Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο των Torben Iversen και David Soskice, Democracy and Prosperity: Reinventing Capitalism through a Turbulent Century, 2019, Princeton University Press, pp.360

Ο ρόλος του κράτους και τα όρια της πολιτικής του αυτονομίας ειδικότερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, βρίσκονται στον πυρήνα του προβληματισμού της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης, της επιστήμης του δικαίου και της πολιτικής οικονομίας. Μερικά από τα βασικότερα ερωτήματα που απασχολούν κάθε μελετητή, ο οποίος καταπιάνεται με την σχέση δημοκρατίας και σύγχρονου καπιταλισμού είναι τα ακόλουθα: ενισχύθηκε ή όχι η κρατική ισχύς; Οι δημόσιες πολιτικές επηρεάζονται περισσότερο από τις «αγορές» ή παραμένουν παράγωγα των ενδοεθνικών δημοκρατικών διαδικασιών; Οι εθνικές ιδιαιτερότητες στα διάφορα κοινωνικά μοντέλα και είδη καπιταλισμού τείνουν να οδηγηθούν σε μια καινοφανή σύγκλιση, λόγω των εξωτερικών πιέσεων που δέχονται από την οικονομική παγκοσμιοποίηση;

Οι Άϊβερσεν και Σόσκις, υιοθετώντας μια αισιόδοξη οπτική, θεωρούν ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας για τις εθνικές δημοκρατίες. Αυτές -και όχι οι «αγορές»- συνεχίζουν να θέτουν τους όρους του παιχνιδιού. Περαιτέρω δε, η σχέση των δύο είναι αμφίδρομη και συμβιωτική. Αυτό καταδεικνύεται, σύμφωνα με τους συγγραφείς, από το ότι οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, παρά τις σημαντικές κρίσεις που τις διαπερνούν, έχουν παραμείνει εξαιρετικά ανθεκτικές από το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με λίγες εξαιρέσεις (φασισμός στην Ιταλία, ναζισμός στην Γερμανία). Η εξήγηση για την ανθεκτικότητα του καπιταλισμού προέρχεται από την δημοκρατική του πλαισίωση, γεγονός που αυξάνει την πολιτική αυτονομία των εθνικών κρατών ακόμα και σε συνθήκες αλληλεξάρτησης και παγκοσμιοποίησης. Για να αναπτύξουν τον παραπάνω συλλογισμό, οι Άϊβερσεν και Σόσκις χρησιμοποιούν θεωρητικά εργαλεία, βασικά, από την πολιτική θεωρία περί κράτους και την σύγχρονη πολιτική οικονομία, ειδικότερα δε από την Νέα Οικονομική Γεωγραφία. Τούτων δοθέντων, οι συγγραφείς συνεχίζουν να θεωρούν ότι οι -εθνικές- ποικιλίες του καπιταλισμού (varieties of capitalism) συνεχίζουν να υφίστανται παρά την εκ πρώτης όψεως καταλυτική ισχύ της οικονομικής ενοποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Προτού υπεισέλθουμε στις ειδικότερες λεπτομέρειες του επιχειρήματος που αναπτύσσουν οι συγγραφείς, είναι χρήσιμο να σκιαγραφήσουμε τρεις γενικές τάσεις, αναφορικά με τη σχέση κράτους και οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

Α) Κράτος και Παγκοσμιοποίηση: εξωτερικοί καταναγκασμοί και νέες ευκαιρίες δράσης

