είχε εφαρμοστεί μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Από την άλλη πλευρά, το κεϋνσιανό αυτό δίδαγμα φαίνεται πως το αναγνώρισαν μόνο εν μέρει οι διαμορφωτές της πολιτικής στην πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση. Με άλλα λόγια, όπως το διατυπώνει ο συγγραφέας, «μπορεί να αποφεύχθηκαν τα χειρότερα, αλλά δεν επιτεύχθηκε το βέλτιστο». Για τον Άιχενγκριν δηλαδή υπήρχαν σημαντικά περιθώρια ακόμα αύξησης των δημοσίων δαπανών που θα λειτουργούσαν πολλαπλασιαστικά για την οικονομία. Ως εκ τούτου, η κριτική του στρέφεται στις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν, ιδίως, στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Επιπλέον, η άτολμη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος δημιουργεί βάσιμες υποψίες στο συγγραφέα πως μια μελλοντική χρηματοπιστωτική κρίση είναι πολύ πιθανή. Ωστόσο, όσο ανεπαρκής και εάν ήταν η δημοσιονομική πολιτική την περίοδο της «Μεγάλης Κρίσης», μεταξύ του 1933 και του 1937, η πραγματική αύξηση του εγχώριου προϊόντος των ΗΠΑ ήταν κατά μέσο όρο 8%. Μεταξύ του 2010 και του 2013 όμως, η αύξηση του ΑΕΠ ήταν κατά μέσο όρο μόλις 2% ετησίως. Τι μπορεί να εξηγήσει αυτή τη διαφορά στο ρυθμό ανάπτυξης; Ο Άιχενγκριν ισχυρίζεται πως το πόσο γρήγορα μπορείς να αναπτυχθείς έπειτα από μια κρίση συναρτάται με το σημείο αφετηρίας. Με άλλα λόγια, από το βαθμό πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, ο ίδιος ο Άιχενγκριν επισημαίνει ότι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης Ρούσβελτ -αλλά και της κυβέρνησης Ομπάμα- μπορεί να ήταν ένα βήμα προόδου σε σχέση με όσα είχαν προηγηθεί, αλλά σε καμία περίπτωση δεν απέφεραν σημαντικά μακροοικονομικά αποτελέσματα.

Τούτων δοθέντων, ο εντοπισμός της αιτίας για την οικονομική άνοδο της δεκαετίας του 1930 είναι αναγκαίο να αναζητηθεί (και) στην πλευρά της προσφοράς. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, ένας σημαντικός παράγοντας που ευνόησε την ταχεία άνοδο του ΑΕΠ μεταξύ 1933 και 1937 ήταν η αύξηση της παραγωγικότητας. Συγκεκριμένα, ενώ η παραγωγικότητα μειώθηκε σημαντικά έως το 1933, από κείνο το σημείο και έως το 1936 αυξήθηκε αλματωδώς. Αντίθετα, στο αρχικό στάδιο της κρίσης του 2007/8 ενώ μειώθηκε πολύ λιγότερο, δεν κατάφερε να ανακάμψει στη συνέχεια. Συνεπώς, η ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας μετά το 1933 δείχνει μια οικονομία με σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες που της επέτρεψαν να κινηθεί ανοδικά, σε αντίθεση με την πολύ χαμηλή αύξησή της μετά το 2009 που δείχνει μια οικονομία με πιο περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες (Ohanian 2016). Η διαπίστωση αυτή ίσως να συνδέεται με τη διαφαινόμενη προοπτική της μακροπρόθεσμης στασιμότητας της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας και ειδικότερα σε ό,τι αφορά το δυνητικό προϊόν. Οικονομολόγοι, όπως ο Ρόμπερτ Γκόρντον και ο Λάρι Σάμερς μεταξύ άλλων, έχουν εντοπίσει ορισμένους παράγοντες -όπως την περιορισμένη τεχνολογική μεταβολή, το νέο παγκόσμιο καταμερισμό των έργων μεταξύ αναπτυσσόμενων και ανεπτυγμένων οικονομιών, τις ανισότητες, τη δημογραφική συρρίκνωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το εργατικό δυναμικό- που αποτελούν κρίσιμες πτυχές για την εξήγηση της απόκλισης των ρυθμών ανάπτυξης μεταξύ των δύο κρίσεων που συγκρίνει ο Άιχενγκριν. Ως εκ τούτου, μια κεϋνσιανή κριτική, όπως αυτή του συγγραφέα, για να είναι ακόμα πιο πειστική χρειάζεται να λάβει υπόψη το εντελώς διαφορετικό status quo της σύγχρονης οικονομίας. Τούτο φυσικά, με δεδομένη τη συγκυρία των πολύ χαμηλών πραγματικών βραχυπρόθεσμων επιτοκίων και της υστέρησης της επένδυσης σε σχέση με την αποταμίευση, ενισχύει την άποψη για την αναγκαιότητα μιας πιο ενεργητικής (τι άλλο;) δημοσιονομικής πολιτικής.

Αναφορές

Dagher, Jihad. (2018) “Regulatory Cycles: Revisiting the Political Economy of Financial Crises”, Working Paper No 18/8, IMF

Ohanian, Lee. (2017) “The Great Recession in the Shadow of the Great Depression: A Review Essay on , by Barry Eichengreen”, Journal of Economic Literature, 55(4), pp. 1583-1601

Reinhart, Carmen & Kenneth Rogoff. (2009) This Time is Different: Eight Centuries of Financial Folly, Princeton: Princeton University Press

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*