Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο των Kenneth Scheve & David Stasavage (2016), Taxing the Rich: A History of Fiscal Fairness in the United States and Europe, Princeton University Press, pp. 266

Η εξελικτική πορεία της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες και τις (μεταβαλλόμενες) αντιλήψεις περί δικαιοσύνης που διαμορφώνονται κατά καιρούς στις κοινωνίες. Συμπυκνώνεται δε, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης των συγγραφέων, σε τρία στάδια: Στο πρώτο στάδιο, που καλύπτει τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914), η φορολογία είναι γενικά χαμηλή, χωρίς προοδευτικό χαρακτήρα και με ενιαίους συντελεστές (flat tax). Στην συνέχεια, παρατηρείται μια αυξητική πορεία στην φορολόγηση των πλουσίων, λόγω της καθιέρωσης αμιγώς προοδευτικών φορολογικών συστημάτων, που κορυφώνεται στα μέσα του 20ού αιώνα. Τέλος, από τις αρχές της δεκαετία του 1970 και έως τις μέρες μας καταγράφεται μια σημαντική πτώση στην φορολογική επιβάρυνση του μεγάλου πλούτου συνολικά. Στο μοτίβο αυτό μπορεί κάποιος να διακρίνει σημαντικές ομοιότητες με την ιστορική εξέλιξη της πορείας των ανισοτήτων, όπως την κατέγραψε ο Τομά Πικετί στο Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα: αυξημένες ανισότητας στην περίοδο της “Belle Epoque”, σημαντική μείωσή τους κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, δυναμική επανεμφάνιση τους από το 1970 έως σήμερα. Το ερώτημα επομένως που ανακύπτει από την παράθεση των ως άνω αφορά το εάν και κατά πόσον η εμφάνιση των ανισοτήτων προκάλεσε ένα κύμα αύξησης της φορολογίας του πλούτου ή εάν στην πραγματικότητα συνέβη το αντίστροφο: η αιτία δηλαδή της αύξησης της φορολογίας -που περιόρισε τελικά τις ανισότητες- δεν εντοπίζεται στο πρόβλημα των ανισοτήτων καθ’ εαυτό. Αν ισχύει το δεύτερο, όπως ισχυρίζονται οι συγγραφείς, τότε οι λόγοι της αύξησης της φορολογίας στα υψηλότερα εισοδήματα δεν πρέπει να αναζητηθούν σε κάποια υποτιθέμενη -και εν πολλοίς αληθοφανή- αιτιολόγηση που ισχυρίζεται ότι το κύμα εκδημοκρατισμού (διεύρυνση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι) των αρχών του 20ού αιώνα αποτέλεσε το εφαλτήριο για την αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών – αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η αύξηση της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου.

Α) Φορολόγηση και αντιλήψεις περί δικαιοσύνης

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, εντοπίζεται η βασική συνεισφορά του βιβλίου: Το κεντρικό επιχείρημά του, συνδέεται με το ότι η ανάγκη διεξαγωγής ενός πολέμου με μαζικά στρατολογημένο στρατό και μεγάλης κλίμακας τεχνολογικές επενδύσεις σε όπλα και εξοπλισμό (οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι) μετέβαλε αποφασιστικά τις αντιλήψεις περί φορολογικής δικαιοσύνης και δημιούργησε μια νέα οπτική τόσο στην πολιτική ηγεσία όσο και στην κοινή γνώμη, ιδίως των κρατών που ενεπλάκησαν στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Οι νέες αντιλήψεις αναφέρονται, συγκεκριμένα, στην ανάγκη αποζημίωσης και αποκατάστασης των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων που στρατολογήθηκαν μαζικά για τις πολεμικές επιχειρήσεις, χάνοντας έτσι σημαντικές ευκαιρίες για την αύξηση της μελλοντικής οικονομικής ευημερίας τους, την στιγμή μάλιστα που ο πόλεμος λειτούργησε σαν ένας σημαντικός επιταχυντής των κερδών των μεγάλων βιομηχανιών (και των τραπεζών) και κατ’ επέκταση, της αύξησης του εισοδήματος και της περιουσίας των πλουσίων. Με λίγα λόγια, η αναγκαιότητα της εμπέδωσης της δικαιοσύνης συνδέθηκε με έναν -σχεδόν καθολικής αποδοχής- κανόνα κοινωνικής αποζημίωσης για την ανισότητα -μεταξύ των πλουσίων και του υπόλοιπου πληθυσμού- των θυσιών  στην διάρκεια του πολέμου.

