Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Paul De Grauwe (2017), The Limits of the Market: The Pendulum between Government and Market, New York: Oxford University Press, pp.165

Κράτος ή αγορά; Ποια τα όρια της θεμιτής κρατικής παρέμβασης και πότε η  λειτουργία της αγοράς αποκλίνει από τα βέλτιστα επίπεδα αποτελεσματικότητας; Υπάρχει κάποιο βέλτιστο σημείο ισορροπίας μεταξύ των δύο; Αυτά είναι ορισμένα από τα πιο διαδεδομένα ερωτήματα που απασχόλησαν τους κοινωνικούς επιστήμονες για πολλές δεκαετίες. Ανά περιόδους, το πολιτικοοικονομικό εκκρεμές έγερνε πότε προς την αγορά και πότε προς το κράτος, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. H κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έδωσε το πάτημα στους θιασώτες της ελεύθερης αγοράς να διατρανώσουν το «τέλος της ιστορίας». Από την άλλη πλευρά, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/8 κλόνισε την αισιόδοξη πεποίθηση για την υπεροχή των μηχανισμών της αγοράς, επαναφέροντας με αυτόν τον τρόπο την σημασία της κρατικής ρύθμισης στην ημερήσια διάταξη.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Πωλ Ντε Γκράου αρνείται να ταχθεί με κάποια από τις δύο ακραίες θέσεις του εκκρεμούς: οι μηχανισμοί της αγοράς και οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν εχθροί, αλλά ως μέσα για την επίτευξη της κοινωνικής προόδου. Περαιτέρω, ο συγγραφέας εξετάζει τον αποτελεσματικότερο τρόπο με τον οποίο το κράτος και η αγορά είναι εφικτό να συνεργαστούν, ώστε να διασφαλιστεί η κοινωνική πρόοδος. Η συνεργασία είναι απαραίτητη διότι, σύμφωνα πάντοτε με τον Ντε Γκράου,  κανένα από τα δύο δεν εξασφαλίζει, από μόνο του, τα βέλτιστα επίπεδα κοινωνικής ευημερίας. Συγκεκριμένα, τόσο τα κράτος όσο και η αγορά, εάν αφεθούν ανεξέλεγκτα, αντιμετωπίζουν εγγενή όρια που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της ίδιας τους της δράσης τους. Ειδικά οι αγορές δεν διαθέτουν κανένα είδος ισχυρού εσωτερικού σταθεροποιητή -πόσο μάλλον δυνατότητα αυτορρύθμισης- που να διασφαλίζει την οικονομική σταθερότητα και πρόοδο. Για να καταδείξει επομένως τα όρια του κράτους και της αγοράς, ο Ντε Γκράου αναπτύσσει τις θέσεις του βάσει μιας θεμελιώδους διάκρισης από τα συμπεριφορικά οικονομικά και ειδικότερα, από τον -ψυχολόγο που κέρδισε το Νόμπελ οικονομικών το 2002- Ντάνιελ Κάνεμαν: τα άτομα λειτουργούν τόσο με συναισθηματικά (Σύστημα Ι) όσο και με αμιγώς ορθολογικά κριτήρια (Σύστημα ΙΙ). Συγκεκριμένα, οι αρχές του Συστήματος Ι εκφράζονται μέσω των δημοκρατικών μηχανισμών που αναδεικνύουν τις κυβερνήσεις. Οι αρχές του Συστήματος ΙΙ απαντώνται στους μηχανισμούς της αγοράς που επιδιώκουν την οικονομική πρόοδο. Εντούτοις, τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο, η πόλωση και η ένταση μεταξύ των δύο συστημάτων δράσης δεν είναι ούτε πραγματολογικά πλήρως επαληθεύσιμη ούτε ηθικά επιθυμητή. Τα άτομα δηλαδή δεν λειτουργούν με μοναδικό τους κριτήριο το οικονομικό κέρδος, ούτε και η αγορά είναι επιθυμητό να επιδιώκει την αύξηση των κερδών εις βάρος, για παράδειγμα, του περιβάλλοντος ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συνεπώς, ο συγγραφέας αμφισβητεί την μονομέρεια του συμπεριφορικού αξιώματος του homo economicus και θεωρεί πως  η ατομική και η συλλογική δράση δεν είναι ασύμβατες. Με βάση λοιπόν την παραπάνω διάκριση των ατομικών κριτηρίων δράσης, ο συγγραφέας προσδιορίζει δύο τύπους ορίων που αντιμετωπίζουν, εξ ορισμού, τόσο οι αγορές όσο και οι κυβερνήσεις, ιδίως όταν δεν καταφέρνουν να επιτύχουν την ισορροπία μεταξύ της ατομικής και της συλλογικής λογικής: o πρώτος τύπος («εξωτερικά όρια» ή «εξωτερικότητες») περιλαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις που έχουν θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις στην υπόλοιπη κοινωνία. Η δεύτερη κατηγορία («εσωτερικά όρια») περιλαμβάνει τους περιορισμούς που προκύπτουν από την σύγκρουση μεταξύ των συναισθηματικών (Σύστημα Ι) και των ορθολογικών απαιτήσεων (Σύστημα ΙΙ).

