Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο των Markus K. Brunnermeier, Harold James, Jean-Pierre Landau (2016), The Euro and the Battle of Ideas, Princeton University Press

Πού εντοπίζονται τα βαθύτερα αίτια για τα δεινά που μαστίζουν την ζώνη του ευρώ; Σε ποιους παράγοντες μπορεί να αποδοθεί η διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, ακόμα και μεταξύ των ιδρυτικών κρατών μελών της Ε.Ε; Τελικά, οι φαινομενικά ασυμβίβαστες διαφορές είναι εφικτό να συμβιβαστούν, ώστε να εξασφαλιστεί η επιβίωση και το μέλλον του ευρώ; Αυτά είναι τα βασικότερα ερωτήματα που πραγματεύονται οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου. Ο πυρήνας του κεντρικού τους επιχειρήματος έγκειται στο ότι τα συμφέροντα των εθνικών κρατών πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των ιδεών. Το πώς δηλαδή οι διάφοροι πολιτισμικοί, κοινωνικοί, οργανωτικοί κ.α. παράγοντες διαμορφώνουν, σταδιακά και ανεπαίσθητα, διαφορετικές οικονομικές φιλοσοφίες οι οποίες με την σειρά τους, απολήγουν σε ορατούς ανταγωνισμούς συμφερόντων. Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση της ιστορικής εξέλιξης της ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας, ένα σημαντικό ιδεολογικό χάσμα διατρέχει την κινητήρια δύναμη του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, που δεν είναι άλλη από τον γαλλογερμανικό άξονα. Ο ποταμός Ρήνος φαίνεται πως χωρίζει, όχι απλώς γεωγραφικά, αλλά και σε επίπεδο οικονομικών ιδεών τις χώρες της Γερμανίας και της Γαλλίας. Γενικά, οι συγγραφείς εντοπίζουν τις βαθιές ρίζες της απόκλισης στο ιστορικό παρελθόν των δύο κρατών. Ειδικότερα, στο συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό μοντέλο οργάνωσης της Γαλλίας που βρίσκεται στον αντίποδα του πιο αποκεντρωμένου (φεντεραλιστικού) γερμανικού προτύπου -κληρονομιά από την διάλυση της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι διαφορές αυτές επηρέασαν και την εξέλιξη της οικονομικής φιλοσοφίας. Οι συγγραφείς του βιβλίου εντοπίζουν μια σημαντική μεταστροφή ως προς την οικονομικό προσανατολισμό και στις δύο χώρες, μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έως τότε, στην Γαλλία κυριαρχούσε ο παραδοσιακός φιλελευθερισμός του laissez-faire, ενώ στην Γερμανία ήταν βαριά η σκιά του κρατο-κεντρικά καθοδηγούμενου μοντέλου ανάπτυξης, όπως το εγκαθίδρυσε ο ιδρυτής του πρώτου ενιαίου γερμανικού εθνικού κράτους, ο Ότο φον Μπίσμαρκ. Μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, τα πράγματα αντιστρέφονται άρδην. Η Γαλλία, υπό τον στρατηγό Ντε Γκωλ ιδιαίτερα, στρέφεται στο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, στο οποίο ο κρατικός σχεδιασμός αποκτά βαρύνοντα ρόλο, ώστε να ξεπερασθεί η παρατεταμένη περίοδος οικονομικής στασιμότητας που είχε προηγηθεί. Σε διεθνές επίπεδο, η Γαλλία τάσσεται υπέρ της θεσμικής πλαισίωσης της παγκόσμιας οικονομίας στο πλαίσιο του Bretton Woods. Υποστηρίζει επίσης, πως η ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου ευνοεί την κερδοσκοπία εις βάρος των εθνικών νομισμάτων και επομένως, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για την εγχώρια οικονομία. Για τους  λόγους αυτούς τάσσεται υπέρ των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η Γερμανία από την δική της πλευρά,  μεταβαίνει, μετά το 1945, σε ένα πιο φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, που χαρακτηρίζεται βέβαια από την ύπαρξη ισχυρών δεσμευτικών κανόνων (Ordo-liberalism). Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται σαν «βαλβίδες ασφαλείας», ώστε να αποφευχθεί η κατάχρηση εξουσίας από την εκτελεστική εξουσία, με το φάντασμα του ναζιστικού κρατισμού να στοιχειώνει τις αναμνήσεις των Γερμανών. Η γερμανική οικονομική πολιτική υποστηρίζει επιπρόσθετα την θέσπιση κυμαινόμενων ισοτιμιών και την απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων, λόγω της υψηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας.