Η πρώτη τάση επικεντρώνεται στις επιπτώσεις των διασυνοριακών εμπορικών και κεφαλαιακών ροών, οι οποίες οδηγούν τα κράτη σε μια ρυθμιστική κούρσα «ανταγωνισμού προς τα κάτω» (race to the bottom), με στόχο να γίνουν πιο ανταγωνιστικά ως προς την προσέλκυση επενδύσεων. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, το κεφάλαιο θα αναζητήσει τον τόπο, όπου μπορεί να κερδίσει το υψηλότερο ποσοστό απόδοσης. Συνακόλουθα, τα εθνικά κράτη που επιθυμούν να προσελκύσουν κεφάλαια μειώνουν τα ρυθμιστικά τους πρότυπα, ώστε να αυξήσουν το ποσοστό απόδοσης των εταιρικών επενδύσεων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος στον οποίο τα ρυθμιστικά πρότυπα μεταπίπτουν στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο το δρόμο για την υιοθέτηση ενός «χρυσού ζουρλομανδύα» νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως επισημαίνει ο Thomas Friedman στο The Lexus and the Olive Tree. Στο ερμηνευτικό αυτό πλαίσιο, όπως γίνεται αντιληπτό, οι «αγορές» ή η «υπερπαγκοσμιοποίηση» (hyperglobalization) θέτουν την ημερήσια διάταξη και τους (δημοσιονομικούς) περιορισμούς των δημόσιων πολιτικών. Οι δημόσιες πολιτικές με τη σειρά τους δεν μπορούν να περιορίσουν τη δυναμική της συνεχώς διευρυνόμενης αγοράς. Η λογική της διαδεδομένης υπεροχής της κεφαλαιακής συσσώρευσης, του κέρδους, της αποδοτικότητας, της ανταγωνιστικότητας, της λιτότητας και της ιδιωτικοποίησης, κυριαρχεί στην σύγχρονη εκδοχή της καπιταλιστικής δημοκρατίας (ή «μεταδημοκρατίας» σύμφωνα με τον Colin Crouch). Αυτή η λογική, μοιάζει αρκετά ισχυρή και αδιαμφισβήτητη. Φαίνεται μάλιστα να επικρατεί σαν ένα είδος φυσικού φαινομένου. Απόληξη των παραπάνω είναι το πολιτικό τρίλημμα, όπως το διατύπωσε ο Dani Rodrick, που θέτει η παγκόσμια οικονομία και σχετίζεται με την μη συμβατότητα ανάμεσα στην ταυτόχρονη συνύπαρξη δημοκρατίας, παγκοσμιοποίησης και εθνικής κυριαρχίας.

Από την άλλη πλευρά, οι πιο σκεπτικιστικές προσεγγίσεις, που συνήθως έχουν πιο ιστορικό υπόβαθρο, υποστηρίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση, εκτός από ιστορικά  επαναλαμβανόμενο μοτίβο (Θεόδωρος Πελαγίδης, Πόσο έχει προχωρήσει η παγκοσμιοποίηση; και Paul Hirst & Grahame Thomson, Globalization in Question), είναι και σχετικά αδύναμη, στο μέτρο που τα κράτη εξακολουθούν να είναι οι πρωταρχικοί παράγοντες στη θέσπιση ρυθμιστικών προτύπων. Επίσης, έχει διατυπωθεί ο εμπειρικά τεκμηριωμένος ισχυρισμός ότι οι πιο ανοιχτές οικονομίες στην παγκοσμιοποίηση συνεπάγονται υψηλότερες κρατικές δαπάνες, δηλαδή «περισσότερο κράτος», στο μέτρο που η κυβερνητική παρέμβαση έρχεται να μετριάσει το ρίσκο από εξωτερικές διαταραχές, εξασφαλίζοντας πόρους από άλλες πηγές της οικονομίας. Με άλλα λόγια, η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί μετασχηματισμό του διεθνούς συστήματος. Αντιπροσωπεύει μια προσαρμογή των μέσων με τα οποία ασκούνται οι διεθνείς αλληλεπιδράσεις και συνεπώς, αποτελεί ένα αναστρέψιμο φαινόμενο.

Η πέρα από την ως άνω διχοτομική προσέγγιση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης παρουσιάζει μια τρίτη, πιο συνθετική ανάλυση, διότι προσλαμβάνει τη σχέση κράτους-παγκοσμιοποίησης ως μια αμοιβαία αναστοχαστική και ως εκ τούτου, δυναμική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, η τάση αυτή θεωρεί ότι η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί μόνο απειλή αλλά περιλαμβάνει επίσης ένα ευρύ φάσμα ευκαιριών. Η τάση αυτή φαίνεται να τάσσεται υπέρ της παγκοσμιοποίησης αλλά κατά της υπέρ-φιλελεύθερης μορφής της. Αναγνωρίζει ότι την ίδια στιγμή που η παγκοσμιοποίηση θέτει εξωγενείς περιορισμούς στην κρατική δράση, η οποία καλείται να προσαρμοσθεί προς αυτούς, προσφέρει ταυτόχρονα και ένα πεδίο νέων μέσων, τα οποία μπορούν να εκμεταλλευτούν οι εθνικές κυβερνήσεις, ώστε να βελτιώσουν τη θέση τους και την ισχύ τους στο παγκοσμιοποιημένο αυτό τοπίο. Συγκεκριμένα, οι πολυμερείς διεθνείς θεσμοί μπορούν να ενισχύσουν την αντίσταση εναντίον των ομάδων ειδικού συμφέροντος, να προστατεύσουν τα ευάλωτα άτομα και τις μειονότητες και να ενισχύσουν την ποιότητα της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων, χρησιμοποιώντας αμερόληπτα και εξειδικευμένα όργανα λήψης αποφάσεων που μπορούν να βελτιώσουν τη δημοκρατία συνολικά.

