Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Mark Blyth (2013), Austerity: The History of a Dangerous Idea, Oxford: Oxford University Press, pp. 288

Πώς εξηγείται η, επί πολλές δεκαετίες, κυριαρχία ορισμένων ιδεών, σε πείσμα μάλιστα των  αρνητικών οικονομικών αποτελεσμάτων που κατ’ επανάληψη παράγουν; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που προσπαθεί να απαντήσει ο Μαρκ Μπλάιθ, παρουσιάζοντας και αναλύοντας τόσο την ιστορική εξέλιξη όσο και τις ιδεολογικοπολιτικές συμπαραδηλώσεις και τις οικονομικές επιπτώσεις των πολιτικών της λιτότητας. Για τον συγγραφέα, η οικονομική πολιτική της λιτότητας αποτελεί ουσιαστικά μια αποτυχημένη ιδεολογία που η κυριαρχία της δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα, δηλαδή από τα οικονομικά αποτελέσματα – όπου και όταν αυτή εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα από την όλη προβληματική που αναπτύσσεται στο βιβλίο έγκειται στο ότι τα παθήματα από το αποτυχημένο παρελθόν της εφαρμοσμένης λιτότητας  δεν μετατράπηκαν σε μαθήματα για τους διαμορφωτές της πολιτικής και τους οικονομολόγους του κυρίαρχου ρεύματος, αναφορικά με τον τρόπο διαχείρισης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ο Μαρκ Μπλάιθ ακολουθεί βασικά, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του συνολικού του έργου, την «ιδεακή προσέγγιση». Δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται και εδραιώνονται ορισμένες ιδέες εις βάρος κάποιων άλλων. Έτσι, καταφέρνει να εντοπίσει όχι μόνο το ιστορικό σημείο αφετηρίας της ιδεολογίας της λιτότητας, αλλά και να εξηγήσει  τους λόγους για την εμμονική της διατήρηση στο προσκήνιο της κρατούσας οικονομικής πρακτικής και θεωρίας.

Κατ’ αρχάς, ο συγγραφέας ορίζει το φαινόμενο της λιτότητας: «μια μορφή εκούσιου -από την πλευρά των κυβερνήσεων- αποπληθωρισμού, όπου η οικονομία προσαρμόζεται μέσω της μείωσης των μισθών, των τιμών και των δημόσιων δαπανών, προκειμένου να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα, που υποτίθεται ότι έτσι επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα, μέσω των περικοπών στις δαπάνες του προϋπολογισμού και της μείωσης του δημοσίου χρέους και των ελλειμμάτων». Απώτερος στόχος της λιτότητας είναι η επιστροφή της οικονομικής σταθερότητας, από την οπτική ιδίως της ανάκτησης μιας δισυπόστατης «επιχειρηματικής εμπιστοσύνης»: Αφενός, μέσω του περιορισμού των κρατικών δαπανών και κατ’ επέκταση της απελευθέρωσης οικονομικών πόρων προς την ιδιωτική οικονομία. Αφετέρου, μέσω της ανάκτησης της εμπιστοσύνης των «αγορών» από τα κράτη με πιο υγιή δημόσια οικονομικά – που συνεπάγονται χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού.

Α) Η αλλαγή οικονομικού υποδείγματος και η επίμονη ισχύς ορισμένων ιδεών

Ο Μπλάιθ, όπως έχει υποστηρίξει και σε άλλες του μελέτες, θεωρεί πως οι μεταβαλλόμενοι στόχοι του κάθε οικονομικού υποδείγματος όχι μόνο δημιουργούν νικητές και ηττημένους, αλλά ανακατανέμουν επίσης την ισχύ μεταξύ των θεσμών σε μια οικονομία (Blyth & Matthijs 2017). Συγκεκριμένα:

Στο μεταπολεμικό οικονομικό σύστημα, μια από τις κύριες προϋποθέσεις για την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης ήταν ο περιορισμός της κίνησης των κεφαλαιακών ροών, ώστε το κεφάλαιο να εντοπίζεται (και να φορολογείται), να κατανέμεται και να αναδιανέμεται εντός των εθνικών οικονομιών. Στο πλαίσιο αυτό, η θέσπιση μιας κεντρικής τράπεζας, πολιτικά εξαρτημένης από τους στόχους των κυβερνήσεων, καθίσταται εύλογη θεσμική επιλογή. Από την άλλη πλευρά, στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, ο στόχος είναι η σταθερότητα των τιμών. Οι εργαζόμενοι και οι οφειλέτες έχουν σταδιακά δει την διαπραγματευτική τους ισχύ να μειώνεται, ενώ οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου και οι πιστωτές έχουν έρθει σε θέση ισχύος. Παρομοίως, σε θεσμικό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα των τιμών, η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα και η ευέλικτη αγορά εργασίας -τα δύο θεσμικά καθεστώτα που έχουν σχεδιαστεί για τον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων- αποτελούν τις πιο διαδομένες θεσμικές επιλογές  των σύγχρονων δυτικών οικονομιών. Αντίθετα, οι κορπορατιστικοί θεσμοί, σε επίπεδο συλλογικών συμβάσεων εργασίας και συγκαθορισμού της δημοσιονομικής πολιτικής, εξασθένησαν σταδιακά. Επιπλέον, οι κεϋνσιανής έμπνευσης θεσμοί του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας μετατράπηκαν από θεματοφύλακες της προστασίας της εγχώριας οικονομικής σταθερότητας στην μακρά χείρα της επιβολής της πειθαρχίας των «αγορών». Αλλά και σε επίπεδο αμιγώς ακαδημαϊκό, η ιδεολογική μετατόπιση των οικονομολόγων -και όχι μόνο-, στην διάρκεια αυτής της πεντηκονταετίας, παρομοιάζεται σαν μια «αγελαία μετανάστευσή τους από την μια κοσμοαντίληψη στην διαμετρικώς αντίθετή της» που «ισοδυναμεί με επιστροφή τους στην κοσμοαντίληψη των πρώτων τριάντα χρόνων του περασμένου αιώνα» (Κουτσιαράς 2012).

Τούτων δοθέντων, ο συγγραφέας μάς υπενθυμίζει ότι οι πολιτικές της δημοσιονομικής προσαρμογής δεν είναι άμοιρες ούτε ισχυρών ιδεολογικών προκαταλήψεων και ιδιοτελών οικονομικών συμφερόντων ούτε ουδέτερες σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικών επιπτώσεων. Γενικά, σύμφωνα πάντοτε με τον Μπλάιθ, υπάρχουν τέσσερις τρόποι προσαρμογής: μέσω του πληθωρισμού, του αποπληθωρισμού, της νομισματικής υποτίμησης και της αθέτησης των υποχρεώσεων (χρεοκοπία). Από την μια πλευρά, οι πολιτικές λιτότητας που οδηγούν στον αποπληθωρισμό συνεπάγονται μειώσεις μισθών και τιμών, έτσι ώστε η οικονομία να προσαρμόζεται στις πραγματικές αξίες. Βεβαίως, μια τέτοια πολιτική επιλογή επιφέρει πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις, εξαιτίας της βραχυπρόθεσμης τουλάχιστον αύξησης της ανεργίας. Το παράδειγμα της διαχείρισης της κρίσης της ευρωζώνης είναι κάτι παραπάνω από χαρακτηριστικό.

Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνήσεις -απορρίπτοντας επίσης την επιλογή της αθέτησης των υποχρεώσεων- στρέφονται ευλόγως στο εργαλείο της νομισματικής υποτίμησης ή του πληθωρισμού, εάν διαθέτουν δικό τους νόμισμα. Με αυτόν τον τρόπο, μεταβιβάζουν το κόστος προσαρμογής από τους χρεώστες στους πιστωτές. Πολλές φορές όμως στην ιστορία, όπως μας πληροφορεί ο Μπλάιθ, οι κυβερνήσεις επέλεξαν να εφαρμόσουν, εκούσια, πολιτικές λιτότητας αν και διέθεταν την ευχέρεια της νομισματικής υποτίμησης. Για παράδειγμα, κατά την δεκαετία του 1920 αρκετές χώρες επέλεξαν να θεσπίσουν σταθερές ισοτιμίες -πολιτική που ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του χρηματοπιστωτικού τομέα- προσχωρώντας στον κανόνα του χρυσού, με αποτέλεσμα την πιο περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και την παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα. Εκτός όμως από κοινωνικά άδικο, υπάρχουν δύο ακόμα λόγοι που το δόγμα της λιτότητας είναι αναποτελεσματικό (αυξάνει το χρέος και επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη). Πρώτον, η ταυτόχρονη υιοθέτηση από ένα πλήθος χωρών περιοριστικών πολιτικών, με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, καταλήγει σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος: εφόσον όλοι θέλουν να αυξήσουν τις εξαγωγές συμπιέζοντας την εσωτερική ζήτηση, ποιος είναι διατεθειμένος τελικά να εισάγει; Συναφώς, ο δεύτερος λόγος συνδέεται με το -κατά τον Κέυνς- «παράδοξο της φειδούς»: εάν όλα τα κράτη ακολουθήσουν την λογική της αποταμίευσης, τότε ο συνολικός πλούτος θα μειωθεί, λόγω της πτώσης της κατανάλωσης. Για τον Κέυνς, λοιπόν, η κατανάλωση είναι ο βασικός σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, η αύξησης της εμπιστοσύνης και των θετικών προσδοκιών σε μια οικονομία είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης και όχι η αιτία της. Συνέπεια αυτών είναι ότι το ύψος του εισοδήματος και της απασχόλησης προσαρμόζονται, μόνο ex post, στο επίπεδο της αποταμίευσης.