Α) Οι κύριες διαχωριστικές γραμμές στον γαλλογερμανικό άξονα

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, οι συγγραφείς ισχυρίζονται πως η ιστορική διαμόρφωση των αποκλινουσών οικονομικών φιλοσοφιών των δύο χωρών επηρέασε ευθύς εξαρχής τον χαρακτήρα και την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης και στην συνέχεια, ακόμα αποφασιστικότερα, την διαχείριση της κρίσης του ευρώ. Καταρχάς, στο βιβλίο εντοπίζονται πέντε ριζικά διαφορετικά και αντιθετικά χαρακτηριστικά, στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι δύο χώρες την ενοποιητική διαδικασία και ιδίως, τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης της ευρωζώνης: το πρώτο αντιθετικό ζεύγος αφορά την γαλλική προτίμηση στην ερμηνεία των κανόνων μέσω αυξημένης διακριτικής ευχέρειας (discretion) και ευελιξίας, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, σε αντίθεση με την γερμανική προσήλωση σε δεσμευτικούς κανόνες (rules), που επιβάλλουν την τήρηση των δημοσιονομικών περιορισμών ανεξαρτήτως της πορείας του οικονομικού κύκλου. Τα μακροοικονομικά κριτήρια (πληθωρισμός, επίπεδα δημόσιου χρέους, επιτόκια, συναλλαγματική ισοτιμία) ένταξης στο ευρώ, όπως αυτά θεσπίστηκαν από την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση («Συνθήκη του Μάαστριχτ»), σε συνδυασμό με το περιοριστικό πλαίσιο της εντολής της ΕΚΤ (αποκλειστικά επικεντρωμένο στην διαφύλαξη της αξίας του ευρώ) εγκατέστησαν εξ’ αρχής το δόγμα της λιτότητας στο DNA της ευρωζώνης. Επιπλέον, η εμπέδωση του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού συνδέεται ουσιαστικά με την λογοδοσία των συμμετεχόντων στην αγορά. Οποιοδήποτε μέτρο περιορίζει τη λογοδοσία υπέρ ενδεχόμενης διάσωσης (bail-out) προκαλεί καταστρεπτικά κίνητρα που οδηγούν στην ενίσχυση αναξιόπιστων προσδοκιών εκ μέρους των οικονομικών δρώντων. Κατά συνέπεια, οι Γερμανοί ορντολιμπεραλιστές ανησυχούν πολύ για τον «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard).

