Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική της μελέτης των Georgios Petropoulos, J. Scott Marcus, Nicolas Moës and Enrico Bergamini (2019), “Digitalisation and European welfare states”, Blueprint Series Vol. 30, Bruegel, July, pp. 158

Η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ρομποτική έχουν καταστεί πλέον πραγματικότητα στις σύγχρονες αλυσίδες παραγωγής και τις οικονομίες των περισσότερων χωρών. Η εξέλιξη αυτή, βέβαια, θέτει πλήθος ερωτημάτων και εγείρει ακόμα περισσότερες ανησυχίες για το μέλλον της εργασίας, των εργαζομένων και του κράτους πρόνοιας συνολικά. Αυτός είναι ο θεματικός πυρήνας αυτής της μελέτης.

Πιο συγκεκριμένα, μία σημαντική συνέπεια των παραπάνω ραγδαίων αλλαγών, με ευρύτερο πολιτικό αντίκτυπο, έγκειται στο ότι ο μεταβαλλόμενος τρόπος με τον οποίο εκτελείται η σύγχρονη εργασία, ειδικά για τους εργαζόμενους σε διαδικτυακές πλατφόρμες, δημιουργεί μια «γκρίζα ζώνη» ως προς την κατηγοριοποίηση της εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πρόσβαση των ατόμων σε κοινωνικές παροχές και εργασιακά δικαιώματα. Ένας οδηγός οχήματος της εταιρίας μεταφορών Uber, για παράδειγμα, δεν θεωρείται ούτε υπάλληλος πλήρους απασχόλησης αλλά ούτε και αυτοαπασχολούμενος με την παραδοσιακή έννοια. Περαιτέρω, η ρομποτική οδηγεί σε μείωση του εργατικού κόστους και κατ’ επέκταση, του εισοδήματος που προέρχεται από την εργασία. Η τεχνητή νοημοσύνη από την πλευρά της, μπορεί να εκτοπίζει, βραχυπρόθεσμα, παραδοσιακές θέσεις εργασίας αλλά δημιουργεί πλήθος νέων και μάλιστα υψηλά ειδικευμένων. Εντούτοις, η προσαρμογή των εθνικών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης παραμένει αργή, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιούνται -τουλάχιστον επί του παρόντος- οι αναγκαίες προσαρμογές στα νέα δεδομένα. Συνεπώς, το κρίσιμο διακύβευμα για τις σύγχρονες κοινωνίες εντοπίζεται στο εάν τα οφέλη που προκύπτουν από τις νέες τεχνολογίες θα υπερισχύσουν, όπως έγινε και στο παρελθόν, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας ή εάν ο εκτοπισμός θέσεων εργασίας από τις νέες τεχνολογίες θα αποτελέσει μια σημαντική παρενέργεια με απρόβλεπτες κοινωνικές συνέπειες.

Όπως τονίζεται εκ προοιμίου στην μελέτη, το διακύβευμα αυτό δεν είναι καινοφανές. Ο Κέυνς ισχυρίστηκε ότι η ανεργία που προκύπτει από την τεχνολογική αλλαγή είναι προσωρινή. Οφείλεται σε κακή ευθυγράμμιση των πολιτικών απορρόφησης της εργασίας, διότι μακροπρόθεσμα η ανθρωπότητα καταφέρνει να επιλύει τα οικονομικά της προβλήματα. Ο βρετανός οικονομολόγος, στην πραγματικότητα, κατόρθωσε να ερμηνεύσει σωστά τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών. Η εμπειρία της Βιομηχανικής Επανάστασης κατέδειξε ότι η αυτοματοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών οδήγησε σε αύξηση της παραγωγικότητας και σε δημιουργία πλήθους νέων θέσεων εργασίας. Παρά ταύτα, στην σημερινή συγκυρία το όλο ζήτημα δεν αφορά μόνο τον δυνητικό εκτοπισμό θέσεων εργασίας. Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στον τομέα της εργασίας έχει πρακτικές συνέπειες στην δομή, την λειτουργία και την χρηματοδότηση των κρατών πρόνοιας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε), όπου οι δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια είναι οι υψηλότερες παγκοσμίως, αντιμετωπίζει την μεγάλη πρόκληση του επαναπροσδιορισμού της φύσης και της λειτουργίας των εθνικών συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντοτε με τους συγγραφείς της μελέτης, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Ε.Ε πρέπει να βρουν απαντήσεις σε ένα καίριο ερώτημα: πώς θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται το κράτος πρόνοιας;