Επομένως, ο αποπληθωρισμός της λιτότητας συνδέεται άρρηκτα με την προστασία των συμφερόντων των πιστωτών και εν γένει του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η κρίση του 2007/8 κατέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την σύνδεση των δύο παραπάνω. Για τον Μπλάιθ εξάλλου, η παγκόσμια κρίση ήταν μια κατεξοχήν αποτυχία του χρηματοπιστωτικού συστήματος που εξελίχθηκε, στην συνέχεια, σε γενικότερη οικονομική κρίση και κρίση δημοσίου χρέους. Η χρηματιστικοποίηση -μέσω του «ιδιωτικού κεϋνισιανισμού»- της οικονομίας αποτέλεσε από την δεκαετία του 1980 το επικρατούν μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης, ώστε να αποφευχθούν οι πληθωριστικές τάσεις του παραδοσιακού κεϋνσιανού μεταπολεμικού μοντέλου. Παρά ταύτα, το συγκεκριμένο μοντέλο ακόμα και μετά την παγκόσμια κρίση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο. Ο χρηματιστικός αυτός μετασχηματισμός, αν και οδήγησε σε δυσθεώρητη αύξηση  τόσο του δημοσίου όσο και ιδιωτικού χρέους, δεν επέφερε πληθωριστικά αποτελέσματα. Τουναντίον, συνδέθηκε με την παγκόσμια «Μεγάλη Εξομάλυνση» των επιτοκίων και του επιπέδου των τιμών, λόγω της επανεπένδυσης της πίστωσης σε ήδη υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία. Βεβαίως, ό,τι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα φάνταζε ως «εξομάλυνση», σε μακροπρόθεσμο επίπεδο συνδέθηκε με την δημιουργία υπέρμετρων αυξήσεων («φούσκα») της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και εν τέλει, στην απότομη και εκκωφαντική απομείωσή τους. Όμως, το ανησυχητικότερο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι πως, ακόμα και μετά το 2007, το μοντέλο της χρηματιστικοποίησης παρέμεινε άθικτο. Ενώ οι αιτίες για όλα τα οικονομικά δεινά αποδόθηκαν στα δημόσια χρέη και ελλείμματα  – υπόθεση  που ισχύει πράγματι,  μόνο για την περίπτωση της ελληνικής κρίσης. Με άλλα λόγια, ο Μπλάιθ εξηγεί πως οι αποδόσεις των ομολόγων πολλών κρατών αυξήθηκαν, όχι λόγω του ότι αδυνατούσαν να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους (για παράδειγμα του κοινωνικού κράτους), αλλά επειδή το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος,  που δημιούργησε την κρίση, ήταν τόσο μεγάλο που τελικά κατέστη αδύνατο να διασωθεί. Στο αναλυτικό αυτό πλαίσιο, ο συγγραφέας υιοθετεί τα ίδια επιχειρήματα, περί της καταστροφικής αλληλεξάρτησης του αμερικανικού με το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, με εκείνα που έχουμε αναλύσει με αφορμή το βιβλίο του Ταμίμ Μπαγιούμι (Tamim Bayoumi,  Unfinished Business: The Unexplored Causes of the Financial Crisis and the Lessons Yet to be Learned).