Φτάνουμε λοιπόν στην  δεύτερη αντίθεση, που εντοπίζεται στην αντιπαράθεση της αλληλεγγύης (solidarity) με την ευθύνη (liability). Η παραδοσιακή γαλλική solidarité, που προώθησε η γαλλική κυβέρνηση κατά την διάρκεια της κρίσης χρέους των κρατών μελών του ευρώ, προσέκρουσε στον τοίχο του προτεσταντικού πνεύματος της ανάληψης της πλήρους ευθύνης από τα «αμαρτωλά» εθνικά κράτη. Μια τέτοια άποψη φαίνεται να απηχεί την ιδέα πώς η σωτηρία επιτυγχάνεται διά της τιμωρίας, μια από τις περίφημες «95 Θέσεις» δηλαδή, που τοιχοκόλλησε ο Μαρτίνος Λούθηρος στην Βυρτεμβέργη το 1517, σηματοδοτώντας την έναρξη της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης. Με άλλα λόγια, ενώ για την Γαλλία το κρίσιμο στοιχείο είναι η τρέχουσα και κατεπείγουσα διαχείριση της κρίσης, για την Γερμανία ο στόχος είναι η αποφυγή μελλοντικών κρίσεων δια του παραδειγματισμού όσων κρατών μελών παραβιάζουν τους δημοσιονομικούς κανόνες. Τρίτον, και σχετιζόμενο με το προηγούμενο, είναι η ανάγνωση του οικονομικού προβλήματος της ευρωζώνης από την πλευρά της ρευστότητας και από την άλλη, την πολιτική της φερεγγυότητας. Η Γαλλία επέμεινε, παρά τις πρόσκαιρες αναδιπλώσεις για λόγους πολιτικών συσχετισμών και τακτικής, πως για την διαχείριση των τραπεζικών προβλημάτων και των κρατικών χρεών δεν πρέπει να εφαρμοστεί κανένα μέτρο εξυγίανσης με ίδια μέσα (bail-in) ή να συμβεί αναδιάρθρωση χρέους. Αντιθέτως, οι γαλλικές κυβερνήσεις επέμειναν σε μηχανισμούς ενίσχυσης της ρευστότητας είτε μέσω της ΕΚΤ για τις τράπεζες είτε μέσω της δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν δυσκολίες αναχρηματοδότησης του χρέους τους. Το τέταρτο χάσμα αφορά την δημοσιονομική προσαρμογή. Η Γερμανία υποστήριξε το δόγμα της «επεκτατικής λιτότητας» (expansionary austerity), αποδίδοντας έμφαση στην απόκτηση μεγαλύτερης πιστοληπτικής αξιοπιστίας από τις αγορές, μέσω προγραμμάτων περικοπής των δημοσίων δαπανών και πραγματοποίησης δομικών μεταρρυθμίσεων εν μέσω κρίσης. Στον αντίποδα, η Γαλλία και οι υπόλοιπες χώρες του Νότου τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ μιας επεκτατικότερης δημοσιονομικής πολιτικής και ενός κεϋνσιανών προδιαγραφών μακροοικονομικού σχεδίου. Τούτο συνεπάγεται τόνωση της ζήτησης, ώστε να ενεργοποιηθεί ο πολλαπλασιαστής δαπανών στην οικονομία -κάθε δαπάνη δημιουργεί επιπλέον εισόδημα.

Στο πλαίσιο αυτό, η πέμπτη διαφορά έγκειται στην γενικότερη στρατηγική των δύο χωρών σχετικά με τον προσανατολισμό της ευρωζώνης. Από την μια πλευρά υπάρχει η άποψη (από την Γαλλία και τις χώρες του Νότου) για την δημιουργία μιας πραγματικής  δημοσιονομικής ένωσης (Fiscal union) και από την άλλη, η γερμανική επιμονή έως εμμονή στην διατήρηση του status quo και της Συνθήκης του Μάαστριχτ, που απαγορεύει οποιαδήποτε μεταφορά πόρων για την διάσωση κράτους μέλους (no-bailout clause).

Β) Αποκλίσεις και διαχείριση της κρίσης της ευρωζώνης

Οι παραπάνω αποκλίσεις σε επίπεδο οικονομικής φιλοσοφίας βάρυναν δίχως άλλο τις διαπραγματεύσεις των εθνικών κυβερνήσεων κατά την διάρκεια της κρίσης χρέους της ζώνης του ευρώ. Αποτέλεσμα αυτών των διαιρέσεων είναι, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η μετάβαση σε ένα διακυβερνητικό μοντέλο λήψης των αποφάσεων. Το κέντρο εξουσίας μεταφέρεται, αρχικά, από τις Βρυξέλες και την Επιτροπή στις εθνικές πρωτεύουσες, ενώ στο τέλος -μετά από έναν πρόσκαιρο και για την διατήρηση των προσχημάτων διαμοιρασμό ανάμεσα σε Παρίσι και Βερολίνο- καταλήγει να εδρεύει στο Βερολίνο.