Μολαταύτα, έως τις αρχές του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα  επιχειρήματα αναφορικά με την φορολογία των εισοδημάτων και των περιουσιών, επικεντρώνονταν, από την πλευρά των πιο συντηρητικών, στο δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης. Μια τέτοια επιχειρηματολογία συνεπάγεται την υιοθέτηση αναλογικών (ή ενιαίων) μέσων φορολογικών συντελεστών, ανεξάρτητα δηλαδή από το μέγεθος της φορολογικής βάσης και όπως προαναφέραμε τέτοιου είδους επιχειρήματα κυριάρχησαν σε επίπεδο φορολογικής πολιτικής έως το 1914.  Από την άλλη πλευρά, οι πιο προοδευτικοί πολιτικά υποστήριξαν την προοδευτικότερη φορολογία -όσο πιο μεγάλη η φορολογική βάση τόσο μεγαλύτερος ο μέσος φορολογικός συντελεστής- στην βάση του επιχειρήματος ότι όποιος έχει μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα πρέπει να φορολογείται περισσότερο. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως υποστηρίζεται στο βιβλίο, δεν απέκτησε ποτέ την ιδεολογική ηγεμονία στους κόλπους των διαμορφωτών πολιτικής αλλά ούτε και στην κοινή γνώμη. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε, η φορολόγηση των πλουσίων, με εξαίρεση τις έκτακτες περιόδους των Παγκοσμίων Πολέμων, κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα. Ειδικότερα, η φιλοσοφική αυτή αντίληψη περί δικαιοσύνης προσκρούει στο λογικό αντεπιχείρημα του τρόπου της αρχικής κτήσης του πλούτου. Εάν αυτή συνέβη λόγω ικανότητας και αξιότητας τότε είναι αδικαιολόγητη η καταχρηστική φορολόγηση του πλούτου και των συνεπαγόμενων αγαθών πολυτελείας που οι κάτοχοί του απολαμβάνουν. Από την  άλλη πλευρά βέβαια, οι υποστηρικτές της προοδευτικής φορολόγησης, όπως ο Ζαν Ζακ Ρουσό, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ και ο Άρθουρ Πιγκού, τάχθηκαν υπέρ της φορολόγησης του πλούτου που δεν προέρχεται από την εργασία και δεν συνεισφέρει στην μεγέθυνση του συνολικού εισοδήματος της κοινωνίας. Ειδικά ο Πιγκού, ο πατέρας των σύγχρονων «οικονομικών της ευημερίας», υποστήριξε έναν τρόπο φορολόγησης, σύμφωνα με τον οποίο η οριακή απώλεια (ή θυσία) κάθε ατόμου από την φορολόγηση του τελευταίου δολαρίου του εισοδήματός του (πρέπει να) αντιπροσωπεύει το ίδιο ποσοστό θυσίας για όλα τα μέλη της κοινωνίας. Αυτό ήταν και το αποφασιστικό βήμα για την μετατόπιση από την επιχειρηματολογία της ίσης μεταχείρισης -ανεξαρτήτως εισοδήματος- προς ένα μοντέλο φορολογίας που αυξάνει την συνολική κοινωνική ευημερία με προοδευτικότερο φορολογικά τρόπο.

Β) Η προοδευτική φορολόγηση ως απάντηση στην αποκατάσταση των άνισων θυσιών κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων

Οι μεταβαλλόμενες αντιλήψεις περί δικαιοσύνης και οι εκάστοτε κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί που τις πλαισιώνουν, αποτυπώνονται ανάγλυφα στον καθορισμό του ύψους των φορολογικών συντελεστών για το εισόδημα και την περιουσία. Αρχικά, ο μέσος οριακός συντελεστής φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων έως τα μέσα το 19ου αιώνα κυμαινόταν από 0% έως 2%. Ο υψηλότερος συντελεστής  στον 19ο αιώνα δεν υπερέβη σε καμία χώρα το 10%, ακόμα και εκεί όπου κυμάνθηκε σε υψηλότερα επίπεδα: στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, τις ΗΠΑ κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, και την Ιταλία κατά την διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών του αιώνα. Στην συνέχεια, την δεκαετία του 1950 ο μέσος οριακός συντελεστής έφτασε κατά μέσο όρο το 65,2%, αντικατοπτρίζοντας τις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στην κορύφωση της προοδευτικής φορολόγησης του πλούτου.  Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και έως το 2013, όμως, ο μέσος οριακός συντελεστής εισοδήματος μειώθηκε στο 38%. Εκτός από τον συντελεστή εισοδήματος, από την δεκαετία του 1970 ξεκινά επίσης, ένα κύμα μείωσης της φορολογίας επί της ακίνητης περιουσίας και των κληρονομιών. Στις ΗΠΑ, η σχετική φορολογία μειώθηκε σημαντικά, από 77%  (1940) στο 40% (2014). Σε άλλες χώρες μάλιστα, η φορολογία επί των ακινήτων καταργήθηκε: το 1971 στον Καναδά, το 1979 στην Αυστραλία, στην Νέα Ζηλανδία το 1993, στην Σουηδία το 2004 και την Αυστρία το 2009.

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα που ανακύπτει και στο οποίο οι συγγραφείς προσπαθούν να δώσουν απάντηση είναι το εξής: ποιος παράγοντας επηρέασε καθοριστικότερα την διαμόρφωση της φορολογικής πολιτικής (είτε στην αναλογικότερη είτε στην προοδευτικότερη μορφή που έλαβε κατά καιρούς); Μέσω της αναλυτικής μεθόδου «δοκιμής-σφάλματος», οι συγγραφείς απορρίπτουν ή επιβεβαιώνουν (με την στατιστική ανάλυση και την ανάλυση κειμένου) τις αιτιακές σχέσεις, αναφορικά με τις διαφορετικές ερμηνείες για την διαμόρφωση της φορολογικής πολιτικής. Αρχικά, η κυρίαρχη αφήγηση σχετικά με τις πολιτικές αναδιανομής υποστηρίζει ότι τα κύματα εκδημοκρατισμού των αρχών του 20ού αιώνα αποτέλεσαν την βασική κινητήρια δύναμη για την αύξηση της φορολογίας του εισοδήματος και της περιουσίας στα πλουσιότερα κλιμάκια. Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος, με πολίτες φτωχότερων ή μεσαίου εισοδήματος κατηγοριών, είναι εύλογο ως έναν βαθμό, να ασκεί μεγαλύτερη πίεση στην κυβέρνηση, ώστε να κατανείμει δικαιότερα τα φορολογικά βάρη. Η έρευνα των συγγραφέων όμως καταδεικνύει, με εξαιρετική ακρίβεια, ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν ευσταθεί απολύτως. Συγκεκριμένα, έως το 1900, μπορεί πολλές από τις χώρες (7 από τις 16 χώρες του εξεταζόμενου δείγματος)  να είχαν θεσπίσει, καθολικά, το εκλογικό δικαίωμα, εντούτοις καμιά τους δεν είχε υιοθετήσει φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος άνω του 10%. Απεναντίας μάλιστα, ο μέσος οριακός συντελεστής ήταν μόλις στο 1,4% σε σχέση με το 2,9% των οκτώ χωρών (του δείγματος των 16 χωρών) που δεν είχαν κατοχυρωμένο δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας. Παρατηρούνται επίσης και διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών που είχαν θεσπίσει φορολογία εισοδήματος. Για παράδειγμα, το 1900 (μόνο επτά από τις 15 χώρες του δείγματος που εξετάζουν οι συγγραφείς για εκείνο το έτος είχαν θεσπίσει φορολογία εισοδήματος) η Ιταλία έχει ορίσει ανώτατο φορολογικό συντελεστή στο 10%, ενώ η Αυστρία, η Ιαπωνία και η Νέα Ζηλανδία μόλις στο 5%. Έως το 1925, 18 από τις 19 χώρες του δείγματος, για την συγκεκριμένη περίοδο, είχαν υιοθέτησαν φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος – με την Γαλλία να κινείται στο 60% και τον Καναδά, την Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο στο 50%.