Σε πιο πρόσφατη μελέτη του, ο Μπλάιθ έχει επιχειρήσει τον εντοπισμό του σημείου αφετηρίας της εδραίωσης -του αποπληθωριστικού μοντέλου ανάπτυξης- της χρηματιστικοποίησης. Η «ιδεακή προσέγγιση», που υιοθετεί ο συγγραφέας, υποστηρίζει πως η εξήγηση για την επίμονη δυναμική ορισμένων ιδεών έχει να κάνει με την ικανότητά τους να απαντούν σε οικονομικά προβλήματα που παράγονται από προηγούμενες αποτυχημένες πολιτικές (Oren & Blyth 2019). Συνεπώς, κάθε νέο αναπτυξιακό μοντέλο συγκροτείται και διαμορφώνεται σαν απάντηση στις αδυναμίες και τις παθολογίες που συνδέονται με το απερχόμενο μοντέλο. Ειδικότερα, η επίμονη δυναμική του χρηματιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας και κατ’ επέκταση της λιτότητας εμφανίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν το φαινόμενο του στασιμοποληθωρισμού έθεσε σε έντονη αμφισβήτηση την έως τότε κυρίαρχη κεϋνσιανή αντίληψη περί αντισταθμιστικής σχέσης μεταξύ του ποσοστού ανεργίας και του ρυθμού αύξησης των ονομαστικών μισθών (γνωστή και ως «καμπύλη Phillips»). Στο πλαίσιο αυτό, εδραιώθηκε και εξαπλώθηκε η ιδεολογική ηγεμονία του μονεταρισμού, νομιμοποιώντας τελικά την λιτότητα εις βάρος των κεϋνσιανών ιδεών: οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση στην οικονομία με στόχο την πλήρη απασχόληση τείνει να αυξάνει τελικά μόνο το επίπεδο των τιμών. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι μονεταριστές υποστηρίζουν επίσης ότι η οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων καθορίζεται περισσότερο από τον εκλογικό (κύκλο) παρά από τις απαιτήσεις του επιχειρηματικού κύκλου. Συνεπώς, ο πληθωρισμός καθίσταται ενδημικό φαινόμενο των δημοκρατιών, στρεβλώνοντας την ελεύθερη λειτουργία των αγορών που εκκαθαρίζονται κανονικά, σύμφωνα με τους μονεταριστές, σε ένα «φυσικό ποσοστό ανεργίας». Από την άλλη πλευρά βέβαια, η «θεσμική προσέγγιση», με επιφανέστερο εκπρόσωπό της τον Έρικ Χελάινερ, υποστηρίζει ότι η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η επέκταση του μοντέλου του χρηματιστικού μετασχηματισμού εξηγείται με όρους «διλήμματος του φυλακισμένου»: αυτός που εκκινεί (ΗΠΑ) την πολιτική της απορρύθμισης αποκτά αυτομάτως σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του. Συνεπώς, και οι υπόλοιποι παίκτες της αγοράς (Ηνωμένο Βασίλειο) πρέπει να ακολουθήσουν τον πρωτοπόρο, για να μειώσουν την αρχική απόσταση. Εντούτοις, όπως εύλογα υπογραμμίζει ο Μαρκ Μπλάιθ, μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να εξηγήσει την επίμονη ισχύ των ιδεών αυτών για τόσες πολλές δεκαετίες -έως τις μέρες μας.

Β) Οι ιστορικές καταβολές και η σύγχρονη εξέλιξη του δόγματος της λιτότητας

Οι καταγωγικές ρίζες του δόγματος της λιτότητας ανευρίσκονται στους πρώτους φιλελεύθερους στοχαστές: τον Τζον Λοκ, τον Ντέιβιντ Χιουμ και τον Άνταμ Σμιθ. Τόσο ο Λοκ όσο και ο Χιουμ επέμειναν στην αναγκαιότητα για περιορισμένη κρατική παρέμβαση στην οικονομία, θεωρώντας το δημόσιο χρέος ως ένα αναγκαίο κακό που εκτοπίζει οικονομικούς πόρους από την ιδιωτική οικονομία. Ο Σμιθ είχε μια κάπως πιο ισορροπημένη άποψη, αλλά και αυτός πίστευε πως σε τελευταία ανάλυση το κρατικό χρέος περιορίζει την ιδιωτική αποταμίευση. Για τους κλασικούς δηλαδή, σε αντίθεση με τον Κέυνς, η αποταμίευση ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας για την ανάπτυξη, διότι υποτίθεται πως μετατρέπεται στο σύνολό της σε κατανάλωση και πραγματικές επενδύσεις. Συνεπώς, η έκδοση κρατικού χρέους διασαλεύει την ευταξία της ελεύθερης αγοράς. Μακροπρόθεσμα, το επιπλέον κρατικό χρήμα που εκδίδεται δεν επηρεάζει τις πραγματικές οικονομικές μεταβλητές, καταλήγοντας όμως να αυξάνει το γενικό επίπεδο των τιμών – όπως θα συμπλήρωνε λίγους αιώνες μετά ο Μίλτον Φρίντμαν. Για τον Σμιθ τελικά, το πρόβλημα είναι ότι τα κράτη, σε αντίθεση με τους ιδιώτες εμπόρους, δεν διαθέτουν το φυσικό ένστικτο -ή αλλιώς την αρετή- της αποταμίευσης.