Α) Αυτοματοποίηση, απασχόληση και εργατικό εισόδημα

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα οργανώνεται, στην εδώ συζητούμενη μελέτη, με βάση τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, δεν προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία μείωση των θέσεων εργασίας λόγω των νέων τεχνολογιών. Προκύπτει, όμως, πτώση -ως προς το ΑΕΠ- του ποσοστού του εισοδήματος που προέρχεται από την εργασία. Αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο. Για τους συγγραφείς, η αυξομείωση του ποσοστού απασχόλησης στην Ευρώπη και παγκοσμίως ανάγεται περισσότερο στους μακροοικονομικούς παράγοντες παρά στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών. Στην Ευρώπη συγκεκριμένα, μετά την κρίση της ευρωζώνης, το ποσοστό απασχόλησης αυξάνεται και πάλι, αντιστοιχώντας στα επίπεδα απασχόλησης προ κρίσης. Από την άλλη βέβαια, για την περίοδο 2014-2016 στα κράτη μέλη της Ε.Ε, τα στοιχεία της μελέτης καταδεικνύουν ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών παρέμεινε χαμηλότερα από την μέση αύξηση της παραγωγικότητας.

Επομένως, σε αυτό το σημείο εντοπίζεται το κρίσιμο επίδικο. Παρά την υψηλή απασχόληση, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που κατευθύνεται προς την εργασία φαίνεται να ελαττώνεται τόσο παγκοσμίως όσο και πανευρωπαϊκά. Το μερίδιο εισοδήματος του εργατικού δυναμικού στην Ε.Ε των 15 είναι πλέον κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από ό, τι το 1960. Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικές δαπάνες παραμένουν στην Ε.Ε πολύ υψηλές, αντιπροσωπεύοντας ένα σημαντικό μερίδιο του ΑΕΠ που ανέρχεται σε 31,2% στην Γαλλία, 27,9% την Ιταλία και 25,1% στην Γερμανία. Από την άλλη πλευρά, τα έσοδα από την φορολογία του κεφαλαίου είναι αρκετά σταθερά τα τελευταία σαράντα χρόνια, παρά το αυξανόμενο μερίδιο του εισοδήματος από το κεφάλαιο στο ΑΕΠ. Συμπερασματικά, ο μέσος όρος και οι οριακοί φορολογικοί συντελεστές για το εισόδημα κεφαλαίου έχουν μειωθεί σημαντικά, ενώ η φορολόγηση του προερχόμενου από την εργασία εισοδήματος, όπως και ο φόρος προστιθέμενης αξίας, αποτελούν τις κύριες πηγές χρημστοδότησης του κοινωνικού κράτους. Ευλόγως, λοιπόν, εγείρεται το ερώτημα του ποιος φορολογείται για την χρηματοδότηση του κράτους γενικά και του κράτους πρόνοιας ειδικότερα.

Προς επίρρωση των παραπάνω ισχυρισμών, τα στοιχεία της μελέτης καταδεικνύουν ότι το ποσοστό απασχόλησης μειώθηκε στις νοτιοανατολικές, ιδιαίτερα, περιοχές της Ε.Ε, οι οποίες είναι ελάχιστα αυτοματοποιημένες. Επίσης, ο μαζικός εκτοπισμός θέσεων εργασίας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να συμβεί, επειδή η αγορά των ρομπότ παραμένει πολύ μικρή εάν λάβουμε υπόψη την γενική εικόνα. Συγκεκριμένα, οι επενδύσεις σε ρομπότ, εκφρασμένες ως ποσοστό του συνόλου του ακαθάριστου παγίου κεφαλαίου είναι 0,19% στην Ευρώπη, σε σύγκριση με 0,8% στην Νότια Κορέα, 0,45% στην Ιαπωνία, 0,18% στην Κίνα και 0,11% στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αξίζει να υπογραμμισθεί εδώ, ότι η Ε.Ε. διατηρεί το προβάδισμα στον αριθμό των ρομπότ. Τούτο αποδίδεται στον ισχυρό τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου περισσότερα από 200.000 ρομπότ συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής. Περαιτέρω, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, η έκθεση στα βιομηχανικά ρομπότ και τις νέες τεχνολογίες πληροφορικής συσχετίζεται θετικά με τα ποσοστά απασχόλησης. Κατά μέσο όρο, μια οριακή αύξηση στην έκθεση μιας οικονομίας σε βιομηχανικά ρομπότ συνδέεται με αύξηση στο ποσοστό απασχόλησης κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Μια οριακή αύξηση των τεχνολογιών πληροφορικής έχει παρόμοια επίδραση στα ποσοστά απασχόλησης. Θεωρητικά, αυτό εξηγείται ως το «αποτέλεσμα της παραγωγικότητας» (productivity effect): η ζήτηση εργασίας για μη αυτοματοποιημένες εργασίες μπορεί να αυξηθεί καθώς το κόστος εκτέλεσης εργασιών ρουτίνας μειώνεται ως αποτέλεσμα της αυτοματοποίησης.