Η μη ισοπεδωτική λογική υποδηλώνει ότι η παγκοσμιοποίηση, ως φαινόμενο, δεν παρουσιάζει σε όλους τους τομείς της την ίδια ομοιομορφία. Αυτό συμβαίνει διότι η παγκοσμιοποίηση περιλαμβάνει συγκεκριμένες στρατηγικές προσαρμογής για τα εθνικά κράτη. Τα κράτη δηλαδή μπορούν να επιλέξουν να συμμετέχουν στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης είτε για να ξεπεράσουν εσωτερικά εμπόδια, είτε για να αντιμετωπίσουν προβλήματα με υπερεθνικές προεκτάσεις και να μετριάσουν έτσι τους εξωτερικούς  περιορισμούς (John Hobson & M. Ramesh, ‘Globalisation Makes of States What States Make of It: Between Agency and Structure in the State/Globalisation Debate’, New Political Economy Vol 7, No 1, 2012).

Οι Άϊβερσεν και Σόσκις από την πλευρά τους, φαίνεται πως υιοθετούν μια θέση που κινείται ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη τάση. Καταρχάς, η συγγένεια που παρουσιάζουν με την τάση που δίνει έμφαση στην αμφίδρομη ή συμβιωτική σχέση κράτους και παγκοσμιοποίησης σχετίζεται με την δυνατότητα των προηγμένων κρατών να προσαρμόζουν τις οικονομίες τους στα νέα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης. Συγκεκριμένα, η εμφάνιση των νέων τεχνολογιών στον τομέα της πληροφορίας και των επικοινωνιών κατά τα τέλη του 20ού αιώνα κατέστησε δυνατή μια νέα οικονομική τάξη, που χωρίς όμως την κρατική παρέμβαση θα παρέμενε εκκρεμής και ανολοκλήρωτη. Προκειμένου να μεταβληθεί ο καπιταλισμός, χρειάστηκαν τεράστιες μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα, σε σύγκριση με τις οικονομίες της φορντικής βιομηχανίας, οι σύγχρονες οικονομίες που βασίζονται στη γνώση απαιτούν συνεχή καινοτομία και ανάληψη κινδύνων, καθώς και ένα υψηλού μορφωτικού επιπέδου -και ευέλικτο- εργατικό δυναμικό. Και όλα αυτά, με τη σειρά τους, απαιτούν κρατικές πολιτικές που ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό, προωθούν νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και διευρύνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Τέτοιες μεταρρυθμίσεις συνεπάγονται, δίχως άλλο, τεράστιες ρυθμιστικές και θεσμικές αλλαγές. Περαιτέρω δε, μπορούν να επιτευχθούν μόνο από κράτη με υψηλά επίπεδα μεταρρυθμιστικής ικανότητας και νομιμοποίησης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η μετάβαση στις οικονομίες έντασης γνώσης έλαβε χώρα, βασικά, από τις πιο προηγμένες δημοκρατίες. Απεναντίας, οι χώρες μεσαίου εισοδήματος, με αδύναμα και συχνά αντιδημοκρατικά κρατικά καθεστώτα, γενικά δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Η Σοβιετική Ένωση για παράδειγμα, που είχε αναμφίβολα υψηλή επιστημονική τεχνογνωσία, δεν κατάφερε να εξελιχθεί τελικά σε οικονομία της γνώσης, δεδομένου ότι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα απαιτούσαν από τους ηγέτες να εγκαταλείψουν τον κεντρικό πολιτικό και οικονομικό έλεγχο.

Συμπερασματικά, οι συγγραφείς καταλήγουν στο ότι η συμβιωτική σχέση καπιταλισμού και δημοκρατίας στις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο οι χώρες αυτές προσαρμόζονται αποτελεσματικότερα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης.

Β) Η παγκοσμιοποίηση ως παράγοντας ενδυνάμωσης της πολιτικής αυτονομίας

Στο πλαίσιο που σκιαγραφήθηκε παραπάνω, οι Άϊβερσεν και Σόσκις προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας την άποψη ότι τα εθνικά κράτη, όχι μόνο δεν αποδυναμώνονται από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, αλλά αντιθέτως, ενισχύεται η πολιτική τους αυτονομία. Τούτο συμβαίνει διότι τα προηγμένα κράτη καλούνται να παρέμβουν σε τέσσερις -κρίσιμες- επιμέρους ενότητες καθηκόντων, σχεδόν μονοπωλιακά:

Πρώτον, το κράτος θέτει το ρυθμιστικό καθεστώς που εμπεδώνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αποτρέποντας την δημιουργία μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων και επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο την ομαλή λειτουργία της αγοράς.