Στην συνέχεια, ο Ντέιβιντ Ρικάρντο και οι άλλοι κλασσικοί οικονομολόγοι του 19ου αιώνα, συνέδραμαν θεωρητικά στην ενίσχυση του αναδυόμενου δόγματος της λιτότητας. Σύμφωνα με τους κλασσικούς οικονομολόγους, η οικονομία τείνει βασικά προς μια ισορροπία πλήρους απασχόλησης, όπου όλοι οι πόροι χρησιμοποιούνται παραγωγικά. Ενώ αυτή η ισορροπία θα μπορούσε να διαταραχθεί προσωρινά από τις ακαμψίες των μισθών και των τιμών, τις λανθασμένες νομισματικές πολιτικές και άλλους παράγοντες που στρεβλώνουν την λειτουργία της αγοράς, η ιδιωτική οικονομία έχει την δυνατότητα να αποκαθιστά από μόνη της την πλήρη ισορροπία. Ο ρόλος της κυβέρνησης σε περιόδους ύφεσης έγκειται πολύ απλά στο να μην παρεμβαίνει, αφήνοντας τις τιμές και τους μισθούς να πέσουν στα «φυσικά» τους επίπεδα. Για τον λόγο αυτόν, έως και πριν από τον Κέυνς, η ορθόδοξη δημοσιονομική προσέγγιση όριζε πως η μείωση -όχι η αύξηση- των κρατικών δαπανών δημιουργεί ένα ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το δόγμα της λιτότητας κατέστη αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας από την λεγόμενη «αυστριακή σχολή». Συγκεκριμένα, οι Φρίντριχ Χάγιεκ και Λούντβιχ Φον Μίζες υποστήριξαν πως οι τράπεζες προκαλούν συχνά έναν κύκλο απότομης ανόδου και στην συνέχεια καθόδου του επιχειρηματικού κύκλου. Τα πράγματα όμως γίνονται ακόμα χειρότερα (αυξάνεται ο πληθωρισμός), όταν επεμβαίνει το κράτος, ώστε να εξομαλύνει την λειτουργία της οικονομίας μέσω της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Οι αυστριακοί οικονομολόγοι εξήγησαν πως η παρατεταμένη ανεργία στην καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου οφείλεται επίσης στην ισχύ των εργατικών συνδικάτων που πιέζουν για σταθεροποίηση των μισθών. Επομένως, σύμφωνα με την ορθοδοξία της παραπάνω οικονομικής σχολής, επειδή απαιτείται αποκατάσταση του επιπέδου της αποταμίευσης και κατ’ επέκταση μείωση της κατανάλωσης, η μόνη λύση είναι το δόγμα «η μέγιστη δυνατή λιτότητα το συντομότερο δυνατό». Μια ακόμα έκφανση του δόγματος της λιτότητας αποτελεί και ο γερμανικός «οντολιμπεραλισμός». Το δόγμα αυτό περιορίζει την κρατική παρέμβαση αποκλειστικά στο πεδίο της εμπέδωσης ίσων όρων ανταγωνισμού. Επιπλέον, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του εξαγωγικού παραγωγικού μοντέλου της Γερμανίας, ο «ορντολιμπεραλισμός» θεωρεί αναγκαία την σταθεροποίηση του μισθολογικού κόστους, μέσω μιας πολιτικώς ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας και του περιορισμού της κατανάλωσης – με σκοπό την συγκράτηση των τιμών.

