Παρακολουθώ με προσοχή -και κάποιες φορές με δυσκολία- την διαμάχη μεταξύ των ορθόδοξων μακροοικονονομολόγων και των εισηγητών της (ετερόδοξης) Μοντέρνας Νομισματικής Θεωρίας. Επιγραμματικώς καταγράφω ορισμένα από τα, κατά την ανάγνωσή μου, σημαντικότερα θέματα αυτής της διαμάχης, περιλαμβανομένων των σημείων σύγκλισης των δύο προσεγγίσεων:

  • Στην συγκυρία των μηδενικών επιτοκίων, των ενδείξεων για ενδεχόμενη εκδήλωση του κινδύνου αποπληθωρισμού και της απόστασης των οικονομιών από το επίπεδο της πλήρους απασχόλησης, η δημοσιονομική πολιτική αποκτά, σύμφωνα με αμφότερες τις θεωρητικές προσεγγίσεις, τον πρώτο λόγο.
  • Η μοντέρνα νομισματική θεωρία, όμως, υποδεικνύει την σκοπιμότητα -την μακροοικονομική λυσιτέλεια και την χρηματοοικονομική σύνεση- της νομισματικής χρηματοδότησης των συνακόλουθων δημοσίων ελλειμμάτων, ενώ η ορθόδοξη μακροοικονομική ανάλυση προτείνει την (κανονική) έκδοση δημοσίου χρέους – και ενίοτε αποδέχεται περιορισμένη συμμετοχή της νομισματικής χρηματοδότησης.
  • Κατά συνέπεια, η ετερόδοξη προσέγγιση ενστερνίζεται την δημοσιονομική κυριαρχία, ενώ η ορθόδοξη μακροοικονομική εμμένει στην νομισματική κυριαρχία – και θεωρεί, κατ’ επέκταση, πως οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες διατηρούν τον πρώτο λόγο και στην δημοσιονομικώς επεκτατική πολιτική σταθεροποίησης, η οριοθέτηση της οποίας, άλλωστε, έγκειται στην παρακολούθηση και εκπλήρωση ενός πληθωρισμού-στόχου (ή ονομαστικού ΑΕΠ-στόχου ή άλλου ονομαστικού δείκτη).
  • Στην καλύτερη (για την μοντέρνα νομισματική θεωρία) περίπτωση, επομένως, η ορθόδοξη, τουτέστιν η νέα κεϋνσιανή, μακροοικονομική θεωρία επιφυλάσσει στην αντίπαλη προσέγγιση τον χαρακτήρα μιας ιδιαίτερης περίπτωσης, και τούτο αναφορικώς προς μια συγκυρία κανονικής στασιμότητας και, σε κανονιστικούς όρους, δημοσιονομικής επέκτασης, αποκλειστικώς. Τουναντίον, σε αμιγώς θεωρητικό επίπεδο, οι νέοι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι καταλογίζουν στους αντιπάλους τους (θεωρητική) αμεριμνησία.
  • Μεθοδολογικώς, η διαμάχη μεταξύ ορθόδοξης μακροοικονομικής και ετερόδοξης νομισματικής θεωρίας ανάγεται στην πλήρη απουσία μικροοικονομικής θεμελίωσης της μοντέρνας νομισματικής θεωρίας, ιδίως στην σχεδόν τετριμμένη -κάποιες φορές υπόρρητη και άλλες λογικώς αδιευκρίνιστη- μεταχείριση των προσδοκιών των συναλλασσόμενων, και στην αναλυτική αποσιώπηση της αγοράς εργασίας. Σε αυτά, κατά μείζονα λόγο, οφείλονται, μεταξύ άλλων, η υποβάθμιση του κινδύνου υπερβολικής συσσώρευσης του δημοσίου χρέους και η υποτίμηση του κινδύνου υψηλού και επίμονου πληθωρισμού.
  • Ως προς τα θεσμικά και πολιτικά συμφραζόμενα, όμως, η ορθόδοξη μακροοικονομική θεωρία τείνει να υποτιμά το ζήτημα της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών -και της θεσμικής οργάνωσης του συντονισμού νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής- υπό μη κανονικές μακροοικονομικές συνθήκες. Και ίσως, αυτή η διανοητική πλημμέλεια ευνοεί την (συχνά ηχηρή και ενδεχομένως εύλογη) αμφισβήτηση του υπαρκτού καθεστώτος της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών.

ν.κ.