Δεύτερον, επιβάλλει την εργασιακή νομοθεσία, που από την μια πλευρά προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενώ από την άλλη αποτρέπει την υπέρμετρη ενδυνάμωσή τους, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την επιρροή τους σε ζητήματα διοίκησης και ελέγχου της καινοτομίας.

Τρίτον, το κράτος θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού, επενδύοντας σε ένα μεγάλο εύρος δημόσιων αγαθών, κρίσιμων για την ανάπτυξη της οικονομίας της γνώσης. Οι τομείς αυτοί αφορούν συγκεκριμένα την έρευνα, την καινοτομία και την εκπαίδευση.

Τέταρτον, και εξαιρετικά σημαντικό, το κράτος αναλαμβάνει τον ρόλο της προσαρμογής των οικονομικών, θεσμικών και κοινωνικών δρώντων στις νέες απαιτήσεις και τα νέα δεδομένα που προκύπτουν έπειτα από κάθε κρίση.

Με βάση τα παραπάνω, σύμφωνα πάντοτε με τους συγγραφείς, προκύπτει ότι οι «αγορές» είναι πολύ πιο αδύναμες σε σχέση με τα εθνικά κράτη στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Πρώτον, διότι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός των πολυεθνικών επιχειρήσεων μειώνει την ισχύ της συλλογικής διαπραγμάτευσης του κεφαλαίου, λόγω των εντεινόμενων εσωτερικών του διαιρέσεων και αντιθέσεων. Δεύτερον, διότι οποιαδήποτε αναδιανεμητική πολιτική απόφαση των εθνικών κυβερνήσεων νομιμοποιείται από την εκλογική πλειοψηφία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών και ειδικότερα από την μεσαία τάξη. Η τελευταία, επειδή ακριβώς συνδέεται άρρηκτα με την παγκόσμια οικονομία της γνώσης επιδοκιμάζει εκλογικά τις προγραμματικές προτάσεις -που ευνοούν τις επενδύσεις προς όφελος της προσαρμογής στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας- παρά τα αναδιανεμητικά αιτήματα υπέρ των «χαμένων» από την παγκοσμιοποίηση. Έτσι, λοιπόν, οι κυβερνήσεις έχουν μεγαλύτερο -εκλογικό- κίνητρο να ενσωματώσουν αποτελεσματικά το συγκριτικό πλεονέκτημα των εθνικών οικονομιών στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, αποκτώντας έτσι, την κατάλληλη φήμη και απήχηση στους πολίτες της μεσαίας τάξη που έχουν αυξημένα προσόντα και δεξιότητες. Επομένως, οι πολιτικές των εθνικών κυβερνήσεων  ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τα αιτήματα της μεσαίας τάξης παρά με τις επιδιώξεις του κεφαλαίου, ανεξάρτητα βέβαια από τον βαθμό στον οποίο αυτές ταυτίζονται. Τέλος, ο σημαντικότερος ίσως λόγος για τον οποίο το κεφάλαιο παραμένει υπό τον έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων είναι η αδυναμία του να μεταφερθεί, δίχως περιορισμούς, σε διάφορες επικράτειες ανά την υφήλιο. Σε αντίθεση δηλαδή με την επικρατούσα αντίληψη για την παντοδυναμία των κεφαλαιούχων να δρουν ανεξέλεγκτα, ενίοτε και εκβιαστικά, οδηγώντας τα εθνικά κράτη σε μια κούρσα φορολογικού και ρυθμιστικού ανταγωνισμού προς τα κάτω, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Ο νέος παγκόσμιος καταμερισμός των έργων είναι πολύ πιο συνδεδεμένος (με) και εξαρτώμενος από συγκεκριμένες γεωγραφικές επικράτειες, από τις οποίες το κεφάλαιο δεν μπορεί να «αποδράσει», λόγω των σημαντικών συμπληρωματικοτήτων που αναπτύσσει. Ειδικότερα, στην σύγχρονη οικονομία, η συγκέντρωση τομέων παραγωγής σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές γίνεται για τους εξής τέσσερις λόγους σύμφωνα με την θεωρία της Νέας Οικονομικής Γεωγραφίας, που συνδέεται άμεσα με τη Νέα Θεωρία περί Εμπορίου:

Ο πρώτος λόγος είναι οι αύξουσες αποδόσεις κλίμακας, που όπως είδαμε αποτελούν ένα ισχυρό κίνητρο για τις επιχειρήσεις, ώστε να συγκεντρώσουν γεωγραφικά τις παραγωγικές τους δραστηριότητες.