Πιο αναλυτικά:

Αρχικά, η γαλλογερμανική σύγκρουση ξέσπασε με αφορμή το εάν και κατά πόσον η Ευρώπη διαθέτει τις οικονομικές δυνατότητες, για να ανταπεξέλθει με τις δικές της δυνάμεις στην κρίση χρέους ή χρειάζεται την συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Η συμμετοχή του ΔΝΤ στα προγράμματα διάσωσης της Ουγγαρίας και της Λετονίας, ήδη από το 2009, είχε ανοίξει τον δρόμο για την εμπλοκή του στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Εντούτοις, οι χώρες αυτές ήταν κράτη μέλη μόνο της Ε.Ε και όχι της ευρωζώνης. Επομένως, η κρίση χρέους της Ελλάδας ήταν η βασική αφορμή για την ουσιαστική εμπλοκή του ΔΝΤ στην ευρωπαϊκή κρίση. Έως τον Ιανουάριο του 2010, ήταν φανερή η αναγκαιότητα για χορήγηση εξωτερικής βοήθειας στην Ελλάδα, γεγονός βέβαια που ήταν εκτός συνθηκών, λόγω της ρήτρας μη διάσωσης. Η Γερμανία επέμεινε στην συνδρομή του ΔΝΤ και τελικά, επέβαλε τον Μάιο του 2010 την συμμετοχή του διεθνούς οργανισμού με 30 δισεκατομμύρια ευρώ στο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, που ανήλθε εν τέλει, στα 110 δισεκατομμύρια ευρώ. Η ανάμειξη του ΔΝΤ στην διαχείριση της κρίσης της ευρωζώνης αποτέλεσε την πρώτη πράξη μεταφοράς του κέντρου βάρους των αποφάσεων από τους υπερεθνικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς προς τις πρωτεύουσες των ισχυρότερων κρατών μελών. Και αυτό γιατί το ΔΝΤ μαζί με την Επιτροπή και την ΕΚΤ αποτέλεσαν έκτοτε την περιβόητη «Τρόικα», έναν εποπτικό μηχανισμό δηλαδή που δεν προβλέπεται από καμία Συνθήκη.

Η δεύτερη πράξη που ενδυνάμωσε τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της λήψης των αποφάσεων ήταν η δημιουργία του πρόσκαιρου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και στην συνέχεια, του μόνιμου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). H προφανής αναγκαιότητα της θέσπισης μηχανισμών έκτακτης χρηματοδότησης για κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα, παρά την εκ των Συνθηκών απαγόρευση των χρηματοδοτικών μεταβιβάσεων, οδήγησε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τον Ιούνιο του 2010, στην σύναψη μιας ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ των κυβερνήσεων για την ίδρυση του EFSF (με έδρα στο Λουξεμβούργο), ενός μηχανισμού ο οποίος θα μπορούσε να μοχλευθεί από τις αγορές έως του ποσού των 440 δισεκατομμυρίων ευρώ με βάση εγγυήσεις των συμβαλλομένων μερών. Ο EFSF είχε την νομική εξουσιοδότηση να αγοράζει τόσο από την πρωτογενή όσο και από την δευτερογενή αγορά κρατικά ομόλογα, υπό την προϋπόθεση της υπαγωγής των κρατών μελών -τα ομόλογα των οποίων αγοράζονται από τον EFSF- σε καθεστώς προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Στις 11 Ιουλίου 2011, οι υπουργοί οικονομικών των 17 χωρών της ευρωζώνης υπέγραψαν τη Συνθήκη για την ίδρυση του μόνιμου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), με καθήκοντα όμοια με αυτά του EFSF. Η Συνθήκη ίδρυσής του ακολουθεί την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου 2011 και βασίζεται σε τροποποίηση του άρθρου 136 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Σε αντίθεση λοιπόν με τον EFSF, ο ESM αποτελεί επίσημο θεσμικό όργανο της ευρωζώνης. Η αρχική μέγιστη δανειοδοτική ικανότητα του ESM ορίζεται σε 500 δισεκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της εκκρεμούς στήριξης σταθερότητας του EFSF. Ενώ η δημιουργία τέτοιων μηχανισμών φαντάζει ως επιτυχία των γαλλικών επιδιώξεων, που αποδίδουν έμφαση στην τρέχουσα διαχείριση της κρίσης και την παροχή ρευστότητας, τα πράγματα γρήγορα άρχισαν να αποκτούν τις «πραγματικές» –γερμανικές- διαστάσεις τους. Η Γερμανία, σε αντάλλαγμα προς την έκτακτη ρευστότητα, απαίτησε την θέσπιση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων, με σκοπό την αποτροπή μελλοντικών κρίσεων, σε συνδυασμό επίσης με μια γερή δόση ανάληψης ευθύνης από τα ίδια τα κράτη μέλη. Αποτέλεσμα αυτού, στα τέλη του 2011, τέθηκε σε ισχύ η μεταρρύθμιση (μέρος του Εξάπτυχου «Six-Pack») για την τροποποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με σκοπό την οικοδόμηση ενός αποδοτικού πλαισίου για τον συντονισμό και την επιτήρηση των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται τόσο το προληπτικό όσο και το διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου, δηλαδή η Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος, η οποία ισχύει για τα κράτη-μέλη που έχουν παραβιάσει είτε το κριτήριο ελλείμματος, είτε το κριτήριο χρέους.