Όσον αφορά, όμως, τους πραγματικούς μισθούς, υπάρχει αρνητική συσχέτιση με την έκθεση σε βιομηχανικά ρομπότ.  Ένα επιπλέον ρομπότ ανά 1000 εργαζόμενους, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, αντιστοιχεί σε μείωση κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες του ρυθμού αύξησης των πραγματικών ωρομισθίων. Η εξήγηση της αρνητικής αυτής συσχέτισης μπορεί να αποδοθεί επίσης στο ότι η αυτοματοποίηση καθιστά την διαδικασία παραγωγής υψηλότερης έντασης κεφαλαίου και, επομένως, τείνει να αυξάνει την παραγωγικότητα περισσότερο από τους μισθούς, με αποτέλεσμα την μείωση του μεριδίου του της εργασίας στο εθνικό εισόδημα. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι τεχνολογίες αυτοματοποίησης αρνητικά σχετιζόμενες με την αύξηση του εργατικού μισθού. Η συσχέτιση με τις νέες τεχνολογίες πληροφορικής είναι θετική. Συνεπώς, είναι εύλογο πως διαφορετικές αυτοματοποιημένες τεχνολογίες αλληλεπιδρούν με τους μισθούς με διαφορετικούς τρόπους. Τα ρομπότ από την φύση τους μειώνουν την ζήτηση εργασίας για συγκεκριμένα καθήκοντα ρουτίνας και ως εκ τούτου, ασκούν πίεση στους μισθούς. Από την άλλη πλευρά, οι τεχνολογίες πληροφορικής φαίνεται να δημιουργούν νέες συμπληρωματικότητες στον χώρο της εργασίας, αυξάνοντας έτσι τις ευκαιρίες απασχόλησης. Ο αυτοματισμός σε ορισμένες περιοχές μπορεί να ανοίξει χώρο για την δημιουργία νέων -υψηλότερα αμειβόμενα- θέσεων απασχόλησης και μάλιστα, υψηλής έντασης εργασίας. Τούτο αποδίδεται στο γεγονός πως απαιτείται πρόσθετη, υψηλών προσόντων, εργασία που εξυπηρετεί την λειτουργία των πιο εξελιγμένων μηχανημάτων (“Reinstatement effect”). Δεν είναι τυχαίο εξάλλου, ότι από την αρχή του εικοστού αιώνα, η αυτοματοποίηση της οικονομίας οδήγησε σε μεγάλη αύξηση της απασχόλησης καθώς δημιουργήθηκαν νέες βιομηχανίες και εργοστάσια και άρχισε με αυτόν τον τρόπο, η εποχή της μαζικής παραγωγής. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι συγγραφείς θεωρούν αναγκαίο τον διαχωρισμό των επιπτώσεων της αυτοματοποίησης στις αγορές εργασίας σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες. Στο πλαίσιο αυτό, οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι οι μεσαίας εξειδίκευσης εργαζόμενοι είναι πιθανότερο να επηρεαστούν αρνητικά από τις τεχνολογικές μεταβολές: η υιοθέτηση βιομηχανικών ρομπότ έχει σημαντικά αρνητικό αντίκτυπο, ιδίως στους εργαζόμενους της Ε.Ε με μεσαία μόρφωση. Η πόλωση στην αγορά εργασίας, όπως καταδεικνύεται στην μελέτη, επιβεβαιώνεται και από αντίστοιχες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες έδειξαν ότι υπάρχει αύξηση της απασχόλησης στα επαγγέλματα των υψηλά ειδικευμένων  και των λιγότερο ειδικευμένων εργαζόμενων (προσωπικών υπηρεσιών), με μείωση της απασχόλησης στην μεσαία κατηγορία εξειδίκευσης (κατασκευές και καθημερινές εργασίες γραφείου). Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, οι συγγραφείς της μελέτης καταλήγουν στο συμπέρασμα πως ο καθαρός αντίκτυπος στις θέσεις εργασίας μπορεί να είναι θετικός μόνο εάν η αυτοματοποίηση δημιουργήσει νέες κατηγορίες θέσεων εργασίας. Αυτό όμως εξαρτάται από την ικανότητα των κοινωνιών να μετασχηματίζουν την τεχνολογική αλλαγή σε νέες μορφές εργασίας. Μια τέτοια δυναμική απαιτεί: i) την ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων, ii) τον σχεδιασμό κατάλληλου θεσμικοί πλαισίου που να επιτρέπει την επέκταση νέων μορφών εργασίας και iii) την διανομή των οφελών που προκύπτουν από την αύξηση της παραγωγικότητας με δίκαιο τρόπο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Β) Νέες μορφές εργασίας και κοινωνικό κράτος: κίνδυνοι και ευκαιρίες