Ο δεύτερος έχει να κάνει με τις οικονομίες κλίμακας, οι οποίες συνεπάγονται έναν ολιγοπωλιακό ανταγωνισμό. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγής μειώνει το μέσο κόστος για κάθε μονάδα προϊόντος.

Ο τρίτος λόγος αφορά το κόστος μεταφοράς και ο τέταρτος, τις λεγόμενες εξωτερικές οικονομίες.

Ειδικότερα, η συγκεκριμένη θεωρία υποστηρίζει ότι η γεωγραφική συγκεντροποίηση της παραγωγής δημιουργεί τρεις «εξωτερικότητες»: τη συγκέντρωση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού σε μια συγκεκριμένη περιοχή, την πρόσβαση στα απαραίτητα ενδιάμεσα αγαθά που βρίσκονται σε αυτήν την περιοχή, και την διάχυση της τεχνολογίας, που προέρχεται από άλλες επιχειρήσεις οι οποίες εδράζονται εκεί. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη οικονομία, παρατηρείται η αυξανόμενη δυναμική των “clusters”, όπως είναι η Silicon Valley στην τεχνολογία, η Καλιφόρνια στην οινοποιεία, η Ιαπωνία στα ηλεκτρονικά, η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο στα χρηματοοικονομικά, το Hollywood στη διασκέδαση, η Ιταλία στην ένδυση κτλ. Κατά παράδοξο τρόπο λοιπόν, το τοπικό στοιχείο, είτε πρόκειται για μια χώρα είτε πρόκειται για μια περιφέρεια ή ακόμα και για μια πόλη, διαδραματίζει, στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της εκμηδένισης των αποστάσεων, σημαντικό ρόλο.  Συνεπώς, είναι εξαιρετικά δύσκολο το κεφάλαιο να αποστεί από τις προαναφερθείσες συμπληρωματικότητες που αναπτύσσει και να επενδύσει σε χαμηλότερου κόστους οικονομικές ζώνες που δεν διασφαλίζουν όμως τα ποιοτικά -κυρίως- πλεονεκτήματα της τοπικής συγκεντροποίησης της παραγωγής.

Γ) Τα περιορισμένα όρια της -σχετικής- πολιτικής αυτονομίας

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης των Άϊβερσεν και Σόσκις έχει να κάνει με την θεωρία που αναπτύσσουν για τα σύγχρονα προηγμένα κράτη. Όπως είδαμε, υποστηρίζουν ότι η πολιτική αυτονομία των κρατών έναντι των «αγορών» είναι αυξημένη. Για να καταδείξουν τον ενισχυμένο αυτόν ρόλο, λαμβάνουν επιχειρήματα από ένα σημαντικό εύρος στοχαστών, που εκκινεί από την μαρξιστική θεωρία και τον Νίκο Πουλαντζά, συνεχίζει στην δημοκρατική θεωρία του Σουμπέτερ και καταλήγει στην αμιγώς φιλελεύθερη θεώρηση του Χάγιεκ. Επιπλέον, ιδέες αντλούν και από την κλασική μελέτη του M.S. Lipset, Some social requisites of Democracy: economic development and political legitimacy, στην οποία ο Lipset ισχυρίζεται ότι όσο πλουσιότερη είναι μια χώρα, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να διατηρήσει δημοκρατικό καθεστώς. Συγκεκριμένα, η οικονομική ανάπτυξη αυξάνει τη μόρφωση, γεγονός που ενισχύει μια δημοκρατική κουλτούρα ανοχής, αποκλείοντας έτσι, εξτρεμιστικές επιλογές. Σημαντικό είναι ότι με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η δυσαρέσκεια των χαμηλών στρωμάτων και ενισχύεται η θέση των μεσαίων στρωμάτων, που αποτελούν καθοριστικό παράγοντας μείωσης των ανισοτήτων. Αλλά και ο Πουλαντζάς, ο Σουμπέτερ και ο Χάγιεκ, από πολύ διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης είναι σημαντικός είτε για να εξασφαλίζει το μακροπρόθεσμο συμφέρον της αστικής τάξης που διατρέχεται από αντιθέσεις (Πουλαντζάς), είτε για να διασφαλίζει την οικονομική αποτελεσματικότητα ως βασική δημοκρατική λειτουργία (Σουμπέτερ), είτε για να κατοχυρώνει την ανταγωνιστικότητα της ίδιας της αγοράς και να βελτιώνει την καινοτομία (Χάγιεκ).

