Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Andrew Gamble, Can the welfare state survive?, 2016, UK: Polity, pp. 125

Όπως έχει παρατηρηθεί, στην ιστορία των δυτικών κρατών πρόνοιας, διακρίνονται δύο χαρακτηριστικές τάσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τις μακρές περιόδους σταθερότητας που διακόπτονται από δύο εποχές εντόνων μεταρρυθμίσεων. Αυτής των τελών του 19ου αιώνα και εκείνης που ξεκίνησε μετά το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η δεύτερη τάση που καταγράφεται ιστορικά αφορά τον εκάστοτε εντεινόμενο ιδεολογικό ανταγωνισμό ανάμεσα στις θεωρήσεις της Καλής Κοινωνίας, ο οποίος καθόρισε το περιεχόμενο των κατά καιρούς -και κατά τόπους- θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Για παράδειγμα, ο ατομικισμός και η επιλεκτικότητα των παροχών σε προνοιακά συστήματα όπως αυτό των ΗΠΑ, αντιπαραβάλλεται με τον εξισωτισμό , την καθολικότητα των παροχών και την συμμετοχικότητα του πολίτη στα σκανδιναβικά κοινωνικά κράτη (Epsing-Andersen, Gallie, Hamerigck & Myles 2006).

Στην σημερινή συγκυρία όμως, το ερώτημα που τίθεται με επίταση, είναι καθ’ όλα υπαρξιακό. Αφορά το εάν και κατά πόσον μπορεί το κοινωνικό κράτος να επιβιώσει. Επιπλέον, ακόμα και εάν επιβιώσει τελικώς, τι μορφή θα έχει; Τι επιπτώσεις θα υπάρξουν στα διαφορετικά εθνικά υποδείγματα κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη από την νέα «κανονικότητα» των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης; Η κρίση θα λειτουργήσει ως ευκαιρία για την αναμόρφωσή τους και τον εκσυγχρονισμό των εθνικών τους ιδιαιτεροτήτων ή θα συρρικνωθούν και οδηγηθούν σε μια νέα θεσμική σύγκλιση προς τα κάτω; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να είναι φυσικά οριστική στην δεδομένη και ακόμα ρευστή πραγματικότητα. Η κινούμενη άμμος των πολιτικών αντικατοπτρίζεται, όπως είδαμε σε άλλο σημείο (βλ. European Social Models from Crisis to Crisis: Employment and Inequality in the Era of Monetary Integration), στις αντιφατικές πολιτικές των κρατών μελών της Ε.Ε, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά το αρχικό στάδιο της κρίσης -προστασία του κοινωνικού κράτους, αύξηση των κοινωνικών δαπανών- σε σχέση με τις περιοριστικές που έλαβαν χώρα μετά το 2011. Εάν δηλαδή υποθέσουμε ότι η εξέλιξη των κοινωνικών κρατών θα ακολουθήσει την πορεία που χαράχτηκε στο πρώτο στάδιο της κρίσης, τότε η απάντηση αναφορικά με το μέλλον τους θα είναι σχετικά αισιόδοξη. Εάν όμως οι μελλοντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ακολουθήσουν την πεπατημένη των μετά το 2011 επιλογών, τότε η σύγκλιση στον ελάχιστο κοινό παρανομαστή φαίνεται πολύ πιθανή.

Ο συγγραφέας και καθηγητής δημοσίων πολιτικών στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, Άντριου Γκάμπλ, υποστηρίζει την πιο αισιόδοξη άποψη, ισχυριζόμενος ότι οι βασικοί πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εμφάνιση των κοινωνικών κρατών, ακόμα και σήμερα, συνεχίζουν να είναι παρόντες. Συνεπώς, είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης ο οραματισμός καινοτόμων λύσεων για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων και προεχόντως, της αυξανόμενης ανισότητας.

Α) Η γέννηση του κοινωνικού κράτους: Μεταξύ της ανάγκης και της ιδέας για μια καλύτερη κοινωνία

