Γιατί χάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Μια πρόταση συμπεριφοριστικής απάντησης

O ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν «η χειρότερη κυβέρνηση που έχει δει ο τόπος», όπως θέλει το κενό περιεχομένου σύνθημα που διακινεί η αντιπολίτευση. Χειρότερη σε τι; Στην οικονομία, στις ανισότητες, στο ήθος του κυβερνάν, στην προστασία του περιβάλλοντος, στην αντιμετώπιση της ανεργίας, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο μεταναστευτικό, στην εξωτερική πολιτική; Πρόκειται για μια φράση που σκοπεύει στη λήξη της συζήτησης πριν καν αυτή αρχίσει, παρουσιάζοντας μια (σεβαστή) άποψη ως αντικειμενικό γεγονός. Έχουμε αρκετά επιστημονικά εργαλεία διαθέσιμα για να μετρήσουμε κυβερνητικές επιδόσεις σε κάποια, έστω, πεδία πολιτικής, κανένα από τα οποία δεν επιστρατεύεται όταν γίνεται η παραπάνω κρίση. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κρίση ίδιας αξίας με αυτή που επίσης διακινείται στον δημόσιο διάλογο και θεωρεί, ήδη, τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως «τον καλύτερο Πρωθυπουργό της Μεταπολίτευσης». Αφετηριακή μας συνθήκη είναι, λοιπόν, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χάνει γιατί ήταν η χειρότερη κυβέρνηση, ούτε γιατί επελαύνει ο καλύτερος πρωθυπουργός. Αλλά γιατί χάνει;

Καταρχάς, η εκλογική συμπεριφορά σήμερα φαίνεται να επηρεάζεται από έναν διάχυτο αρνητισμό, ο οποίος επιβεβαιώνεται και μέσω εμπειρικών ερευνών. Είναι διαπίστωση αρκετών αναλυτών ότι περισσότερο χάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά κερδίζει η ΝΔ, η οποία κυρίως καρπούται ένα Αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα. Αυτό είναι το πρώτο βασικό δεδομένο στη συζήτηση: ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει γιατί μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τον έχει «αντιπαθήσει» (με την κυριολεκτική έννοια του όρου), παρόλο που ενδεχομένως τον ψήφισε στις προηγούμενες εκλογές (έως και 14% υπολογίζονται οι απευθείας μετακινήσεις από ΣΥΡΙΖΑ σε ΝΔ στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις).

Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι πιθανώς πολλοί και άπτονται πολλών παραγόντων, κοινωνικών, επικοινωνιακών, ταυτοτικών και άλλων. Εδώ, θα επιχειρήσουμε να συνδέσουμε αυτή την απομάκρυνση από τον ΣΥΡΙΖΑ μέρους του εκλογικού σώματος, χρησιμοποιώντας μια θεωρία από τα συμπεριφοριστικά οικονομικά, δηλαδή τη θεωρία προοπτικής. Στη θεωρία προοπτικής κεντρική είναι η έννοια του σημείου αναφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των πολιτευτών του ΣΥΡΙΖΑ και του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Είναι συχνές οι περιστάσεις που ακούγονται να λένε ότι με την προηγούμενη κυβέρνηση, της ΝΔ, κάθε νοικοκυριό έχασε περίπου πέντε χιλιάδες ευρώ από το εισόδημά του κατά μέσο όρο, ενώ με τη δική τους κυβέρνηση όχι μόνο δεν έχασε, αλλά κέρδισε περίπου 650 ευρώ. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετράει αυτή τη, μάλλον εμπειρικά αναμφισβήτητη, εξέλιξη ως κέρδος 650 ευρώ, γιατί θεωρεί ως σημείο αναφοράς την κατάσταση των ψηφοφόρων τη στιγμή που αυτός ανέλαβε τη διακυβέρνηση. Αυτή είναι η στιγμή που, για τον ΣΥΡΙΖΑ, οι ψηφοφόροι πρέπει να μηδενίσουν το «κοντέρ» και να αρχίσουν να μετρούν απόλυτα μεγέθη κερδών ή απωλειών. Οι ψηφοφόροι, όμως, ή μερίδα αυτών, δεν είναι υποχρεωμένοι να είναι τόσο ορθολογικοί (σπάνια είναι) ή να υιοθετούν το σημείο αναφοράς που επιθυμεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ γιατί πίστεψαν ότι θα ανακτήσουν και τα 5 χιλιάδες ευρώ που έχασαν με την προηγούμενη κυβέρνηση, συνεπώς θεωρούν ότι έχουν απώλεια 5 χιλιάδες μείον 650, δηλαδή ότι τελικά έχασαν 4.350 ευρώ με τον ΣΥΡΙΖΑ, απώλεια περίπου ίδια με αυτή που είχαν με τη ΝΔ. Αν, μάλιστα, θεωρήσουμε ότι το σημείο αναφοράς τους κατά τη διακυβέρνηση της ΝΔ ήταν εξαρχής απαισιόδοξο, δηλαδή πίστευαν ότι σίγουρα κάτι θα έχαναν, τότε η αντιληπτή απώλειά τους με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγαλύτερη από ό,τι με τη ΝΔ, παρόλο που σε απόλυτες τιμές εξακολουθούν να κερδίζουν αυτά τα 650 ευρώ.