Η θέσπιση όμως ενός δεσμευτικού κανονιστικού δημοσιονομικού πλαισίου θα ήταν μια μισοτελειωμένη δουλειά, δίχως την ύπαρξη ενός επιπλέον πυλώνα: της «πειθαρχίας της αγοράς» (market discipline) ή αλλιώς την ανάληψη της ευθύνης σε περίπτωση αναδιάρθρωσης χρέους από τους ιδιώτες πιστωτές των χωρών της περιφέρειας. Μια τέτοια πρωτοβουλία ανέλαβε η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ στο πλαίσιο, όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα κείμενα, της διμερούς γαλλογερμανικής διάσκεψης στην πόλη Ντοβίλ της Γαλλίας, τον Οκτώβριο του 2010. Για τους συγγραφείς, η διάσκεψη αυτή είναι απολύτως ενδεικτική των αντίθετων απόψεων της Γαλλίας και της Γερμανίας. Η ανάγνωση της κρίσης χρέους, ως ζητήματος ρευστότητας, και η έμφαση στην ευελιξία των δημοσιονομικών κανόνων για την υπέρβασή του από την μια πλευρά, συγκρούστηκε με την προσέγγιση του κινδύνου φερεγγυότητας και της αναγκαιότητας θέσπισης αυστηρών ex ante κανόνων για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων. Στην συγκεκριμένη διάσκεψη, η Μέρκελ ζήτησε έναν μόνιμο μηχανισμό επίλυσης κρίσεων στην Ευρώπη που θα περιλαμβάνει τις απαραίτητες ρυθμίσεις για την κατάλληλη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους μιας χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της πρότασης, η Μέρκελ έδωσε την συγκατάθεσή της για την δημιουργία του ESM, με αντάλλαγμα όμως την συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών σε ενδεχόμενη αναδιάρθρωση χρέους, εισάγοντας με αυτόν τον τρόπο την «πειθαρχία της αγοράς». Βεβαίως, η Γερμανία εγκατέλειψε την ιδέα του εκ των προτέρων ελέγχου (ex ante control) των εθνικών προϋπολογισμών και των «αυτόματων» κυρώσεων (π.χ. στέρηση δικαιώματος ψήφου στο Συμβούλιο) για χώρες που παραβιάζουν τους κανόνες για το δημόσιο χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, επειδή η Γαλλία επέμεινε στην διατήρηση μεγαλύτερων περιθωρίων ευελιξίας. Συνολικά, το αποτέλεσμα της απόφασης της Ντοβίλ ήταν, πάντοτε κατά τους συγγραφείς, αρνητικό. Η απότομη αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων των χωρών της περιφέρειας άγγιξε και την ίδια την Γαλλία, με τους οίκους αξιολόγησης να αμφισβητούν την παραμονή της στις ομάδες των οικονομιών με την ύψιστη πιστοληπτική βαθμίδα ΑΑΑ. Στην πορεία, ο Γάλλος πρόεδρος Σαρκοζί προσπάθησε να περιορίσει τον αντίκτυπο της Ντοβίλ, είτε μέσω της ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της ιδέας της συμμετοχής ιδιωτών στην αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους είτε περιορίζοντας το μέτρο αυτό, κατ’ εξαίρεση, στην ελληνική περίπτωση. Συμπερασματικά, για τους συγγραφείς πάντοτε, η Ντοβίλ σηματοδότησε κάτι πολύ βαθύτερο: τον τερματισμό της έως τότε κυρίαρχης στρατηγικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που όπως υποστήριξε ο Ζαν Μονέ θα εξελίσσεται σταδιακά, βήμα βήμα, μετά από κάθε κρίση.