Η δημιουργία και η διατήρηση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας κυριάρχησε για έναν περίπου αιώνα τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής από το σύνολο σχεδόν των πολιτικών κομμάτων που άσκησαν εξουσία, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Αρχικά, ο φόβος για κοινωνική εξέγερση των εργατών που δούλευαν κάτω από άθλιες συνθήκες, ώθησε τον ‘Οττο φον Μπίσμαρκ να θεσπίσει ένα πρωτόλειο προνοιακό πρόγραμμα προστασίας γι’ αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες. Ο σκοπός του Πρώσου πολιτικού δεν ήταν βέβαια η εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά η διατήρηση της συνοχής και της εθνικής ολοκλήρωσης της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Παρομοίως,   ο συντηρητικός πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Άρθουρ Τσάμπερλαιν, θέσπισε κι αυτός μερικές δεκαετίες αργότερα ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας, με σκοπό να αμβλύνει την κοινωνική ένταση που προερχόταν από τις άσχημες εργασιακές συνθήκες στα εργοστάσια. Η εξέλιξη των καπιταλιστικών οικονομιών και η διεύρυνση των κοινωνικών αναγκών οδήγησαν στη συνέχεια σε μια κρίσιμη μεταστροφή: το «κράτος νυχτοφύλακας» άρχισε σταδιακά να γίνεται ολοένα και πιο παρεμβατικό. Ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή σε αυτήν την μεταστροφή, καθώς ο πιο ενεργός ρόλος του κράτους στην κινητοποίηση οικονομικών πόρων, στον σχεδιασμό και την υλοποίηση συνθετότερων και πιο εκτεταμένων δημοσίων πολιτικών χάρισε σε αυτό την αναγκαία νομιμοποίηση στα μάτια των πολιτών, ως εγγυητή της εθνικής ασφάλειας και επιβίωσης. Παράλληλα, η διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων σε ευρύτερες ομάδες του πληθυσμού, από τις αρχές του 20ού αιώνα και μετά, λείανε την εχθρότητα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα και ειδικότερα, αποδυνάμωσε την μαρξιστική-λενινιστική θέση ότι το κράτος δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά ένα όργανο στην υπηρεσία των καπιταλιστών. Σημείο καμπής στην δημοκρατική και κοινωνική εξέλιξη του κράτους αποτέλεσε επίσης το σχέδιο του λόρδου Μπέβεριτζ, που παρουσιάστηκε στο βρετανικό κοινοβούλιο το 1942 από τον ομώνυμο βουλευτή. Το σχέδιο προέβλεπε την δημιουργία ενός εθνικού συστήματος υγείας, την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και την προώθηση ενός συστήματος οικογενειακών επιδομάτων ως απαραίτητο συμπλήρωμα στα επιδόματα ανεργίας. Βασική επιδίωξή των παραπάνω ήταν η καταπολέμηση των αιτιών της κοινωνικής παρακμής: της ανάγκης, της οκνηρίας, της άγνοιας, της ασθένειας και της εξαθλίωσης. Την έκταση της κρατικής παρέμβασης που προέβλεπε το σχέδιο, την περιέγραψε ο ίδιος ο Μπέβεριτζ, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι το κράτος πρόνοιας είναι ένα οικοδόμημα που προστατεύει το άτομο «από την κούνια ως τον τάφο».

Μεταπολεμικά, αρχίζει βέβαια η «χρυσή τριακονταετία» του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Είναι μια εποχή στην οποία η κρατική πρόνοια, η δημόσια υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση καθίστανται βασικά στοιχεία των κοινωνιών. Οι αναδιανεμητικές πολιτικές που έλαβαν χώρα εκείνη την περίοδο εντάχθηκαν στο μεταπολεμικό καθεστώς θέσμισης του πλαισιωμένου φιλελευθερισμού (embedded liberalism) -όπως τον ονομάτισε ο Τζον Ράγκι (John Ruggie)- της υπαγωγής δηλαδή της διεθνούς οικονομικής στις επιδιώξεις της εγχώριας πολιτικής. Η υπαγωγή αυτή κατέστη εφικτή μέσω των οργανισμών πολυμερούς συνεργασίας του Bretton Woods και ειδικότερα, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της Γενικής Συμφωνίας για τους Δασμούς και το Εμπόριο. Συνέπεια του πλαισιωμένου φιλελευθερισμού ήταν η σημαντική μείωση των εισοδηματικών και περιουσιοκρατικών ανισοτήτων. Η Ένδοξη Τριακονταετία, όπως έδειξε ο Τομά Πικετί, αποτέλεσε εξαίρεση στον γενικό κανόνα της ιστορίας των ανισοτήτων. Η ιστορική αυτή εξαίρεση καταγράφηκε και ως μια νίκη στο επίπεδο των ιδεών. Η σοσιαλδημοκρατική αναδιανεμητική πολιτική δεν θα μπορούσε να επικρατήσει εάν, πρώτα, δεν είχε εμπεδωθεί, ως κοινή συνείδηση, σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα το αίσθημα της αλληλεγγύης και της επιδίωξης του κοινού καλού (βλέπε συναφώς Paul Collier, The Future of Capitalism: Facing the new Anxieties) για όλα τα μέλη της πολιτικής κοινότητας. Ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαίο ότι αφοσιωμένοι οπαδοί του κράτους πρόνοιας δεν ήταν αποκλειστικά οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις αλλά και οι χριστιανοδημοκρατικές. Με αυτόν τον τρόπο, έγινε κατορθωτή η -μερική έστω- υλοποίηση του μαρξιστικής καταγωγής αιτήματος για την αποεμπορευματοποίηση της εργασίας. Η απεξάρτηση δηλαδή των ατόμων από τους μηχανισμούς της αγοράς. Τούτο συμβαίνει όταν κατοχυρώνονται θεσμικά δημόσια αγαθά, όπως η κοινωνική πρόνοια, η ασφάλιση, η περίθαλψη κλπ., τα οποία εγγυώνται την καθολικότητα ως προς την παροχή, την ελεύθερη πρόσβαση και αδιαίρετη χρήση των αντίστοιχων υπηρεσιών από τους πολίτες.