Άρα, δεν είναι οι απόλυτες τιμές των αποτελεσμάτων της κυβερνητικής πολιτικής που παίζουν πάντα ρόλο. Αντιθέτως, έχει σημασία το σημείο αναφοράς απέναντι στο οποίο κρίνεται κάθε πολιτική, ενώ αλλαγές στο σημείο αναφοράς έχουν τη δυναμική να αλλάξουν τις κομματικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Οι δε αλλαγές του σημείου αναφοράς συνήθως δεν είναι παρά αλλαγές πλαισίωσης, οι οποίες σχετίζονται και με την πιθανότητα πραγματοποίησης ενός ενδεχομένου.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός αριστερού, κοινωνικά φιλελεύθερου ψηφοφόρου που ήταν διαχρονικά υπέρ του πλήρους διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας. Ταυτόχρονα, πίστευε ότι για ιστορικο-πολιτισμικούς λόγους και λόγους πολιτικών συσχετισμών κάτι τέτοιο δεν ήταν πιθανό να υλοποιηθεί από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το σημείο αναφοράς του: η επιθυμία να γίνει κάτι προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας. Το συγκεκριμένο σημείο αναφοράς έφερε επίσης συγκεκριμένες πιθανότητες υλοποίησης: ήταν περίπου βέβαιο ότι δεν θα άλλαζε τίποτα. Με βάση τη συγκεκριμένη συναρμογή σημείου αναφοράς και πιθανοτήτων πραγματοποίησης, οποιαδήποτε πολιτική απόφαση που θα μείωνε έστω και ελάχιστα τον στενό εναγκαλισμό κράτους-εκκλησίας θα είχε την απόλυτη στήριξη του συγκεκριμένου ψηφοφόρου. Το 2015, ο ψηφοφόρος αυτός είδε το κόμμα του, τον ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο μοιραζόταν την ίδια στάση για τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας, να έρχεται στην εξουσία. Εκείνη τη στιγμή, το σημείο αναφοράς του είναι πιθανό να μετατοπίστηκε σε τίποτα λιγότερο από πλήρη διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας από μια κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ακολούθως, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε ορισμένα πολύ δειλά βήματα προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας, τα οποία, στην πραγματικότητα, ήταν πιο θαρραλέα από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Τόσο θαρραλέα που θα ενθουσιαζόταν μαζί τους ο ψηφοφόρος του παραδείγματός μας, εάν διατηρούσε το παλαιό σημείο αναφοράς του. Με βάση το καινούριο σημείο αναφοράς του όμως, τα βήματα αυτά είναι δειλά. Είναι τόσο δειλά που τελικά προκαλούν ενόχληση αντί για, έστω, οριακή ικανοποίηση. Η δειλία των βημάτων, λοιπόν, και όχι η αναιμική θετική πρόοδος που έφεραν, είναι το κριτήριο της αξιολόγησης. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα επιχειρηματολογεί στατικά, με όρους προσδοκώμενης ωφέλειας, αλλά μερίδα των ψηφοφόρων αποφασίζει με όρους προοπτικής, έχοντας αλλάξει τα σημεία αναφοράς του. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι τα σημεία αναφοράς μερίδας των ψηφοφόρων άλλαξαν ακριβώς επειδή εξελέγη ο ΣΥΡΙΖΑ, ίσως και λόγω της ατζέντας και της ρητορικής της ελπίδας, με την οποία συνόδευσε την εκλογή του.

Υπάρχουν, λοιπόν, ενδείξεις ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή όχι απλώς αναδρομικής ψήφου, στο πλαίσιο της οποίας οι ψηφοφόροι αξιολογούν στατικά προηγούμενες κυβερνητικές επιδόσεις πριν ψηφίσουν, αλλά ψήφου προοπτικής, στη βάση ρευστών σημείων αναφοράς, τα οποία συγκροτούν από κοινού οι ψηφοφόροι με τα πολιτικά κόμματα, λαμβάνοντας υπόψιν τους και τις πιθανότητες (ή τις ελπίδες) υλοποίησης συγκεκριμένων ενδεχομένων. Το τελευταίο συνυφαίνεται και με τις προεκλογικές καμπάνιες που, ενώ για τα κόμματα αφορούν μόνο το πώς θα κερδηθούν οι εκλογές, για τους ψηφοφόρους έχουν, καλώς ή κακώς, μακρύτερο βίο και ο απόηχός τους κρατά συχνά όσο και η ίδια η διακυβέρνηση.

Γ. Τ.