Οι νέες τεχνολογίες συνεπάγονται νέες μορφές απασχόλησης. Η παραδοσιακή διάκριση μεταξύ εργοδότη-εργαζόμενου-αυτοαπασχολούμενου τείνει να ξεθωριάζει στις μέρες μας. Η εργασία σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες (platform work), στο πλαίσιο της νέας «συνεργατικής οικονομίας» (collaborative economy), δεν αποτελεί τυποποιημένη μορφή απασχόλησης. Δεν είναι ενσωματωμένη στην σχέση εργοδότη-μισθωτού, δεν είναι συνεχής, δεν είναι απαραιτήτως πλήρους απασχόλησης και ούτε χαρακτηρίζεται απαραίτητα από άμεση εξάρτηση από τον εργοδότη. Ειδικότερα, με την χρήση των τεχνολογιών της πληροφορίας, οι διαμεσολαβητές (πλατφόρμες) μπορούν να καταγράφουν τις υποκείμενες προτιμήσεις και τα χαρακτηριστικά των δυνητικών παρόχων και χρηστών, συνδυάζοντας αποτελεσματικότερα την προσφορά με την ζήτηση. Οι διαμεσολαβητές συνήθως λαμβάνουν προμήθειες  και τέλη, με την μορφή ενός ποσοστού επί της αξίας της κάθε συναλλαγής. Δύο είναι οι βασικές κατηγορίες της συνεργατικής οικονομίας: Οι ηλεκτρονικές αγορές εργασίας που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ηλεκτρονικά και οι κινητές αγορές εργασίας στις οποίες η παροχή της υπηρεσίας είναι φυσική. Οι υπηρεσίες Uber, για παράδειγμα, ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία, αφού ένα αυτοκίνητο πρέπει να εμφανίζεται φυσικά στην απαιτούμενη τοποθεσία.

Η συνεργατική οικονομία και η εργασία μέσω πλατφόρμας  είναι στην ουσία μια ακραία μορφή ευέλικτης εργασίας. Η ευελιξία, γενικά, παρέχει προφανή οφέλη τόσο για την επιχείρηση όσο και στους εργαζόμενους που έχουν την επιλογή να εργάζονται τις ώρες που επιλέγουν να εργαστούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το ποσοστό των εσόδων, που προέρχεται από την συνεργατική οικονομία, για το 39% των νοικοκυριών στις ΗΠΑ, αντιπροσωπεύει το 25% του συνολικού εισοδήματός τους, ενώ το 29% των νοικοκυριών εξαρτάται σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από το εισόδημα που προέρχεται από την συνεργατική οικονομία. Στην Ε.Ε επίσης, το 36% των εργαζομένων σε πλατφόρμες κερδίζει λιγότερο από το 40% του μηνιαίου εισοδήματός του. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτού του είδους οι απασχολούμενοι θεωρούν τους εαυτούς τους ως εξαρτημένους εργαζόμενους και όχι ως αυτοαπασχολούμενους, παρόλο που υπόκεινται σε συμβάσεις αυτοαπασχόλησης. Παρά τα επιφανειακά οφέλη της ευελιξίας, οι νέες μορφές εργασίας δεν κατοχυρώνουν ουσιαστικά τους εργαζομένους. Οι μισθοί που προέρχονται από την συγκεκριμένη μορφή απασχόλησης είναι πολύ χαμηλοί. Μικρό ποσοστό των εργαζομένων κερδίζει πάνω από το 50% του συνολικού του εισοδήματος, ενώ οι περισσότεροι εργαζόμενοι βρίσκονται εκτός σημαντικών κοινωνικών παροχών, όπως οι συνταξιοδοτικές ή υφίστανται σημαντικούς περιορισμούς στα δικαιώματα συλλογικών διαπραγματεύσεων. Από την άλλη πλευρά βέβαια, όπως έχει ισχυριστεί και ο Ρίτσαρντ Μπάλντγουιν,  η -εύελικτη- αποσύνδεση των υπηρεσιών εργασίας από τους εργαζόμενους, μέσω της τηλεργασίας και των υπολοίπων τεχνολογιών επικοινωνίας, ενδέχεται να διευρύνει τον αριθμό των θέσεων εργασίας στους παραπάνω τομείς εργασίας.