Επιπλέον, σύμφωνα πάντοτε με τα στοιχεία του βιβλίου, η διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων δεν συνεπάγεται μακροπρόθεσμα εντονότερη εκλογική πίεση στις κυβερνήσεις για υψηλότερη φορολόγηση των πλουσίων. Ο μέσος οριακός συντελεστής που ίσχυε κατά τον πρώτο χρόνο της θέσπισης της καθολικής ψηφοφορίας παραμένει σχεδόν αμετάβλητος ακόμα και μια δεκαετία μετά (επί συνόλου 15 χωρών). Επιπρόσθετα, στην περίπτωση χωρών όπως ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο, η αύξηση της φορολογίας των πλουσιότερων είχε λάβει χώρα πριν ακόμα θεσπιστεί η καθολική ψηφοφορία. Το Ηνωμένο Βασίλειο για παράδειγμα υιοθέτησε την καθολική ψηφοφορία το 1918, αλλά ο οριακός φορολογικός συντελεστής για τους πιο πλούσιους είχε ήδη αυξηθεί από το 8,3% (1914) στο 42,5% (1917). Άλλη μια απόδειξη της μη σημαντικής επιρροής του εκδημοκρατισμού στην διαμόρφωση μιας προοδευτικότερης φορολογικής πολιτικής αποτελεί το γεγονός πως στα τέλη του 20ού αιώνα, ο οριακός φορολογικός συντελεστής των ανώτερων εισοδηματικών κλιμακίων, παρά το ότι κυμαινόταν κατά μέσο όρο στο 40%, υπολειπόταν κατά πολύ από τον αντίστοιχο (65,2%) της δεκαετίας του 1950. Επιπρόσθετα, οι συγγραφείς αποδυναμώνουν και μια ακόμα διαδεδομένη αντίληψη, που θεωρεί πως οι αριστερές κυβερνήσεις φορολογούν υψηλότερα τα ανώτερα  εισοδηματικά στρώματα. Από τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δεν αποδεικνύεται απολύτως ένας τέτοιος ισχυρισμός. Πιο συγκεκριμένα, το 1925, μόνο δύο χώρες είχαν αριστερές κυβερνήσεις, με τον οριακό συντελεστή φορολόγησης των ανώτερων εισοδηματικά στρωμάτων να βρίσκεται κατά μέσο στο 21,8%, σε σχέση με το 33,4% των υπολοίπων 17 χωρών που περιλαμβάνονται στο δείγμα της έρευνας – και δεν είχαν αριστερή κυβέρνηση. Εάν εξετάσουμε τα δεδομένα για το 1950, θα βρούμε περισσότερες αριστερές κυβερνήσεις, αλλά και πάλι ο οριακός συντελεστής φορολόγησης του μεγάλου εισοδήματος (68,3%) δεν διαφέρει ουσιαστικά από αυτόν (66,5%) των υπολοίπων χωρών με μη αριστερές κυβερνήσεις. Το ίδιο συμπέρασμα εξάγεται και για τα έτη 1975 και 2000. Στην Σουηδία, για παράδειγμα, το σοσιαλιστικό κόμμα μπορεί να ήταν αυτό που αύξησε την φορολογία των υψηλότερων εισοδημάτων από 24% (1932) σε 70% την δεκαετία του 1950, εντούτοις το ίδιο αυτό κόμμα στην κυβέρνηση μείωσε κατά 25% τους φορολογικούς συντελεστές από το 1985 έως το 2000. Παρά ταύτα, υπάρχουν περιπτώσεις έντονης διαφοροποίησης στην φορολογική πολιτική, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο την δεκαετία του 1980, όπου η συντηρητική κυβέρνηση της Μάργκαρετ  Θάτσερ προέβη σε μια σημαντική μείωση της φορολογίας στους πλουσιότερους πολίτες, σε σχέση με την προηγηθείσα πολιτική των Εργατικών.