Όπως είναι εύλογο, η εμπέδωση της γερμανικής ηγεμονίας στην λήψη των αποφάσεων είχε σημαντικές πολιτικές παρενέργειες. Η αλλαγή ηγεσίας στην Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία διαδοχικά από τα τέλη του 2011 έως τα μέσα του 2012, σηματοδότησε έναν ισχυρότερο άξονα συνεργασίας των χωρών αυτών. Ειδικά η εκλογή του γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ ήταν σημαντική, διότι τερμάτισε την εκούσα-άκουσα ταύτιση του Σαρκοζί με την Μέρκελ, ώστε η Γαλλία να κερδίζει κύρος, δείχνοντας πως είναι ισότιμη με την Γερμανία, ενώ η Γερμανία χρειαζόταν έναν -για το θεαθήναι- ισότιμο εταίρο που να επικυρώνει απλώς τις αποφάσεις της, ώστε να είναι καλύτερα «νομιμοποιημένες». Το πάζλ των κυριότερων εκλογικών αλλαγών συμπληρώθηκε στην Ελλάδα, με την ανάδειξη στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015. Η γερμανική όμως κυριαρχία δεν κλονίστηκε, ιδιαίτερα, ούτε από τις εκλογικές αλλαγές ούτε από γεγονότα όπως το Brexit. Η μόνη πρόκληση που αντιμετώπισε, και ήταν πραγματικά σημαντική σύμφωνα με τους συγγραφείς, ήταν η αύξηση της ισχύος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Η ΕΚΤ, όπως έχουμε αναλύσει σε προηγούμενα κείμενα, κατά την διάρκεια της κρίσης επέκτεινε το εύρος του περιεχομένου της εντολής, σε νομισματικά, ρυθμιστικά και εποπτικά καθήκοντα. Η αντισυμβατική νομισματική πολιτική που εφάρμοσε, σε συνδυασμό με τον βαρύνοντα ρόλο της στο πλαίσιο της -ημιτελούς έστω- ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), αποτέλεσαν σημεία πολιτικής και δικαστικής διαμάχης με τους γερμανούς ορντολιμπεραλιστές.

Γ) Η σύγκλιση για το μέλλον της ολοκλήρωσης : Με ποιον τρόπο;