Α) Τα εγγενή όρια της αγοράς

Ο Ντε Γκράου υποστηρίζει ότι οι «αγορές» λειτουργούν, συχνά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις εξωτερικές επιπτώσεις των αποφάσεών τους. Τρεις είναι οι βασικότερες αρνητικές εξωτερικότητες που παράγονται από την ανεξέλεγκτη δράση τους : Πρώτον, το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της υπερθέρμανσης του πλανήτη που παράγει εξωτερικό κόστος, ακόμα και πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα των εθνικών κρατών. Η δεύτερη αρνητική εξωτερικότητα σχετίζεται με την αδυναμία των χρηματοπιστωτικών αγορών να αυτορυθμίζονται. Όπως κατέδειξε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, τα αποτελέσματα αυτής της αποτυχίας μεταβιβάζονται σε ολόκληρη την κοινωνία με την μορφή των κρατικών διασώσεων των τραπεζών.  Η τρίτη εξωτερικότητα εντοπίζεται στην αδυναμία της αγοράς να παρέχει δημόσια αγαθά. Τα τελευταία, λόγω του ότι είναι μη ανταγωνιστικά στην κατανάλωσή τους και δεν περιλαμβάνουν κάποια μορφή αποκλεισμού από την απόλαυσή τους, δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν στον μηχανισμό τιμολόγησης των «αγορών».

Αναφορικά με τα εσωτερικά όρια της αγοράς (τα οποία σχετίζονται με την μη συμπερίληψη ηθικών ή γενικότερα μη οικονομικών κριτηρίων στην λειτουργία της), αυτά εντοπίζονται κυρίως σε τρία επίπεδα: Το πρώτο περιλαμβάνει το πρόβλημα των ανισοτήτων και τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρουν στην σταθερότητα του πολιτικού συστήματος των  δυτικών δημοκρατιών. Για να περιγράψει ακριβέστερα τα όρια του καπιταλισμού, ως προς την άνιση διανομή του πλούτου, ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην σχετική ανάλυση του Τομά Πικετί. Ο τελευταίος διαπιστώνει ότι, μακροπρόθεσμα, ο ρυθμός απόδοσης του κεφαλαίου είναι υψηλότερος από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Τούτων δοθέντων, για να περιορισθούν οι πολιτικές συνέπειες από τις κοινωνικές αντιδράσεις που δημιουργεί η ανισότητα του πλούτου, η λύση για τον Πικετί, που βρίσκει σύμφωνο και τον Ντε Γκράου, επικεντρώνεται στην θέσπιση ενός προοδευτικού φόρου περιουσίας. Το δεύτερο εσωτερικό όριο της αγοράς αφορά την ασυμβατότητα του ενδογενούς (αυτοολοκλήρωση) και του εξωγενούς (χρηματική ικανοποίηση) κινήτρου των ατόμων. Ειδικά στο επίπεδο των επιχειρήσεων, ο συνδυασμός αυτών των δύο διαμετρικά αντίθετων κινήτρων είναι εγγενώς δύσκολος, καθώς τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη επικεντρώνονται κατ’ αρχήν στα εξωγενή  κίνητρα, που περιλαμβάνουν οικονομικά μέσα, και όχι σε συνεργατικά μοντέλα οργάνωσης. Επίσης, το φαινόμενο της «αξίας του μετόχου», αποδίδει υπέρμετρη σημασία στην βραχυπρόθεσμη χρηματική ικανοποίηση των μετόχων, αγνοώντας συχνά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της εταιρίας. Το τρίτο επίπεδο -που συνδέεται με το δεύτερο- περιλαμβάνει την ασυμβατότητα μεταξύ της συνεργασίας και του ανταγωνισμού. Ο άνευ όρων ανταγωνισμός, όπως έχει αποδειχθεί, καταλήγει πολλές φορές στην δημιουργία ολιγοπωλίων, μέσω των εχθρικών εξαγορών και της υπέρμετρης συγκεντροποίησης της αγοράς. Επιπλέον, ακόμα και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες λαμβάνουν χώρα συνέργειες και συνεργασίες, η δικαιολογητική τους βάση περιορίζεται στην μείωση του συναλλακτικού κόστους και της δημιουργίας οικονομιών κλίμακας. Ως εκ τούτων, το ζήτημα της βελτίωσης των θεσμών εταιρικής διακυβέρνησης παραμένει κρίσιμης σημασίας για την διαμόρφωση μιας νέας, πιο συνεργατικής εταιρικής κουλτούρας.