Όποια από τις παραπάνω οπτικές γωνίες κι αν ενστερνιστεί κανείς, η βασική θέση που θέλουν να υπερασπιστούν οι συγγραφείς είναι ότι το κράτος δεν αποτελεί ένα απλό όργανο στα χέρια του κεφαλαίου. Έχει μια δική του αυτονομία. Το ζήτημα επομένως είναι τα όρια αυτής της αυτονομίας. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε, έχει σημασία η αναφορά στον Νίκο Πουλαντζά. Ο Πουλαντζάς ήταν αυτός που αμφισβήτησε την παραδοσιακή λενινιστική, εργαλειακή αντίληψη περί κράτους. Το κράτος, ισχυρίστηκε ο Πουλαντζάς, δεν είναι ούτε αδιαπέραστο από την ταξική πάλη ούτε ουδέτερο όργανο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Από την άλλη βέβαια, απορρίπτει και τον κρατικό παρεμβατισμό της σοσιαλδημοκρατίας, που βλέπει το κράτος, ως υποκείμενο, κάτοχο μιας εγγενούς χεγκελιανής ορθολογικότητας που ενσαρκώνουν οι μηχανισμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Για τον Πουλαντζά, το κράτος είναι πρώτα και κύρια μια κοινωνική σχέση. Η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, όπως αυτή εκδηλώνεται με ειδικό τρόπο στους κόλπους του ίδιου του κράτους. Με λίγα λόγια, το κράτος διαπερνάται από ταξικές αντιθέσεις στους μηχανισμούς του. Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση του κράτους με την αστική τάξη αποδίδεται από τον Πουλαντζά με την έννοια της «σχετικής αυτονομίας». Η αστική τάξη δεν είναι ενιαία και γι’ αυτόν τον λόγο το κράτος οφείλει να διατηρεί μια «σχετική αυτονομία», η οποία εγγυάται την ενότητα του συνασπισμού εξουσίας, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις του. Οι Άϊβερσεν και Σόσκις με την σειρά τους, υιοθετούν με τον δικό τους τρόπο την αντίληψη ότι το κράτος είναι μια κοινωνική σχέση, χωρίς να καταλήγουν στο συμπέρασμα βέβαια ότι το κράτος υλοποιεί τελικά το μακροπρόθεσμο συμφέρον του κεφαλαίου. Η «σχετική αυτονομία» των σύγχρονων ανεπτυγμένων κρατών που εντοπίζουν οι συγγραφείς, προέρχεται από την δυναμική της μεσαίας τάξης και των στρωμάτων εκείνων που έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, λόγω των οφελών που αντλούν από την οικονομική ανάπτυξη και την παγκοσμιοποίηση. Στο μέτρο που η μεσαία τάξη είναι ισχυρή, οι πολιτικοί λογοδοτούν σε αυτήν και όχι στο κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, τα προηγμένα κράτη έχουν συμφέρον να προωθήσουν τους τομείς της εθνικής τους οικονομίας που είναι διεθνώς ανταγωνιστικοί, για να κατοχυρώσουν το εθνικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε παγκόσμιο επίπεδο και να αυξήσουν την ευημερία των μορφωμένων μεσαίων στρωμάτων. Ο συλλογισμός αυτός όμως δεν είναι απόλυτα ασφαλής και ακριβής.

Πρώτα από όλα, η έννοια της σύγχρονης «σχετικής αυτονομίας» περιλαμβάνει εγγενώς τις κοινωνικές αντιθέσεις που καλούνται να διαχειριστούν οι κυβερνήσεις των προηγμένων εθνικών κρατών. Αυτές οι αντιθέσεις παράγουν και αντιφατικά αποτελέσματα σε επίπεδο δημοσίων πολιτικών. Για παράδειγμα, ο εμπορικός προστατευτισμός των ΗΠΑ, με σκοπό να προστατευθούν οι βιομηχανικοί εργάτες από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό χαμηλότερου κόστους, συμπίπτει με πολιτικές απορρύθμισης και εν τέλει, ενίσχυσης του χρηματοπιστωτικού τομέα από την κυβέρνηση Τράμπ. Επίσης, στο πεδίο του χρηματοπιστωτικού τομέα -στον οποίο οι συγγραφείς αποδίδουν μεγάλη σημασία αναφορικά με την ευημερία που διασφαλίζει για την μεσαία τάξη- πρέπει να ειπωθούν τα εξής:

Η κρίση του 2007/8 δημιούργησε την ανάγκη για κρατική παρέμβαση τόσο σε επίπεδο διασώσεων των πτωχευμένων τραπεζικών ιδρυμάτων όσο και σε επίπεδο θέσπισης νέων κανόνων λειτουργίας. Η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με δημόσιο χρήμα ερμηνεύθηκε από ένα μέρος της βιβλιογραφίας (Chwieroth & Walter 2019) ως το αποτέλεσμα των προσδοκιών της μεσαίας τάξης να διασφαλίσουν, μέσω της κρατικής παρέμβασης, τον επενδυμένο σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα πλούτο τους. Συνεπώς, το κράτος παρενέβη, όχι λόγω της δομικής ισχύος του κεφαλαίου, αλλά εξαιτίας των κοινωνικών αιτημάτων της μεσαίας τάξης. Την άποψη αυτή ενστερνίζονται και οι Άϊβερσεν και Σόσκις. Μια τέτοια άποψη βέβαια, παρά την αληθοφάνειά της, είναι επιφανειακή. Διότι, αν εξετάσει κανείς προσεκτικά το μετά την κρίση ρυθμιστικό status quo για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, θα διαπιστώσει ότι το νέο σύνολο κανόνων (Βασιλεία ΙΙΙ), όπως αυτό θεσπίστηκε αρχικά στα τέλη του 2010 και οριστικοποιήθηκε εφτά χρόνια μετά, όχι μόνο δεν μετέβαλε άρδην το προϋπάρχον ρυθμιστικό υπόδειγμα, αλλά επεδίωξε να δημιουργήσει ένα πλαίσιο ισότιμου ανταγωνισμού για τις παγκόσμιες τράπεζες, στη βάση εντελώς μετριοπαθών εποπτικών κεφαλαιακών προβλέψεων. Ο σκοπός δηλαδή των ρυθμίσεων δεν ήταν τόσο η προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ώστε να μην προκύψουν νέες κρίσεις, αλλά η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του και της κερδοφορίας του που επλήγη από την κρίση του 2007/8. Γενικότερα δε, ανακύπτει και το ερώτημα του κατά πόσο το φαινόμενο της χρηματιστικοποίησης (βλέπε στο Adair Turner, Between Debt and Devil) και του «ιδιωτικοποιημένου κεϋνσιανισμού» των δυτικών δημοκρατιών αποτελεί ένδειξη δύναμης ή αδυναμίας των σύγχρονων κρατών έναντι των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η απάντηση, μάλλον, κλίνει προς την αδυναμία…

Κατά δεύτερον, η ίδια η μεσαία τάξη αρχίζει να υποχωρεί στις δυτικές δημοκρατίες, εξαιτίας της πόλωσης που επικρατεί στις αγορές εργασίας, (και) λόγω της τεχνολογικής αλλαγής. Οι μεσαίας εξειδίκευσης βιομηχανικοί εργάτες του φορντικού μοντέλου, τείνουν να μειώνονται. Από την άλλη, αυξάνεται η σημασία των υψηλά καταρτισμένων -και καλά αμειβόμενων- εργαζομένων, αλλά και εκείνων που εργάζονται σε εργασίες ρουτίνας, χαμηλής ειδίκευσης παροχής υπηρεσιών και είναι ως επί το πλείστον μερικής απασχόλησης και κακοπληρωμένοι. Αυτή η πόλωση μειώνει τις συμπληρωματικότητες στο χώρο της εργασίας και διαβρώνει την ισχύ των δυνάμεων της εργασίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στον συνδικαλισμό. Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα η ανισότητα να έχει αυξηθεί σημαντικά, σύμφωνα με τον δείκτη Gini, από την δεκαετία του 1980 έως τις μέρες μας. Παρά ταύτα, οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι εάν λάβουμε υπόψη τον λόγο του διαθέσιμου εισοδήματος της μεσαίας τάξης προς το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα, τότε θα παρατηρήσουμε ότι ο λόγος αυτός είναι σχετικά σταθερός. Άρα, συμπεραίνουν -σε αντίθεση με τον Πικετί- ότι οι πολιτικές που επέτρεψαν την αύξηση των ανισοτήτων προς όφελος της αύξησης του συνολικού πλούτου, υποστηρίχθηκαν και νομιμοποιήθηκαν από την πλειοψηφία των μελών της μεσαίας τάξης.

Η λογική του συγκεκριμένου επιχειρήματος προσομοιάζει με την θεωρία για την διάχυση της ανάπτυξης (trickle down effect).  Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι, όταν η οικονομική ανάπτυξη ξεκινήσει, οι πλούσιοι θα αρχίσουν να δαπανούν περισσότερο εισόδημα για τα είδη πολυτελείας, δημιουργώντας θέσεις εργασίας για τους φτωχότερους. Οι τελευταίοι θα έχουν, ως εκ τούτου, περισσότερα χρήματα, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, για παράδειγμα στον τομέα των κατασκευών. Με αυτόν τον τρόπο, όσο υπάρχει οικονομική ανάπτυξη, ο πλούτος των πλούσιων θα διαχέεται αργά στους μη πλούσιους και θα συγκροτείται σταδιακά μια μεσαία τάξη. Η συγκεκριμένη οικονομική θεωρία απεικονίζεται στην καμπύλη Κούζνετς (Kuznets Curve), η οποία περιγράφει ένα πρότυπο αύξησης και στη συνέχεια μείωσης της ανισότητας σε μια κοινωνία που εκκινεί από την εκβιομηχάνιση (που συνεπάγεται ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ αγροτικών και αναδυόμενων αστικών στρωμάτων) και καταλήγει στη διάχυση προς τα κάτω του πλούτου μέσω του κράτους πρόνοιας.