Οι συγγραφείς του βιβλίου προσπαθούν εν τέλει να εντοπίσουν τρόπους υπέρβασης των αποκλίσεων, αναφορικά με τις εκ διαμέτρου αντίθετες οικονομικές φιλοσοφίες της Γαλλίας και της Γερμανίας. Σε πρακτικό επίπεδο, η προσπάθεια αυτή μεταφράζεται στην αναζήτηση του πολιτικά εφικτού σημείου ισορροπίας μεταξύ της αμοιβαιοποίησης των κινδύνων για την αποτελεσματικότερη υπέρβαση μιας κρίσης και της τήρησης των προκαθορισμένων κανόνων για την αποτροπή μελλοντικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Ειδικά για την περίπτωση του φαύλου κύκλου μεταξύ τραπεζικού και κρατικού χρέους, οι πολιτικοί συμβιβασμοί είναι εξαιρετικά δύσκολα επιτεύξιμοι. Ο φόβος του «ηθικού κινδύνου» από την πλευρά των κυβερνήσεων του Βορρά συνεπάγεται την απροθυμία δημιουργίας ενιαίων ταμείων προστασίας των καταθέσεων και εξυγίανσης των τραπεζών. Πολλώ δε μάλλον την  θέσπιση ευρωομολόγων, τα οποία συνεπάγονται την πλήρη αμοιβαιοποίηση του χρέους των κρατών μελών.

Παρά ταύτα, οι συγγραφείς θεωρούν ότι θα πρέπει να υπάρξει μια ανασύνθεση και σε κάποιον βαθμό συμφιλίωση των ιδεών και των διαφορετικών οικονομικών προσεγγίσεων μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας. Συγκεκριμένα, πιστεύουν πως οι προκαθορισμένοι κανόνες μπορούν να συμβιβαστούν με ένα σημαντικό περιθώριο αμοιβαιοποίησης των κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό, υποβάλλουν δύο συγκεκριμένες προτάσεις. Πρώτον, την δημιουργία ενός κοινού ταμείου προστασίας καταθέσεων, υπό την προϋπόθεση της μεταφοράς των εποπτικών αρμοδιοτήτων των τραπεζών σε υπερεθνικό θεσμό. Δεύτερον την θέσπιση πανευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων, μέσω μιας ανεξάρτητης υπερεθνικής αρχής που θα αγοράζει χαρτοφυλάκια δημόσιου χρέους και θα τα ομαδοποιεί, για να εκδίδει ομολογιακούς τίτλους με διαφορετικά χαρακτηριστικά κινδύνου (Euro-Safe-Bonds – ESBies). Σε περίπτωση αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους, οι επενδυτές που κατέχουν το ασφαλέστερο τμήμα των ομολόγων (senior tranche) θα προστατεύονται περισσότερο από τους κατόχους των ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης (junior tranche). Τέτοιες προτάσεις έχουν υπάρξει ήδη από το 2011, υποστηρίζοντας την αμοιβαιοποίηση του εξασφαλισμένου χρέους που καλύπτει έως το 60% του συνολικού χρέους κάθε κράτους μέλους. Το ποσοστό χρέους άνω του 60% θα καλύπτεται από τίτλους χρέους μειωμένης εξασφάλισης και θα αντικατοπτρίζει στις αποδόσεις από τον πραγματικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει κάθε εθνικό χρέος (Brunnermeier, Garicano, Lane, Pagano, Reis, Santos, Van Nieuwerburgh, Vayanos 2011).