Β) Οι περιορισμοί της κρατικής παρέμβασης

Έχοντας εξετάσει τα εγγενή όρια των «αγορών», ο Πωλ Ντε Γκράου συμπεραίνει πως η κυβερνητική παρέμβαση πρέπει να λαμβάνει χώρα εκεί ακριβώς όπου αποτυγχάνει η ιδιωτική οικονομία: στην  άμβλυνση των αρνητικών εξωτερικοτήτων, την παροχή δημόσιων αγαθών και την αναδιανομή του πλούτου. Ωστόσο, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι παραδόξως, ενώ η κυβέρνηση γνωρίζει το τι πρέπει να κάνει, η κυβερνητική δράση δεν είναι πάντα αποτελεσματική. Τούτο συμβαίνει διότι (και) η κυβέρνηση υπόκειται επίσης σε δομικούς περιορισμούς, δηλαδή σε εξωτερικά και εσωτερικά όρια. Πιο συγκεκριμένα:

Η κυβερνητική δράση στοχεύει κατά βάση στην επιδίωξη συλλογικών στόχων. Εντούτοις, η επίτευξή τους είναι δύσκολο εγχείρημα λόγω δύο σημαντικών ασυμμετριών: η πρώτη είναι η ασυμμετρία πληροφόρησης και συνδέεται με τα γνωστά γραφειοκρατικά προβλήματα που είναι λογικό να ενυπάρχουν σε μια κεντρικά διαρθρωμένη οργανωτική ιεραρχία, όπως είναι η δημόσια διοίκηση. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, είναι εύκολη η διαπίστωση του προβλήματος των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου αλλά δύσκολος ο επακριβής καθορισμός του επιτρεπτού ορίου. Η δεύτερη ασυμμετρία αφορά την άνιση επιρροή των διαφόρων ομάδων συμφερόντων που προσπαθούν να αποσπάσουν από την κρατική παρέμβαση μεγαλύτερες ωφέλειες και προνόμια υπέρ τους. Ο Τζορτζ Σίγκλερ, στο έργο του Η Θεωρία της Οικονομικής Ρύθμισης (1971), υποστήριξε πως η θεωρία της ρύθμισης επιδιώκει να επεξηγήσει ποιος θα λάβει τα οφέλη και το ποιος θα υποστεί το κόστος, τι μορφή θα έχει η ρύθμιση και ποια θα είναι τα αποτελέσματά της στην κατανομή των πόρων. Η ρύθμιση όμως δεν γίνεται πάντοτε με σκοπό την προώθηση του δημόσιου συμφέροντος. Πολλές φορές «αιχμαλωτίζεται» από ισχυρές ομάδες συμφερόντων που αποσπούν προς όφελός τους άδειες, επιδόματα, προσόδους και εμπόδια εισόδου (για τρίτους) στην αγορά που αυτά δρουν. Το πρόβλημα της ρυθμιστικής αιχμαλωσίας, όπως σωστά μας υπενθυμίζει ο Ντε Γκράου, μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω της δημοκρατικής λειτουργίας. Ο συγγραφέας, ανατρέχοντας στην σχετική ανάλυση των Ντάρον Ασέμογλου και Τζέιμς Ρόμπινσον (Why Nations Fail: The Origins of Power, Prosperity, and Poverty,2012), θεωρεί πως οι ανοικτοί και συμπεριληπτικοί θεσμοί του κράτους δικαίου αποτελούν την ασπίδα για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Αντιθέτως, οι κλειστοί θεσμοί, που αποκλείουν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού από την αντιπροσώπευσή τους στην λήψη των αποφάσεων, επιτείνουν το πρόβλημα της ρυθμιστικής αιχμαλωσίας. Άλλο ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, όταν παρεμβαίνει για να διορθώσει τις αποτυχίες της αγοράς, έχει να κάνει με τον κίνδυνο της «συναισθηματικής» υπερβολής. Συγκεκριμένα, όταν το κράτος δρα για να μειώσει τις ανισότητες και κατ’ επέκταση για να εμπεδώσει το αίσθημα της δικαιοσύνης σε μια κοινωνία, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος της στρέβλωσης της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς και της μείωσης της αποδοτικότητας της ιδιωτικής οικονομίας.  Για τον συγγραφέα, τόσο οι μεγάλες ανισότητες όσο και η εξισωτική λογική σοβιετικού τύπου αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για την οικονομική πρόοδο. Επιπρόσθετα, οι άνευ όρων και προϋποθέσεων πρόσβαση των πολιτών σε κοινωνικές παροχές εμπεριέχει την απειλή του «ηθικού κινδύνου» – για παράδειγμα, η πρόσβαση σε επιδόματα ανεργίας όταν αυτή δεν συνδέεται με την υποχρέωση του δικαιούχου για εύρεση εργασίας.