Τούτων δοθέντων, δύο είναι οι κύριες αιτίες περιορισμού της συμμετοχής των παραπάνω εργαζομένων στα παραδοσιακά συστήματα κοινωνικής προστασίας: Πρώτον, οι συμβάσεις εργασίας εξισώνουν το εργασιακό τους status με αυτό των αυτοαπασχολούμενων – και όχι των μισθωτών όπως προαναφέραμε. Δεύτερον, η πρόσβαση σε πολλές κοινωνικές παροχές εξαρτάται από έναν ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας ανά εργοδότη ή από τις αποδοχές από έναν μόνο εργοδότη. Το 28,5% όμως των εργαζομένων σε πλατφόρμες εργάζεται λιγότερο από 10 ώρες την εβδομάδα. Συνεπώς, λόγω του περιορισμένου αριθμού των ωρών απασχόλησης, οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι δεν εκπληρώνουν τα τυποποιημένα και ανταποκρινόμενα στις παραδοσιακές μορφές εργασίας κριτήρια πρόσβασης στις κοινωνικές παροχές. Για την αντιμετώπιση του αποκλεισμού από την πρόσβαση στο κοινωνικό κράτος, πολλές χώρες έχουν προσπαθήσει, νομοθετικά, να επεκτείνουν τα δικαιώματα των πλήρους απασχόλησης εργαζομένων και σε άλλες κατηγορίες πιο ευέλικτης εργασίας –ειδικά αυτής των «εξαρτώμενων αυτοαπασχολούμενων» σε πλατφόρμες. Αλλά η εξίσωση αυτή δεν συμβαίνει παντού με την ίδια επιτυχία. Ενώ στον Καναδά θεωρείται γενικά επιτυχής μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία, στην Ιταλία δημιούργησε ευκαιρίες αρμπιτράζ για τους εργοδότες, με αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να αναταξινομηθούν ως εξαρτώμενοι αυτοαπασχολούμενοι. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπάθησε και αυτή να ενισχύσει και να εκσυγχρονίσει την κοινωνική προστασία των παραπάνω εργαζομένων. Ο Ευρωπαϊκός Πυλώνας των Κοινωνικών Δικαιωμάτων (European Pillar of Social Rights) και οι συστάσεις του Συμβουλίου, σχετικά με την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία των εργαζομένων και των αυτοαπασχολούμενων, περιλαμβάνουν τους στόχους της ενισχυμένης κοινωνικής προστασίας για τους μη παραδοσιακούς εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους, όπως επίσης και της εξίσωσης μεταξύ παραδοσιακών και μη παραδοσιακών μορφών εργασίας στους κάτωθι κλάδους κοινωνικής προστασίας: τις παροχές ανεργίας (αλλά όχι απαραίτητα για τους εξαρτώμενους αυτοαπασχολούμενους), τις παροχές ασθενείας και υγειονομικής περίθαλψης, τις παροχές μητρότητας και τα ισοδύναμα οφέλη πατρότητας,  τις παροχές αναπηρίας, γήρατος και για εργατικά ατυχήματα. Ωστόσο, οι συστάσεις αυτές είναι μη δεσμευτικές, ενώ οι μηχανισμοί ελέγχου αφήνονται στα κράτη μέλη, όπως και ο καθορισμός για τα επίπεδα παροχών και την χρηματοδότηση των σχετικών προγραμμάτων πρόνοιας.