Η δεύτερη βασική αφήγηση, σχετικά με την διαμόρφωση της φορολογικής πολιτικής, που οι συγγραφείς καταρρίπτουν, αφορά τις ανισότητες. Την αντίληψη, δηλαδή, πως όταν αυτές αυξάνονται, ασκείται πίεση από το εκλογικό σώμα για την αύξηση της φορολογίας των πλουσιότερων στρωμάτων. Οι συγγραφείς όμως δεν βρίσκουν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ ανισοτήτων και αυξημένης φορολόγησης στους κατέχοντες. Συγκεκριμένα, για το 1925, ο δείκτης συσχέτισης (για τις χώρες που υπάρχουν στοιχεία, δηλαδή, τον Καναδά, την Γαλλία, την Ολλανδία, την Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) ανάμεσα στο υψηλότερο εισοδηματικά 0,01 του πληθυσμού και το ύψος του οριακού φορολογικού συντελεστή είναι χαμηλός (0,22). Έως το 1950 βέβαια, ο δείκτης αυτός αυξάνεται σημαντικά (0,65). Το 1975 όμως, η συσχέτιση αυτή αντιστρέφεται πλήρως και γίνεται μάλιστα αρνητική (-0,05). Η ίδια αρνητική συσχέτιση εξακολουθεί να υπάρχει και το 2000. Συνεπώς, οι συγγραφείς απορρίπτουν (και) την αύξηση των ανισοτήτων ως καθοριστικού παράγοντα για την ενίσχυση της προοδευτικότητας της φορολογίας.

Έχοντας λοιπόν αποδυναμώσει την ισχύ των παραπάνω ισχυρισμών, το επόμενο βήμα είναι να αποδείξουν το βασικό τους επιχείρημα: η ανάγκη διεξαγωγής ενός πολέμου με μαζικά στρατολογημένο στρατό μετέβαλε άρδην την αντιμετώπιση του ζητήματος της προοδευτικής φορολόγησης, μετατοπίζοντας το βάρος της πολιτικής επιχειρηματολογίας από μια γενική επίκληση στην δυνατότητα των πλουσίων να πληρώνουν παραπάνω, στην πραγματική ανάγκη αποζημίωσης των φτωχότερων τάξεων που στρατολογήθηκαν για τις πολεμικές ανάγκες, μέσω της προοδευτικής φορολόγησης του μεγάλου πλούτου, που αυξήθηκε μάλιστα κατά την περίοδο των Παγκοσμίων Πολέμων. Για να αποδειχθεί μια τέτοια θέση, οι συγγραφείς αφενός μεν καταδεικνύουν πως η φορολογία εισοδήματος και περιουσίας δεν αυξήθηκε ομοιόμορφα -αλλά επιβάρυνε πολύ περισσότερο το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού- και αφετέρου πως η πολιτική αυτή ήταν κοινή για όλες σχεδόν τις χώρες και δεν εξαρτιόταν από τις διαφορετικές ιδεολογικές προκαταλήψεις της κάθε κυβέρνησης των κρατών που συμμετείχαν στους Παγκοσμίους Πολέμους. Τα στοιχεία του βιβλίου καταδεικνύουν την αυξημένη φορολόγηση του πλουσιότερου 10% και την ακόμα μεγαλύτερη επιβάρυνση του πλουσιότερου 0,01% στις χώρες που πραγματοποίησαν μαζική επιστράτευση. Σε σχέση μάλιστα με όσες χώρες δεν πραγματοποίησαν μαζική επιστράτευση (για τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο), η διαφορά στην αύξηση των οριακών φορολογικών συντελεστών τόσο για το υψηλότερο 10% όσο για το 0,01% ανέρχεται στο 3,8% και το 20,6% αντίστοιχα. Επιπλέον, αντίστοιχη αύξηση της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου καταγράφηκε και στις μη δημοκρατικές χώρες, όπως την Γερμανία, την Αυστρία και την Ιταλία αλλά σε αρκετά χαμηλότερο βαθμό. Στην περίπτωση του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επίσης, ο οριακός συντελεστής (στις 11 χώρες που στρατολόγησαν μαζικά πολίτες) για το υψηλότερο εισοδηματικά 10% αυξήθηκε κατά μέσο από το 47,9% (1938) στο 75% (1946). Αλλά και στις 8 χώρες του δείγματος όπου δεν έλαβε χώρα μαζική στρατολόγηση, ο οριακός συντελεστής αυξήθηκε κατά μέσο όρο από το 30,5% (1938) στο 49,4% (1946). Η φορολογική επιβάρυνση των πλουσίων, συνεπώς, προέκυψε, ως καθολικό αίτημα, κυρίως από τις πραγματικές ανάγκες αποζημίωσης του κόστους των υπέρμετρων θυσιών που υπέστη η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών στα πεδία των μαχών. Αυτή η αναγκαιότητα αποτυπώθηκε με την σειρά της στην αντίληψη περί δικαιοσύνης τόσο των πολιτικών όσο και της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με τα παρουσιαζόμενα στοιχεία από τις τότε έρευνες της κοινής γνώμης και την ανάλυση -από τους συγγραφείς- των πρακτικών από τις πολιτικές ομιλίες στα κοινοβούλια της περιόδου του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προκύπτει πως η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών και των πολιτικών, ανεξάρτητα από πολιτικές προτιμήσεις και εισοδηματικές τάξεις, ήταν υπέρ της υψηλότερης φορολόγησης του μεγάλου πλούτου.