Παρά τα όρια που περιβάλλουν την αποτελεσματικότητα της κρατικής παρέμβασης, ο Ντε Γκράου υποστηρίζει εν τέλει ότι η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς τίθεται σε κίνδυνο, δίχως τον ενεργό ρόλο του κράτους. Εάν μια κυβέρνηση αποτυγχάνει να περιορίσει τις αρνητικές εξωτερικότητες της ιδιωτικής οικονομίας -μέσω της μεταβίβασης του κόστους σε αυτούς που τις παράγουν- ή δεν κατορθώνει να παρέχει βασικά δημόσια αγαθά όπως είναι οι υποδομές, η δημόσια τάξη, η δημόσια ασφάλεια και η εκπαίδευση, τότε η ελεύθερη αγορά στο σύνολό της αποσταθεροποιείται και απομακρύνεται από τα βέλτιστα επίπεδα λειτουργίας της.

Έτσι λοιπόν, ο Ντε Γκράου αναζητεί την μέση οδό της συνεργασίας. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό -και εξόχως αποτελεσματικό- συνεργατικό πρότυπο κράτους και αγοράς είναι το σκανδιναβικό μοντέλο. Οι σκανδιναβικές χώρες έχουν επιτύχει την δημιουργία ενός ενάρετου κύκλου, στον οποίο οι υψηλοί μισθοί είναι εκδήλωση της αυξημένης παραγωγικότητας. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων καθιστά δυνατή την παροχή υψηλού επιπέδου δημοσίων αγαθών (εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια, δημόσια ασφάλιση κλπ.) που αυξάνουν την ευημερία της κοινωνίας και βελτιώνουν την ποιότητα του ανθρωπίνου κεφαλαίου. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ντε Γκράου θέλει να καταδείξει ότι η οικονομική αποδοτικότητα δεν (πρέπει να) συνδέεται με το χαμηλό εργασιακό κόστος, τις αυξημένες ανισότητες και το μοντέλο ανάπτυξης μέσω της διάχυσης των οικονομικών οφελών προς τα κάτω (“trickle-down effect”). Επομένως, για τον συγγραφέα, το μόνο ερώτημα που αξίζει να διερευνηθεί είναι πώς οργανώνεται αποτελεσματικότερα ο καταμερισμός των ευθυνών και των αρμοδιοτήτων μεταξύ της ιδιωτικής αγοράς και του κράτους.