Συμπερασματικά, οι λύσεις στις ανάγκες κοινωνικής προστασίας των νέων κατηγοριών εργαζομένων, όπως ορθώς επισημαίνεται στην μελέτη, θα μπορούσαν να λάβουν πολλές διαφορετικές μορφές, πέρα από την κρατική παρέμβαση. Για παράδειγμα, ο ιδιωτικός ασφαλιστικός κλάδος έχει φτάσει στην ανάπτυξη ασφαλιστικών προϊόντων κατάλληλων για εξαρτημένους αυτοαπασχολούμενους. Βεβαίως, όσον αφορά τις συντάξεις ειδικά, υπάρχουν πολλά επιχειρήματα υπέρ της κρατικής προστασίας. Ο Πικετί για παράδειγμα, όπως επισημαίνεται στην μελέτη, ισχυρίζεται πως οι λόγοι αυτοί είναι αρκετά πειστικοί: Οι αγορές ενδέχεται να είναι ανεπαρκείς για την επίτευξη των απαιτούμενων μετακινήσεων πόρων που απαιτούνται μεταξύ μεγάλων χρονικών διαστημάτων – από τον εργασιακό στον συνταξιοδοτικό βίο. Ακόμα, ένα άτομο με χαμηλό εισόδημα ενδέχεται να μην έχει πρόσβαση σε αποδοτικά επενδυτικά μέσα για την επίτευξη των αναγκαίων μεταβιβάσεων. Τέλος, τα άτομα ενδέχεται να μην επενδύουν μακροπρόθεσμα σε συνταξιοδοτικά πακέτα, δίνοντας προτεραιότητα στις βραχυπρόθεσμες μισθολογικές  τους ανάγκες.

Γ) Είναι εφικτή η προσαρμογή του κοινωνικού κράτους στα νέα δεδομένα;

Σε συνέχεια της παραπάνω ανάλυσης, οι συγγραφείς καταλήγουν στο εξής κρίσιμο ερώτημα: το κόστος των κοινωνικών παροχών πρέπει να βαρύνει την κυβέρνηση, την επιχείρηση ή το άτομο;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, εκτός από δύσκολα προβλέψιμη, είναι και ιδιαιτέρως ευαίσθητη πολιτικά. Η μετάβαση από την παραδοσιακή πλήρη απασχόληση σε ένα πλήθος μη παραδοσιακών μορφών εργασίας επιτείνει την αναγκαιότητα εξεύρεσης ενός αποτελεσματικότερου τρόπου χρηματοδότησης των κοινωνικών κρατών. Επιπλέον, αυτές οι προκλήσεις έρχονται σε μια εποχή κατά την οποία το εργατικό δυναμικό αναμένεται να μειωθεί εξαιτίας των απρόβλεπτων δημογραφικών μεταβολών και των ακόμα πιο απρόβλεπτων εξελίξεων της παγκοσμιοποίησης. Σε πολιτικό επίπεδο επίσης, η διαμάχη επεκτείνεται στην εύρεση ενός νέου σημείου ισορροπίας, μεταξύ αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, αναφορικά με τα συστήματα πρόνοιας.