Η τάση αυτή βέβαια άρχισε να υποχωρεί ήδη από το 1946 και ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαία η σημαντική μείωση των φορολογικών συντελεστών στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια από την δεκαετία του 1970 έως τις μέρες μας. Οι συγγραφείς αποδίδουν την μείωση αυτή στο ότι το επιχείρημα της κοινωνικής αποζημίωσης των φτωχότερων στρωμάτων έχει πάψει να υφίσταται λόγω της μη διεξαγωγής πολέμων μέσω της μαζικής επιστράτευσης. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν πολεμικές επεμβάσεις μέσω της χρήσης πυραύλων, του διαδικτύου, διαφόρων μη επανδρωμένων στρατιωτικών μέσων και ως εκ τούτου, ο αριθμός των στρατιωτών στα πεδία της μάχης είναι σχετικά περιορισμένος. Συνεπώς, δεν προκύπτουν μαζικά αιτήματα για αποζημίωση των θυσιών από την μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, που στο παρελθόν θα ήταν αναγκασμένη να πολεμήσει στα μέτωπα των πολεμικών επιχειρήσεων. Το παράδειγμα της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ και το Αφγανιστάν καταδεικνύει ότι στις μέρες μας είναι εφικτή η διεξαγωγή πολέμου χωρίς να αυξάνονται ταυτόχρονα οι φορολογικές επιβαρύνσεις στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Απεναντίας, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους το 2001, μείωσε την φορολογία των πλουσίων από το 39,6%, που την είχε αφήσει η κυβέρνηση Μπιλ Κλίντον, στο 31%. Οι εξελίξεις αυτές αντικατοπτρίζονται και στα αποτελέσματα συγχρόνων ερευνών για την στάση της κοινής γνώμης, στις οποίες βασίζονται οι συγγραφείς του βιβλίου ώστε να εδραιώσουν τα επιχειρήματά τους. Το 2014 για παράδειγμα, τα αποτελέσματα μιας σχετικής έρευνας στις ΗΠΑ κατέδειξαν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών θεωρούσαν το 30% ως έναν δίκαιο συντελεστή φορολόγησης των εισοδημάτων άνω των 375.000 δολαρίων. Στην πραγματικότητα, ο «δίκαιος» συντελεστής του 30% ήταν χαμηλότερος από τον τότε ισχύοντα 39,6% (με τον οποίο φορολογούνταν τα εισοδήματα άνω των 375.000 δολαρίων).

 Γ) Η επικαιροποίηση του αιτήματος για την αποζημίωση των θυσιών από τις οικονομικές ελίτ