Σύμφωνα με τον Μπλάιθ, η σημαντικότερη επικαιροποίηση του επιχειρήματος της λιτότητας συντελέστηκε τις τελευταίες δεκαετίες από μια ομάδα Ιταλών οικονομολόγων (Αλμπέρτο Αλεσίνα, Γκουίντο Ταμπελίνι, Φραντσέσκο Τζιαβάτζι, Μάρκο Παγκάνο, Κάρλο Φαβέρο κ.α) που προέρχεται από το διάσημο ιταλικό Πανεπιστήμιο του Μποκόνι. Αυτοί οι οικονομολόγοι μελέτησαν διάφορες περιπτώσεις χωρών που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής, για να καταδείξουν ότι η διόγκωση του κρατικού χρέους είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δημοκρατίας και ότι ο καλύτερος τρόπος για τον περιορισμό του δημοσίου χρέους είναι η μείωση των κρατικών δαπανών παρά η αύξηση των φόρων. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο ανάλυσης, πρέπει να σημειωθεί και μια πολύ διάσημη -ακόμα και για τα κρίσιμα μεθοδολογικά σφάλματά της-  έρευνα  δύο αμερικανών οικονομολόγων, των Ράινχαρτ και Ρογκόφ, που υποστήριξαν: όταν το δημόσιο χρέος υπερβεί το 90% περίπου του ΑΕΠ, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν για την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη είναι ιδιαίτερα σημαντικοί (Reinhart & Rogoff 2010).

Οι προαναφερόμενοι Ιταλοί οικονομολόγοι διατύπωσαν την θεωρία της «επεκτατικής λιτότητας» που υποστηρίζει ότι μόνο οι περικοπές δαπανών μπορούν να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη. Τούτη η ώθηση -εικάζεται πως- συμβαίνει λόγω της βελτίωσης των προσδοκιών των πολιτών αναφορικά με την μελλοντική μείωση των φόρων και την συνακόλουθη πραγματική αύξηση του εισοδήματός τους. Ο Ιταλός οικονομολόγος Αλμπέρτο Αλεσίνα συγκεκριμένα, πραγματοποίησε μάλιστα ειδική παρουσίαση στην Μαδρίτη, τον Απρίλιο του 2010, ενώπιον της Επιτροπής των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία επισήμανε ότι «οι Γερμανοί έχουν δίκιο» και ότι «οι μεγάλες, αξιόπιστες και αποφασιστικές» περικοπές δαπανών για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ακολουθούνται, συχνά, από οικονομική ανάπτυξη. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε πολύ γρήγορα και από την ΕΚΤ. Παρά τον υπερβάλλοντα ζήλο των ευρωπαίων ηγετών να αποδεχτούν το συγκεκριμένο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής, η πρακτική εφαρμογή υπήρξε αναντίστοιχη με τις θεωρητικές προβλέψεις: η επεκτατική λιτότητα, όπως προαναφέραμε, περιλαμβάνει περικοπές δημοσίων δαπανών με σκοπό την πρόκληση θετικών προσδοκιών για την μείωση της φορολογίας. Ωστόσο, στην περίπτωση των κρατών μελών της ευρωζώνης που βρέθηκαν σε πρόγραμμα προσαρμογής, οι προσδοκίες αυτές εξανεμίστηκαν λόγω της οριζόντιας αύξησης της φορολογίας σε συνδυασμό φυσικά με την περικοπή των κρατικών δαπανών. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του δόγματος της λιτότητας δεν θα μπορούσε παρά να καταλήξει σε αποτυχία, σύμφωνα με τον Μαρκ Μπλάιθ.

Γ) Η αποτυχία της εφαρμοσμένης λιτότητας και οι εναλλακτικές της

Η λιτότητα όμως δεν απέτυχε μόνο στην περίπτωση της κρίσης της ευρωζώνης. Ο συγγραφέας εντοπίζει πλήθος ανάλογων περιπτώσεων που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια προηγούμενων οικονομικών κρίσεων.