Στα υπάρχοντα μοντέλα κοινωνικού κράτους, το  σημείο ισορροπίας  είχε επιτευχθεί μέσω του εξής μηχανισμού: στο μοντέλο Μπίσμαρκ (Bismarck), τα οφέλη ήταν διαθέσιμα μόνο στις οικογένειες εκείνων που εργάζονταν, ενώ χρηματοδοτούνταν από τις εισφορές των εργαζομένων. Στο μοντέλο του Μπέβεριτζ (Beveridge), οι παροχές ήταν συνήθως καθολικές και χρηματοδοτούνταν από τα γενικά φορολογικά έσοδα. Βεβαίως, σε καμία χώρα δεν απαντάται κανένα από τα παραπάνω πρότυπα στην γνήσια μορφή του. Υπάρχει ένας συνδυασμός των δύο, όπου ανάλογα με τις εγχώριες προτιμήσεις, το κοινωνικό κράτος υιοθετεί περισσότερα στοιχεία από το ένα ή το άλλο μοντέλο. Και τα δύο μοντέλα πάντως, όπως προαναφέραμε, ακροβατούν ανάμεσα στον στόχο της αποτελεσματικότητας και σε αυτόν της ισότητας. Η αποτελεσματικότητα συνδέεται με επαρκή κίνητρα για εργασία και με υψηλά ποσοστά απασχόλησης. Η ισότητα (ή κοινωνική δικαιοσύνη) συνεπάγεται από την πλευρά της χαμηλά επίπεδα φτώχιας. Οι μεταρρυθμίσεις από την πλευρά την προσφοράς, όπως αυτές συντελέστηκαν κατά την περίοδο της κρίσης στην Ε.Ε (βλέπε αναλυτικότερα σε προηγούμενο κείμενο για το βιβλίο European Social Models from Crisis to Crisis: Employment and Inequality in the Era of Monetary Integration), αύξησαν την αποτελεσματικότητα στην Ε.Ε των 15. Συγκεκριμένα, το 2016 η απασχόληση ήταν υψηλότερη από ό, τι το 2005 (από 65,2% σε 67,0%). Ωστόσο, αυτό είχε ως συνέπεια την μείωση της ισότητας (το ποσοστό του εκτός κινδύνου φτώχειας πληθυσμού μειώθηκε από 84,8% σε 83,7%). Η τάση αυτή με την σειρά της, ίσως να προεικάζεται τις μελλοντικές εξελίξεις για τα μοντέλα κοινωνικού κράτους, δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα, όπως υπογραμμίζεται στην μελέτη, είναι ζωτικής σημασίας για την διατήρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, καθιστώντας την προτεραιότητα σε σχέση με την επίτευξη του στόχου της ισότητας.

Παρά το ενδεχόμενο της εμπέδωσης της παραπάνω πολιτικής επιλογής στα σύγχρονα κοινωνικά κράτη, οι συγγραφείς της μελέτης θεωρούν τελικά, ίσως και παραδόξως, πως είναι πιθανότερο, η κοινωνική προστασία στην Ε.Ε να κινηθεί προς μια κατεύθυνση μεγαλύτερης έμφασης σε καθολικού τύπου παροχές (πιο κοντά στο μοντέλο Beveridge), ώστε να διασφαλιστούν οι νέου τύπου εργαζόμενοι και εν τέλει, ο στόχος της δικαιοσύνης. Αποδέχονται βέβαια ότι μια τέτοια ενδεχόμενη εξέλιξη απαιτεί περισσότερους διαθέσιμους δημόσιους πόρους. Δεν εξετάζουν όμως το πώς μπορεί η αύξηση των κρατικών δαπανών να συμβιβαστεί με την πολιτική επιλογή της επέκτασης της «εξατομίκευσης και ατομικής (Uberisation) εργασιακής και κοινωνικο-ασφαλιστικής ευθύνης» στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, την στιγμή που τα έσοδα των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων συρρικνώνονται, λόγω της συντελούμενης μείωσης των αμοιβών της πλήρους και της μερικής απασχόλησης (Ρομπόλης & Μπέτσης 2019). Μολαταύτα, οι συγγραφείς δεν είναι της άποψης ότι μέτρα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, είναι αναγκαία, τουλάχιστον επί του παρόντος, έχοντας  εξάλλου καταδείξει πιο πριν ότι οι νέες τεχνολογίες δεν εκτοπίζουν μαζικά, όπως εικάζεται, θέσεις εργασία. Όπως επίσης, δεν είναι κατ’ αυτούς αναγκαίος ούτε ο προταθείς (από τον Μπιλ Γκέιτς) φόρος στην χρήση των ρομπότ, αφενός διότι τα ρομπότ αντιπροσωπεύουν -ακόμα-  ένα μικρό ποσοστό του παραγωγικού δυναμικού και αφετέρου λόγω της πιθανής αντιστροφής των κινήτρων για καινοτομία. Συνεπώς, οι συγγραφείς της μελέτης αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα στα προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης που θα πρέπει να ξεκινούν προφανώς από το σχολείο και να ακολουθούν τον εργαζόμενο σε όλον τον εργασιακό του βίο, βοηθώντας τον έτσι να προσαρμοσθεί στις νέες τεχνολογίες και να αποκτήσει καινούριες δεξιότητες. Με δεδομένο όμως ότι οι συγγραφείς επισημαίνουν, εύστοχα, πως τα φορολογικά έσοδα για τις κοινωνικές παροχές προέρχονται βασικά από το -ολοένα και μειούμενο- εισόδημα από την εργασία, θα ήταν λογικό να εστιαστεί η προσοχή των διαμορφωτών της πολιτικής στην ανεύρεση τρόπων φορολόγησης του κεφαλαίου. Συνεπώς, ένα υποθέσουμε ότι είναι εξίσου πολιτικώς εφικτή η φορολόγηση των ρομπότ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (π.χ. ο λεγόμενος φόρος Tobin), θα ήταν αποτελεσματικότερο να προτιμηθεί ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Με άλλα λόγια, όσο αναγκαία είναι η μεταρρύθμιση από την πλευρά της προσφοράς στην αγορά εργασίας (π.χ. δια βίου εκπαίδευση) άλλο τόσο σημαντική, αν όχι σημαντικότερη βραχυπρόθεσμα, είναι και η διακυβερνητικά οργανωμένη δράση υπέρ της φορολόγησης -ή της επί το παραγωγικότερον καθοδήγησης- του χρηματοπιστωτικού πλούτου.