Η εξήγηση για την παράδοξη αυτή μεταβολή στην στάση περί δικαιοσύνης και τις προτιμήσεις για την φορολογική πολιτική της κοινής γνώμης αποδίδεται σύμφωνα με τους συγγραφείς και σε άλλους παράγοντες -εκτός του τερματισμού των πολέμων που απαιτούσαν μαζική επιστράτευση-, όπως τα μειωμένα ποσοστά πληροφόρησης των σύγχρονων πολιτών αναφορικά με το πραγματικό ύψος των ανισοτήτων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως έγκυροι αναλυτές υποστηρίζουν πως ο βέλτιστος ανώτατος φορολογικός συντελεστής στις ΗΠΑ -ο ρυθμός του οποίου μεγιστοποιεί τόσο τα έσοδα όσο και την ευημερία των Αμερικανών- είναι περίπου 73% (Diamond & Saez 2011). Στο σημείο αυτό βέβαια υπεισέρχονται, όπως σωστά τονίζεται από τους συγγραφείς, και ευρύτερες πολιτισμικές προκαταλήψεις, όπως η σύνδεση του πλούτου με την αξιότητα (ΗΠΑ) ή την τύχη (Ευρώπη). Δεν προξενεί επομένως εντύπωση ότι στις ΗΠΑ, όπου ο πλούτος θεωρείται ως απόδειξη αυξημένων ατομικών ικανοτήτων, η φορολογία εισοδήματος και περιουσίας είναι χαμηλότερη, σε σχέση με την Ευρώπη. Περαιτέρω, οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν με έντονο σκεπτικισμό δύο ακόμα διαδεδομένες αντιλήψεις που ενισχύουν τα επιχειρήματα για την χαμηλή φορολόγηση των πλουσίων. Η πρώτη αφορά τον κίνδυνο του χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, ως αποτελέσματος των μειωμένων προσδοκιών για κέρδη, και κατ’ επέκταση της μείωσης των επενδύσεων από τους πλουσίους. Οι συγγραφείς απαντούν πως τέτοιου είδους επιφυλάξεις υπήρχαν ανέκαθεν και ότι η μείωση (ή μη) των φορολογικών συντελεστών στα υψηλά εισοδήματα και τις περιουσίες συμπίπτει, βασικά, με τις μεταβολές της κοινής γνώμης σχετικά με την αντίληψη περί δικαιοσύνης. Η δεύτερη συμβατική σοφία σχετίζεται με την πραγματικότητα που διαμορφώνει η παγκοσμιοποίηση (ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου) και καθιστά δύσκολο τον εντοπισμό και την φορολόγηση του πλούτου. Οι συγγραφείς διακρίνουν ανάμεσα στην φορολογία των εταιρικών κερδών και του προσωπικού εισοδήματος, υποστηρίζοντας πως πράγματι, για τα πρώτα υπάρχουν βάσιμες αποδείξεις ότι η παγκοσμιοποίηση ευνοεί έναν φορολογικό ανταγωνισμό προς τα κάτω, ενώ η αρνητική συσχέτιση με το ύψος της φορολόγησης του προσωπικού εισοδήματος είναι πιο αδύναμη.