Αρχικά, ο Μπλάιθ εξετάζει τις καταστροφικές συνέπειες της λιτότητας κατά την μεσοπολεμική περίοδο. Τα αποτελέσματα αυτά (αύξηση του δημοσίου χρέους και της ανεργίας) ήταν ορατά στις ΗΠΑ, την Βρετανία, την Σουηδία, την Γερμανία, την Ιαπωνία και την Γαλλία, όταν οι χώρες αυτές επέλεξαν να επανασυνδέσουν τα νομίσματά τους με τον χρυσό. Στην συνέχεια, ο συγγραφέας εστιάζει την προσοχή του σε περιπτώσεις χωρών που εφάρμοσαν πολιτικές λιτότητας την δεκαετία του 1980 και του 1990 και οι οποίες θεωρούνται από τους θιασώτες της επεκτατικής λιτότητας ως απόδειξη επιτυχίας του δόγματός τους. Ο Μπλάιθ σε αυτό το σημείο εντοπίζει ορισμένα μεθοδολογικά σφάλματα στην ανάλυση των Ιταλών οικονομολόγων. Οι τελευταίοι, για να επιβεβαιώσουν το βασικό θεωρητικό τους μοτίβο, έλαβαν ως δεδομένο είτε ότι τα οικονομικά προβλήματα ορισμένων χωρών οφείλονταν στην κρατική σπατάλη, ενώ στην πραγματικότητα η αιτία του προβλήματος βρισκόταν αλλού, είτε ότι η αποκατάσταση των μακροοικονομικών μεγεθών, όταν αυτή συνέβη, οφείλεται αποκλειστικά στις πολιτικές λιτότητάς, παραβλέποντας όμως μια σειρά άλλων παραγόντων που οδήγησαν στην επιτυχή προσαρμογή. Πιο συγκεκριμένα, ο Μπλάιθ απορρίπτει, για παράδειγμα τους ισχυρισμούς του Παγκάνο και του Τζιαβάτζι, ότι το δόγμα της «επεκτατικής λιτότητας» στην περίπτωση της Δανίας και της Σουηδίας ήταν επιτυχημένο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Σουηδία βίωνε μια σημαντική κρίση, όχι εξαιτίας των υψηλών κρατικών δαπανών, αλλά λόγω της φούσκας στο χρηματιστήριο και στην αγορά ακινήτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι φορολογικές μειώσεις της κυβέρνησης, ακριβώς επειδή η κρίση δεν ήταν δημοσιονομική, δεν δημιούργησαν θετικές προσδοκίες στους πολίτες. Έτσι, η κατανάλωση δεν αυξήθηκε τελικά. Αναφορικά με την περίπτωση της Ιρλανδίας, η οικονομική ανάπτυξη της χώρας δεν θα πρέπει να συνδέεται -όπως ισχυρίζεται ο Αλμπέρτο Αλεσίνα-  με τα μέτρα λιτότητας, αλλά με μια σειρά μοναδικών συνθηκών που εντοπίζονται σε εκείνη την χρονική συγκυρία. Όταν η Ιρλανδία μείωσε τις δημόσιες δαπάνες της, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η διεθνής οικονομία μεγεθυνόταν ταχέως. Η Ιρλανδία είχε ακόμα το δικό της νόμισμα, το οποίο θα μπορούσε να υποτιμήσει για να επωφεληθεί από μια τέτοια κατάσταση. Επιπλέον, η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφερε την εισροή σημαντικών κεφαλαίων από τα ταμεία συνοχής, τα οποία αναβάθμισαν τις  υποδομές και βοήθησαν την χώρα να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις. Τέλος, σε αντίθεση με τα προγράμματα λιτότητας που εφαρμόσθηκαν στην ευρωζώνη, στην περίπτωση της Ιρλανδίας αυξήθηκαν οι μισθοί, οδηγώντας σε ανοδική πορεία τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και την ιδιωτική κατανάλωση. Τέλος, ο Μπλάιθ στρέφει την προσοχή του σε μια ακόμα ομάδα χωρών (που αποτελείται από την Ρουμανία, την Εσθονία, την Βουλγαρία, την Λετονία και την Λιθουανία) που -θεωρητικά- εφάρμοσαν «πετυχημένες» πολιτικές λιτότητας από το 2008 και μετά. Ο συγγραφέας καταδεικνύει ότι το πείραμα της λιτότητας κάθε άλλο παρά πετυχημένο ήταν. Στις οικονομίες αυτών των χωρών διογκώθηκε σημαντικά το δημόσιο χρέος, τα ποσοστά γεννήσεων έπεσαν κατακόρυφα, ενώ αυξήθηκε και η μετανάστευση.