Επιπλέον, ένα ακόμα κρίσιμο ερώτημα, που δεν τίθεται από τους συγγραφείς, παρά το ότι υπογραμμίζουν την σημασία των ιδιωτικών συστημάτων ασφάλισης, είναι το εύρος και η έκταση του ρόλου της ιδιωτικής ασφάλισης ως πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος. Εάν ο πυλώνας αυτός ενισχυθεί ακόμα περισσότερο μελλοντικά, τι αντίκτυπο θα έχει στην επέκταση της κοινωνικής κάλυψης των νέου τύπου εργαζομένων; Περαιτέρω δε, μπορεί να βρεθεί μια χρυσή τομή μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος ασφάλισης, ώστε να ενισχυθεί τόσο η αποτελεσματικότητα όσο και η δικαιοσύνη, καλύπτοντας ταυτόχρονα τις νέες ανάγκες της σύγχρονης ευέλικτης απασχόλησης; Παράλληλα βέβαια με τα ως άνω, οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι είναι αναγκαίος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο αποτελεσματικότερος συντονισμός της δράσης των κυβερνήσεων για την θέσπιση ενιαίων κανόνων κοινωνικής προστασίας, ώστε να επιταχυνθεί στον τομέα αυτό σύγκλιση. Αλλά και η σύγκλιση αφ’ εαυτής δεν αποτελεί πανάκεια. Η θέσπιση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για παράδειγμα, μήπως οδηγήσει τελικά τους μισθούς σε έναν χαμηλότερο κοινό παρανομαστή;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα και η αναζήτηση λύσεων για τις νέες προκλήσεις είναι εν τέλει αμιγώς πολιτική υπόθεση. Ως εκ τούτου, χρειάζεται διαρκής στάθμιση της αναγκαιότητας για αποτελεσματικότητα, με τις επείγουσες κοινωνικές ανάγκες που θέτουν το αίτημα της δικαιοσύνης. Διότι, όπως φαίνεται, η «δυσφορία», που προκαλεί στους πολίτες η αποδυνάμωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς εργασίας και την ενδυνάμωση της ευελιξίας, συνεπάγονται δίχως άλλο πρωτοφανείς πολιτικές και εκλογικές συνέπειες για τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας (Antonucci 2019). Αυτές οι συνέπειες μάλιστα, ενδέχεται να είναι, εκτός από αποσπασματικές, εξαιρετικά απρόβλεπτες, λόγω του ότι το «πρεκαριάτο» του 21ου αιώνα δεν διαθέτει την οργάνωση και την συνοχή -ίσως και την «ταξική» συνείδηση- που εξασφάλιζε η βιομηχανική οργάνωση στο παραδοσιακό προλεταριάτο του 19ου και του 20ού αιώνα.

References

Ρομπόλης Σάββας & Μπέτσης Βασίλης (2019), “Η «ευελιξία» στερεί €1,3 δισ. ετησίως από την κοινωνική ασφάλιση”, www.euro2day.gr, 19 Ιουλίου

Antonucci Lorenza (2019), “Fixing the European Social Malaise: Understanding and Addressing the Grievances of European Workers”, Mercator European Dialogue, July

Baldwin Richard (2016), The Great Convergence: Information Technology and the New Globalization, London: Belknap & Harvard University Press

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*