Απόδειξη της ισχύος και της σημασίας του ως άνω επιχειρήματος του Ντε Γκράου είναι ότι το επίπεδο των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών δεν επιδρά αρνητικά στο συνολικό εργασιακό κόστος. Συγκεκριμένα, οι μειωμένες εργοδοτικές εισφορές δεν συνεπάγονται χαμηλότερο εργατικό κόστος. Το αντίθετο. Χώρες όπως οι Δανία, που έχουν πολύ χαμηλές εργοδοτικές εισφορές, έχουν, επίσης, πολύ υψηλό εργασιακό κόστος, επειδή το κοινωνικό κράτος χρηματοδοτείται κυρίως από τους υψηλούς φόρους στο εισόδημα και την κατανάλωση. Λόγω της υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης, οι εργαζόμενοι με την σειρά τους ασκούν πίεση και εξασφαλίζουν υψηλότερους μισθούς. Συμπερασματικά, το εργασιακό κόστος μειώνεται μόνο εάν περιοριστεί η συνολική κυβερνητική δαπάνη για το κοινωνικό κράτος. Για τον Ντε Γκράου, λοιπόν, δεν υφίσταται κάποιου είδους ιεραρχία ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Κανένα από τα δύο δεν είναι αποτελεσματικότερο σε σύγκριση με το άλλο ούτε μπορεί από μόνο του το κράτος ή η αγορά να αποφέρει βέλτιστα επίπεδα κοινωνικής ευημερίας. Ως εκ τούτου, το μείζον διακύβευμα αφορά τον τρόπο με τον οποίο -και την έκταση στην οποία- η κρατική παρέμβαση οφείλει να πλαισιώνει την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς.

Γ) Προς ποια πλευρά θα γύρει τελικά το εκκρεμές;

Ο Πωλ Ντε Γκράου διερωτάται, τελικώς, προς ποια κατεύθυνση οδεύει η ταλάντωση του εκκρεμούς μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Θα ενισχυθεί -τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα- ο κρατικός παρεμβατισμός, εκτοπίζοντας την ελεύθερη αγορά; Ή η τελευταία θα συνεχίσει να επελαύνει χωρίς να διαθέτει ουσιαστικά αντίπαλο δέος; Η οριστική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι εκ των πραγμάτων πολύ δύσκολη.  Εν τούτοις, ο συγγραφέας υιοθετεί μια αρνητική και μια θετική θέση, για να διαβλέψει τις μελλοντικές τάσεις.

Κατ’ αρχάς, ο Πωλ Ντε Γκράου απορρίπτει την γραμμική θεωρία περί ιστορικής κατάρρευσης του καπιταλισμού (αρνητική θέση) που ανέπτυξαν ο Καρλ Μαρξ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Βλαντιμίρ Λένιν, ο Γιόζεφ Σουμπέτερ και ο Καρλ Πολάνι. Ο συγγραφέας υποστηρίζει, όμως, ότι τα εμπειρικά δεδομένα των τελευταίων 200 χρόνων έχουν δείξει πως η πορεία του καπιταλισμού βαίνει κυκλικά – όχι γραμμικά: το σύστημα της αγοράς στην καθοδική του τροχιά αγγίζει τα όριά του, συρρικνώνεται προσωρινά και αντικαθίσταται στην συνέχεια από την κρατική παρέμβαση που είναι γεμάτη από εσωτερικές αντιφάσεις. Αντιμέτωπη η τελευταία με τα δικά της όρια, τείνει τελικά να αντικατασταθεί και αυτή με την σειρά της από την επάνοδο του συστήματος της αγοράς. Με βάση το εξελικτικό αυτό μοτίβο του καπιταλισμού, ο Πωλ Ντε Γκράου παραμένει αισιόδοξος αναφορικά με την αποκατάσταση του βέλτιστου σημείου ισορροπίας ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Η αισιόδοξη οπτική του (θετική θέση) βασίζεται στην εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας που προσφέρουν οι δημοκρατικοί θεσμοί, επιτρέποντας την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων μέσω της ισότιμης αντιπροσώπευσης, της διαβούλευσης και των προκαθορισμένων μηχανισμών. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται η ανάδειξη των κοινωνικών αιτημάτων και η συμπερίληψή τους στην θεματική ατζέντα της πολιτικής διαβούλευσης. Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος πως αργά ή γρήγορα τα φλέγοντα ζητήματα των ανισοτήτων και της κλιματικής αλλαγής θα απασχολήσουν πολύ πιο σοβαρά και πιεστικά τους διαμορφωτές της πολιτικής. Τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα την αναγκαστική εξεύρεση κοινών τρόπων αντιμετώπισης των παραπάνω ζητημάτων, μέσω της διακρατικής συνεργασίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ο συγγραφέας δεν συμμερίζεται την απαισιόδοξη οπτική του Πικετί για την σταθερά αυξητική πορεία των ανισοτήτων τις επόμενες δεκαετίες. Η πίστη του Ντε Γκράου στους δημοκρατικούς θεσμούς δεν του επιτρέπει να αποδεχτεί την παλινόρθωση ενός σύγχρονου «παλαιού καθεστώτος» (ancien régime).

