4 3 2 1

Paul Auster, 2018, 4 3 2 1, μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη, Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 1224

Πόσο ενδιαφέρουσα σκέψη, είπε από μέσα του ο Φέργκιουσον· να φαντάζεται πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα γι’ αυτόν παρόλο που ήταν ο ίδιος. Το ίδιο αγόρι σε διαφορετικό σπίτι με διαφορετικό δέντρο. Το ίδιο αγόρι με διαφορετικούς γονείς. Το ίδιο αγόρι με τους ίδιους γονείς που δεν έκαναν τα ίδια πράγματα με τώρα. Κι αν ο πατέρας του ήταν ακόμη κυνηγός μεγάλων θηραμάτων, για παράδειγμα, και ζούσαν όλοι στην Αφρική; Κι αν η μητέρα του ήταν μια διάσημη ηθοποιός του κινηματογράφου και ζούσαν όλοι στο Χόλιγουντ; Κι αν είχε αδελφό ή αδελφή; Κι αν ο θείος του ο Άρτσι δεν είχε πεθάνει και το δικό του όνομα δεν ήταν Άρτσι; Κι αν είχε πέσει από το ίδιο δέντρο και είχε σπάσει δύο πόδια αντί για ένα; Κι αν είχε σπάσει και τα δύο χέρια και τα δύο πόδια; Κι αν είχε σκοτωθεί; Ναι, όλα ήταν πιθανά, και το ότι τα πράγματα γίνονταν έτσι δεν σήμαινε από μόνο του ότι δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς.

Στις 3 Μαρτίου 1947 γεννιέται ο Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον, το μοναδικό παιδί της Ρόουζ και του Στάνλεϊ Φέργκιουσον.
Από αυτή την αφετηρία ξεκινούν τέσσερα παράλληλα μονοπάτια ζωής: τέσσερις Φέργκιουσον που θα ζήσουν τέσσερις εντελώς διαφορετικές ζωές. Η τύχη των οικογενειών τους αποκλίνει. Οι έρωτες, οι φιλίες και τα πάθη τους είναι αντίθετα.
Ωστόσο κάθε εκδοχή της ιστορίας του Φέργκιουσον διατρέχει το κατακερματισμένο πεδίο της Αμερικής των μέσων του 20ού αιώνα σε ένα μεγαλόπνοο μυθιστόρημα για το δικαίωμα στην ύπαρξη και τις ατελείωτες πιθανότητές της, για την αγάπηκαι την πληρότητα της ζωής.

“Αν είναι αυτό αίτημα και του συγγραφέα για τον εαυτό του, αν το 4 3 2 1 εντάσσεται σε μια αμετανόητη και ακατάπαυστη διεκδίκηση της νεανικής ορμής, της νεότητας ως τήρησης των καταστατικών αρχών του εαυτού, αν είναι δήλωση και πράξη πίστης προς το ιδανικό της γραφής; Δεν ξέρω αν τελικά έχει σημασία, πάντως υποψιάζομαι πως ναι: ίσως αυτό να εξηγεί εν μέρει και τη συσσώρευση που χαρακτηρίζει το βιβλίο – μια συσσώρευση που συνήθως την περιμένουμε από συγγραφείς στο πρώτο έργο τους, που προσπαθούν να χωρέσουν στις σελίδες του τα πάντα, ό,τι αποσκευές έχουν φορτωθεί στη ζωή τους (να σημειώσω εδώ ότι ο συγγραφέας έγραφε με το άγχος μήπως δεν προλάβει να ολοκληρώσει το βιβλίο· μια βασική σταθερά του έργου και της σκέψης του, άλλωστε, είναι ότι ο θάνατος μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή). Αλλά στο κάτω κάτω, ο πραγματικός Όστερ, αυτός που ζει έξω από τις σελίδες, για τον αναγνώστη δεν έχει τόση σημασία, όπως δεν έχουν σημασία και οι προθέσεις του. Ο διάλογος γίνεται με τις λέξεις όπως τυπώθηκαν και με τον συγγραφέα που δημιουργείται όπως αυτές οι λέξεις διαβάζονται· εντέλει, με τον αντικατοπτρισμό του αναγνώστη στις σελίδες.”

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*