Έχοντας καταδείξει ότι η λιτότητα δεν έχει λειτουργήσει ποτέ επιτυχώς, ο Μπλάιθ ολοκληρώνει το βιβλίο του, διερευνώντας την δυνατότητα μιας νέας, ριζοσπαστικής εναλλακτικής στρατηγικής που περιλαμβάνει: την συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τον περιορισμό των διασυνοριακών κινήσεων του κεφαλαίου και την αύξηση των φόρων για τα εισοδήματα που προέρχονται από το κεφάλαιο. Βεβαίως, τέτοιες προτάσεις είναι αφενός αρκετά διαδεδομένες και αφετέρου δύσκολα υλοποιήσιμες λόγω της απουσίας ενός συγκροτημένου συστήματος πολυμερούς διακρατικής συνεργασίας. Ως εκ τούτου, ας επικεντρωθούμε καταληκτικά στην πιο συγκεκριμένη πρόταση που καταθέτει ο συγγραφέας. Ο Μπλάιθ υποστηρίζει ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε αφήσει τις τράπεζες της να χρεοκοπήσουν, αντί να τις διασώσει. Αυτό είναι, όπως ισχυρίζεται, ένα σημαντικό συμπέρασμα για την διαχείριση των μελλοντικών κρίσεων. Στο σημείο αυτό, χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Ισλανδίας. Η χώρα αυτή, αφήνοντας τις προβληματικές τράπεζες να χρεοκοπήσουν, όχι μόνο δεν επέτρεψε την κοινωνικοποίηση των ζημιών αλλά δεν πρόσθεσε και επιπλέον βάρη στον κρατικό προϋπολογισμό. Αποτρέποντας έτσι την δημιουργία ενός φαύλου κύκλου μεταξύ τραπεζικού και κρατικού χρέους, η ισλανδική κυβέρνηση ανέλαβε την διοίκηση των τριών νέων τραπεζών που προέκυψαν έπειτα από την αναδιάρθρωση και εξυγίανση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Οι πιστωτές επίσης μπορούσαν να αξιώσουν την αποπληρωμή μόνο των χρεών που βρίσκονταν στους ισολογισμούς των παλαιών τραπεζών και όχι στις τρεις νέες. Επιπλέον δε, η κυβέρνηση θέσπισε ελέγχους κεφαλαίων μετριάζοντας την μαζική φυγή των ξένων επενδυτών. Συνολικά, τα προγράμματα των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων ανήλθαν στο 20% του ΑΕΠ, ποσοστό αρκετά χαμηλότερο από το αντίστοιχο πρόγραμμα που έλαβε χώρα στην Ιρλανδία. Το 2012, το δημόσιο χρέος έφτασε στο 99%, αλλά και πάλι ήταν αρκετά χαμηλότερο από εκείνο που θα είχε διαμορφωθεί σε περίπτωση που το κράτος είχε αναλάβει την πλήρη διάσωση των τραπεζών. Συνέπεια των παραπάνω ήταν η ηπιότερη από το προβλεπόμενο -το ΔΝΤ προέβλεπε μείωση του ΑΕΠ κατά 10% για το 2009- συρρίκνωση του ΑΕΠ (-6,5% για το 2009) και η ταχύτερη έξοδος της Ισλανδίας από την ύφεση (το 2011, το ισλανδικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3%).

Βέβαια το ως άνω επιχείρημα πάσχει σε ένα σημείο: οι ισλανδικές τράπεζες ήταν μικροί παίκτες στην παγκόσμια οικονομία. Ως εκ τούτου, ο συστημικός κίνδυνος ήταν πιο περιορισμένος. Εάν όμως οι κυβερνήσεις στις ΗΠΑ ή στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αφήσει να πτωχεύσουν κάποια από τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα, η πολιτική αυτή θα ήταν καταστροφική για τον υπόλοιπο κόσμο. Εξάλλου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε δοκιμάσει την επιλογή χρεοκοπίας στην περίπτωση της Lehman Brothers. Όπως αποδείχτηκε, όμως, η συγκεκριμένη χρεοκοπία αποτέλεσε την σπίθα που άναψε την πυρκαγιά στην παγκόσμια οικονομία. Τέλος, το επιχείρημα του Μπλάιθ είναι αρκετά αδύναμο  -υπό τις παρούσες συνθήκες- και για έναν επιπλέον λόγο: την απουσία ενιαίων και σταθερών θεσμών συντονισμού της διακρατικής συνεργασίας που καθιστά πολύ δύσκολη υπόθεση την διαχείριση των επιπτώσεων από την χρεοκοπία ενός διασυνοριακού χρηματοπιστωτικού οργανισμού.

 

References

Κουτσιαράς Νίκος (2012), Η εκδίκηση των δούλων και η εφεδρεία των μακαριτών, Αθήνα: Παπαζήσης

Oren Tami & Blyth Mark (2019), “From Big Bang to Big Crash: The Early Origins of the UK’s Finance-led Growth Model and the Persistence of Bad Policy Ideas”, New Political Economy, 24:5, 605-622

Blyth Mark & Matthijs Matthias (2017), “Black Swans, Lame Ducks, and the mystery of IPE’s missing macroeconomy”, Review of International Political Economy, 24:2, 203-231

Reinhart Carmen & Rogoff Kenneth (2010), “Growth in a Time of Debt”, American Economic Review, 100 (2): 573-78

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*