Ο αντίλογος βέβαια στην αισιόδοξη προοπτική έρχεται από τον ίδιο τον Ντε Γκράου και μάλιστα, για τον ίδιο ακριβώς λόγο στον οποίο βασίζεται το αισιόδοξο επιχείρημά του: την -στρεβλή- λειτουργία των δημοκρατικά νομιμοποιημένων θεσμών, όπως ο ίδιος την έχει αναλύσει σε προηγούμενη μελέτη του για την περίπτωση της ευρωζώνης (De Grauwe, 2011). Ορισμένες φορές δηλαδή, όπως εξηγεί ο Ντε Γκράου, τα δομικά ελαττώματα στην θεσμική οργάνωση και αρχιτεκτονική των εθνικών ή εν προκειμένω των υπερεθνικών οντοτήτων (βλέπε ευρωζώνη) ανοίγουν τον δρόμο για την επέλαση της αγοράς και τον περιορισμό της πολιτικής αυτονομίας των κυβερνήσεων. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις δεν έχουν ικανή ισχύ για να αντιμετωπίζουν τις αρνητικές εξωτερικότητες της ανεξέλεγκτης λειτουργίας της ιδιωτικής οικονομίας ούτε και την ικανότητα μετατόπισης των εγγενών περιορισμών (βλέπε παραπάνω) στην αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής παρέμβασης. Περαιτέρω, το ζήτημα για το οποίο κάνουμε λόγο δεν ανάγεται στην διάδραση κράτους-αγοράς αλλά στην προβληματική θεσμική αποκρυστάλλωση του συσχετισμού δύναμης μεταξύ των ίδιων των εθνικών κρατών, όταν αυτά καλούνται να συγκροτήσουν ένα διακυβερνητικό σύστημα συνεργασίας ή ακόμα περισσότερο μια υπερεθνική οντότητα. Μιλάμε δηλαδή για έναν νέο, ίσως, τύπο κυβερνητικής αποτυχίας που συνδέεται με την αδυναμία συντονισμού μεταξύ των ίδιων των κρατών για την επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων.

Με βάση τα παραπάνω, ο συγγραφέας θεωρεί πως η μέχρι τώρα λειτουργία της ευρωζώνης αποτελεί απειλή για τις εθνικές κυβερνήσεις. Τούτο συμβαίνει επειδή κάθε κυβέρνηση της ζώνης του ευρώ εκδίδει χρέος σε ένα νόμισμα το οποίο ουσιαστικά δεν ελέγχει. Ελλείψει δανειστή ύστατης καταφυγής, η εθνική κυβέρνηση δεν μπορεί να προσφέρει καμία εγγύηση φερεγγυότητας στους ομολογιούχους της. Συνέπεια αυτού είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να οδηγούν τα εθνικά κράτη -από μια πρόσκαιρη κρίση ρευστότητας- σε κρίση φερεγγυότητας, γεγονός που καταδεικνύει τελικά την υπεροχή τους (των «αγορών»). Ο Ντε Γκράου αναφέρει ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν εξαναγκάσει αρκετά κράτη μέλη της ευρωζώνης (όπως την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία) να υιοθετήσουν πολιτικές  λιτότητας που επέφεραν αύξηση της ανεργίας και περιορισμό του κοινωνικού τους κράτους.

Εάν λοιπόν εντοπίζονται τόσο σημαντικές αδυναμίες στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, πώς μπορεί να καταστεί εφικτή, στους καιρούς μας ιδίως, η (ανα)συγκρότηση ενός πολυμερούς συστήματος διακυβερνητικής συνεργασίας, εστιασμένου στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και τον περιορισμό των παγκόσμιων ανισοτήτων; Όπως φάνηκε εξάλλου στην πράξη, η μερική αποτυχία της διεθνούς συνεργασίας -ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αρνείται την επιστημονική τεκμηρίωση του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής- στο ζήτημα της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου οδήγησε τελικά σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ. Επομένως, στην υφιστάμενη αμφίσημη πολιτική συγκυρία  υπάρχουν αρκετά απαισιόδοξα σημάδια και η αισιόδοξη άποψη του Πωλ Ντε Γκράου καλείται σε μια δύσκολη εμπειρική αναμέτρηση.

References

De Grauwe Paul (2011), “The Governance of a Fragile Eurozone”, CEPS Working Documents No. 346, May

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*