Στο πλαίσιο αυτό, οι συγγραφείς υποστηρίζουν πως για να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα από τα πλουσιότερα εισοδήματα και τις μεγάλες περιουσίες θα πρέπει να μετατοπιστεί η επιχειρηματολογία, ιδίως των αριστερών κομμάτων, αποφασιστικά: Από την αόριστη επίκληση της φορολόγησης αυτών που έχουν την δυνατότητα να πληρώσουν προς μια νέα κατεύθυνση, με σκοπό την αποζημίωση των σύγχρονων θυσιών που υφίστανται τα φτωχότερα στρώματα και η μεσαία τάξη. Οι σύγχρονες θυσίες βέβαια δεν προέρχονται από τους πολέμους, αλλά από το τεράστιο κόστος που κλήθηκαν  να επωμιστούν οι πολίτες λόγω των εκτεταμένων κρατικών προγραμμάτων διάσωσης προβληματικών τραπεζών από το 2007 και εντεύθεν. Επεκτείνοντας τον συλλογισμό των συγγραφέων -που αφήνουν εκκρεμές το ζήτημα του τι πρέπει να αφορά αυτή η αποζημίωση- η αποζημίωση είναι αναγκαίο να συνδεθεί με τα φορολογικά έσοδα για τις κοινωνικές παροχές που προέρχονται βασικά από το -ολοένα και μειούμενο- εισόδημα από την εργασία. Όπως έχουμε δει και σε προηγούμενο κείμενο (Petropoulos, J. Scott Marcus, Nicolas Moës and Enrico Bergamini, Digitalisation and European welfare states), η αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα από το εισόδημα που προέρχεται από το κεφάλαιο θέτει σε κίνδυνο τις μελλοντικές προοπτικές των κοινωνικών κρατών. Συνεπώς, η αναγκαία, σύμφωνα με τους συγγραφείς, ανασυγκρότηση των επιχειρημάτων σχετικά με την φορολόγηση του μεγάλου πλούτου μπορεί να πραγματοποιηθεί, δια της  επίκλησης της σκοπιμότητας σημαντικής αύξησης του οριακού φορολογικού συντελεστή στο υψηλότερο 10% των κατόχων πλούτου για την κάλυψη της χρηματοδότησης των κοινωνικών παροχών. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ο Πικετί υποστηρίζει στο Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα ότι -λαμβάνοντας υπόψη το πολύ υψηλό επίπεδο που έχουν φτάσει οι ιδιωτικές περιουσίες (αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον πέντε έτη του ΑΕΠ) σήμερα στην Ευρώπη- ένας ετήσιος μετριοπαθής συντελεστής στις μεγαλύτερες περιουσίες θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά έσοδα. Για παράδειγμα, εάν θεσπισθεί ένας συντελεστής της τάξης του 1% για τις περιουσίες αξίας ενός έως πέντε εκατομμυρίων ευρώ και 2% για τις περιουσίες αξίας άνω των πέντε εκατομμυρίων ευρώ, τότε υπολογίζεται πως τα συνολικά έσοδα θα μπορούσαν να ανέλθουν στο 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Τέλος, θα σταθούμε σε ένα σημείο το οποίο οι συγγραφείς ξεπερνούν, δίχως να του αποδίδουν την δέουσα προσοχή. Αναφέρουν ορθώς ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πολεμικών δαπανών για την διεξαγωγή των δύο Παγκοσμίων Πολέμων καλύφθηκε μέσω δανεισμού. Η άλλη επιλογή θα ήταν μέσω ακόμα μεγαλύτερης φορολόγησης των πλουσιότερων. Επομένως, οι κάτοχοι των μεγάλων περιουσιών και των υψηλών εισοδημάτων βγήκαν κερδισμένοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο κρατικός δανεισμός είναι προφανές ότι αυξάνει το εισόδημα των κατόχων μεγάλων κεφαλαίων. Όπως έχουμε αναλύσει σε προηγούμενο κείμενο (Jocelyn Pixley, Central Banks, Democratic States and Financial Power), οι ιδιωτικές τράπεζες επωφελήθηκαν σημαντικά από την χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων των κρατών, ειδικά κατά την περίοδο αλλά και μετά την λήξη του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Την δεκαετία του 1920, συγκεκριμένα, αυξήθηκαν τα επιτόκια από την αμερικανική κεντρική τράπεζα, για να προστατευθεί η αξία των ομολόγων (Liberty Bonds), με τα οποία οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν τις συμμαχικές δυνάμεις. Θυμίζουμε ότι τα ομόλογα αυτά είχαν κυμαινόμενη απόδοση η οποία ήταν βέβαιο ότι θα μειωνόταν εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων εκείνης της περιόδου. Ως εκ τούτου, η περιοριστική νομισματική πολιτική της Fed ακόμα και μετά την κρίση του 1929 αποτέλεσε μια συνειδητή προσπάθειά, για να ικανοποιηθούν οι επιδιώξεις των πιστωτών. Επομένως, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη και αυτήν την παράμετρο, όταν εξετάζουμε την ισχύ του επιχειρήματος για την αναγκαιότητα της αποζημίωσης των θυσιών των φτωχότερων στρωμάτων λόγω του πολέμου. Μόνο έτσι, θα έχουμε μια πληρέστερη εικόνα αναφορικά με το εύρος των προνομίων που απέσπασε η οικονομική ελίτ κατά την διάρκεια των πολέμων και επομένως, για την πραγματική έκταση της αποζημίωσης των υπολοίπων στρωμάτων της κοινωνίας μέσω της προοδευτικής φορολόγησης του πλούτου.

References

Diamond Peter & Saez Emmanuel (2011), “The Case for a Progressive Tax: From Basic Research to Policy Recommendations”, Journal of Economic Perspectives, 25 (4): 165-90

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*