Το ζήτημα, όμως, για την προώθηση των παραπάνω προτάσεων είναι το πώς. Ο πολιτικός βολονταρισμός, όπως είδαμε στο βιβλίο του Ασόκα Μόντι (Ashoka Mody, Euro Tragedy: A Drama in Nine Acts, 2018, Oxford University Press), δεν αρκεί. Οι αποκλίνουσες προσεγγίσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη είναι πολύ ισχυρές, για να ξεπερασθούν με έναν ενιαίο τρόπο. Επομένως, η προοπτική της περαιτέρω ολοκλήρωσης φαίνεται να εξαρτάται περισσότερο από την συζήτηση σχετικά με την Ευρώπη των «πολλαπλών ταχυτήτων» (multiple speed Europe). Το παράδειγμα του Δημοσιονομικού Συμφώνου («Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση»), που τέθηκε σε ισχύ το 2013, αποτελεί ίσως χρήσιμο προηγούμενο για τις μελλοντικές αναθεωρήσεις των Συνθηκών. Συγκεκριμένα, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο θεσπίσθηκε με μια διακυβερνητική συνθήκη, εκτός του νομικού πλαισίου της Ε.Ε, ώστε μεταξύ των άλλων να αποφευχθεί το βέτο του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον δε, η νέα συνθήκη τέθηκε σε ισχύ με την υπογραφή της από δώδεκα κράτη μέλη της ευρωζώνης και όχι με την επικύρωσή της από το σύνολο των κρατών μελών.  Στο ευρωπαϊκό περιβάλλον μετά το Brexit μάλιστα, με τον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό, υπάρχει η άποψη ότι η ευελιξία μπορεί να είναι η καλύτερη προσέγγιση για νέες πρωτοβουλίες ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η 60ή επέτειος της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία γιορτάστηκε τον Μάρτιο του 2017, προσέφερε το έναυσμα για περαιτέρω ώθηση αυτής της συζήτησης. Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (European Commission 2017) δημοσίευσε την «Λευκή Βίβλο για το μέλλον της Ευρώπης και ακολούθησε η «Διακήρυξη της Ρώμης της Ε.Ε των 27» που δημοσιοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου 2017 (European Council 2017). Μία Ευρώπη δύο ή περισσοτέρων ταχυτήτων θα επιτρέψει στον στενό πυρήνα των ιδρυτικών μελών να προχωρήσει με στενότερη συνεργασία και ολοκλήρωση σε ζητήματα που αφορούν, για παράδειγμα, την ΟΝΕ και την ζώνη Σένγκεν, αφήνοντας παράλληλα τις χώρες της περιφέρειας να συνεχίσουν την πορεία τους με πιο ήπιο βηματισμό. Στον αντίποδα, η ομάδα του Βίσεγκραντ (η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία) θεωρεί πως οποιαδήποτε κίνηση προς μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων θα οδηγήσει στη διάλυση της Ε.Ε. Μια τέτοια στρατηγική, δηλαδή, ενέχει σοβαρούς κινδύνους αναφορικά με την συνεκτικότητα και την διαφάνεια της θεσμικής αρχιτεκτονικής της Ε.Ε. Συνεπώς, υπάρχει η βάσιμη πιθανότητα να ενθαρρυνθούν, αντί να αποθαρρυνθούν τα αντιευρωπαϊκά, λαϊκιστικά κινήματα.

Συνεπώς, η εξεύρεση του τρόπου μέσω του οποίου η Ε.Ε μπορεί να επιτύχει μια θεματικώς ασύμμετρη ολοκλήρωση, ίσως να αποτελεί τελικά τον πιο -πολιτικά- εφικτό στόχο, σε σχέση με την παραδοσιακή διαδικασία ολοκλήρωσης μέσω επαυξητικών βημάτων μετά από κάθε κρίση. Εξάλλου, οι διαδικασίες λήψης -και ψηφοφορίας- των αποφάσεων στην Ε.Ε (throughput dimension) αποτέλεσαν ιστορικά έναν κρίσιμο παράγοντα για την προώθηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αμβλύνοντας τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις (input dimension) επί του περιεχομένου των αποφάσεων, προς όφελος  της επίτευξης μιας τελικής συμφωνίας (output dimension). Η διασφάλιση βέβαια της διαφάνειας, της λογοδοσίας και σε τελευταία ανάλυση της νομιμοποίησης (legitimacy), μέσω των παραπάνω διαδικασιών είναι μια άλλη συζήτηση…

References

Brunnermeier Markus, Garicano Luis, Lane Phillip, Pagano Marco, Reis Ricardo, Santos Tano, Van Nieuwerburgh Stijn, Vayanos Dimitri (2011), “European Safe Bonds: ESBies,” Euro-nomics.com

European Commission (2017), “White paper on the Future of Europe. Reflections and Scenarios for the EU27 by 2025”, European Commission, March 1

European Council (2017), “The Rome Declaration: Declaration of the leaders of 27 member states and of the European Council, the European Parliament and the European Commission, European Council, The President”, Press Release, No. 149/17, March 25

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*