Μια τέτοια όμως «αισιόδοξη» άποψη προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα. Τα τελευταία 30 χρόνια, η ανισότητα των εισοδημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο μειώθηκε μεταξύ των χωρών -κυρίως λόγω της ταχείας εκβιομηχάνισης της Κίνας- αλλά έχει αυξηθεί εντός των περισσοτέρων βιομηχανικά προηγμένων χωρών. Αυτή η απόκλιση έχει απεικονιστεί από τον Μπράνκο Μιλάνοβιτς, οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας, στην λεγόμενη «καμπύλη των ελεφάντων», που δείχνει ότι αυτοί που έχασαν από την παγκοσμιοποίηση είναι οι κοινωνικές ομάδες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος στις ανεπτυγμένες χώρες. Κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, το μερίδιο της εργασίας ως προς το συνολικό εθνικό εισόδημα μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά δέκα εκατοστιαίες μονάδες του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Επιπρόσθετα, το διευρυμένο χάσμα της απόδοσης του κεφαλαίου σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης των οικονομιών είναι ένα γεγονός που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, αναφορικά με την ανισότητα. Οι συγγραφείς υποβαθμίζουν αυτό το γεγονός, το οποίο ανέδειξε τόσο έντονα ο Πικετί στο έργο του Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα. Αλλά και πέραν του Πικετί, η εμπειρική έρευνα έχει καταδείξει ότι όταν η απόδοση του κεφαλαίου ξεπερνά το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, οι «ραντιέρηδες» συσσωρεύουν πλούτο με ταχύτερο ρυθμό και έτσι αυξάνεται η ανισότητα. Κατά την περίοδο πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το χάσμα αυτό ήταν κατά μέσο όρο 5% ετησίως, ενώ έως και σήμερα, το χάσμα αυτό εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγάλο, κυμαινόμενο από 3% – 4% (Jordà, Knoll, Kuvshinov, Schularick, Taylor 2017).

Συμπερασματικά, οι Άϊβερσεν και Σόσκις, μέσα από ένα προκλητικό εγχείρημα, προσπαθούν να πάνε κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα και να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των «αγορών» επί των εθνικών δημοκρατιών. Η έντονη όμως και μονοδρομική ταύτιση των επιδιώξεων της μεσαίας τάξης συλλήβδην με την προώθηση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης είναι προβληματική. Η μεσαία τάξη στις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες διατρέχεται από σοβαρές αντιθέσεις και κάθε άλλο παρά αρραγής είναι. Επιπλέον, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει μεγάλα τμήματα της παλιάς μεσαίας τάξης σε πολιτικές επιλογές που είναι πιο ακραίες. Σε συνδυασμό μάλιστα με την δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και την μετανάστευση στις δυτικές δημοκρατίες, η νέα μεσαία τάξη που τείνει να διαμορφωθεί δεν θα έχει καμία σχέση με τα παλαιά μεσαία στρώματα των φορντικών οικονομιών. Τα χάσματα και οι νέες διαιρετικές τομές είναι μεγαλύτερες και βαθύτερες, εκκινώντας από την εισοδηματική ανισότητα και φτάνοντας σε ταυτοτικά ζητήματα. Επομένως, η συμβιωτική σχέση δημοκρατίας-παγκοσμιοποίησης, όπως την αναλύουν τόσο αισιόδοξα οι Άϊβερσεν και Σόσκις, είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχει να αντιμετωπίσει στο μέλλον πλήθος προκλήσεων.

References

Chwieroth Jeffrey & Walter Andrew, “The wealth effect: The middle class and the changing politics of banking crises”, voxeu.org, 3 June 2019

Jordà, Òscar, Katharina Knoll, Dmitry Kuvshinov, Moritz Schularick, Alan M. Taylor. 2017. “The Rate of Return on Everything, 1870–2015” Federal Reserve Bank of San Francisco Working Paper 2017-25. https://doi.org/10.24148/wp2017-25

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*