Βεβαίως, κάθε ένα από τα πολιτικά ρεύματα που συνέκλιναν ως προς την αναγκαιότητα της ύπαρξης του κοινωνικού κράτους χρωμάτισε με διαφορετική ένταση την έκταση της κρατικής παρέμβασης. Ειδικότερα, για τους σοσιαλδημοκράτες, όπως αποτυπώνεται στο σκανδιναβικό υπόδειγμα κοινωνικής προστασίας, το κράτος αποτελεί τον εγγυητή και τον κύριο πυλώνα. Μέσω της καθολική κάλυψης, το θεσμικό αναδιανεμητικό μοντέλο επιδιώκει να προλάβει την τελική απόκλιση ως προς τα εξισωτικά αποτελέσματα και όχι απλώς να αντιμετωπίσει, αποσπασματικά και ex post, τις ανισότητες.  Στα πιο συντηρητικά ή κορπορατιστικά υποδείγματα, όπως το ηπειρωτικό, το κύριο βάρος της κοινωνικής προστασίας αποδίδεται στα ίδια τα νοικοκυριά. Δεν προβλέπεται καθολικότητα στις παροχές, διότι το μοντέλο αυτό ευνοεί τα άτομα που βρίσκονται ήδη στην αγορά εργασίας, αποκλείοντας έτσι τους μη εργαζόμενους. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα στην κοινωνική προστασία προέρχεται από την δυνατότητα απασχόλησης του ατόμου, συναρτάται εν συνεχεία από τον κλάδο στον οποίο εργάζεται και παρέχεται τελικά στη βάση της ανταποδοτικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος δρα «υπολειμματικά» και περιορίζεται σε καταστάσεις, στις οποίες η κοινωνική προστασία δεν μπορεί να διασφαλιστεί με οποιοδήποτε άλλο μέσο.

Στην ακραία του εκδοχή το «υπολειμματικό» υπόδειγμα συνεπάγεται την εξάρτηση των κοινωνικών παροχών από τους μηχανισμούς της ιδιωτικής αγοράς, ενώ η δημόσια παρέμβαση, όταν χρειαστεί, -οφείλει να- λειτουργεί περισσότερο  σαν ένα ύστατο «δίκτυ ασφαλείας» για τους πιο αδύναμους. Η εκδοχή αυτή άρχισε να κερδίζει έδαφος από τη δεκαετία του 1980, ιδίως στις αγγλοσαξονικές χώρες, με την ανάληψη της διακυβέρνησης από ηγέτες που ήταν υπέρ της μειωμένης κρατικής παρέμβασης, όπως ο Ρίγκαν και η Θάτσερ. Η μεταστροφή αυτή συνέπεσε με την επικράτηση του μονεταρισμού και του νεοφιλελευθερισμού σε επίπεδο ιδεών, υπονομεύοντας έτσι τα ηθικά θεμέλια που συγκρότησαν τα κοινωνικά κράτη πρόνοιας της Ευρώπης κατά την προηγούμενη τριακονταετία. Το πνεύμα της κοινότητας, της αλληλεγγύης και του εξισωτικού φιλελευθερισμού (Τζον Ρωλς) άρχισε να υποχωρεί, δίνοντας την θέση του στον ατομικισμό και μια ακραία εκδοχή του φιλελευθερισμού. Σε αντίθεση με την θεωρία της δικαιοσύνης του Ρωλς, ο Ρόμπερτ Νόζικ, ο εκφραστής του ακραίου φιλελευθερισμού, δεν πιστεύει ότι η τύχη ή η υστέρηση ως προς τα φυσικά προσόντα ή την καταγωγή συνιστούν αδικίες, διότι, εφόσον τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα γίνονται σεβαστά, κάθε αποτέλεσμα είναι εν τέλει δίκαιο. Επομένως, το κράτος οφείλει να μην παρεμβαίνει στις υποθέσεις των ενηλίκων πολιτών, να εξαντλεί την δράση του αποκλειστικά σε τομείς όπως η άμυνα και η αστυνόμευση και να απέχει από φορολογικές επιβαρύνσεις στους πολίτες που καταστρέφουν τα οικονομικά κίνητρα και περιέχουν το στοιχείο του καταναγκασμού. Η κρίση του 2007/8 αποτέλεσε την αφορμή για την επανεμφάνιση ιδεών και πολιτικών πρακτικών που επιδιώκουν την συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών στα εντελώς βασικά. Συγκεκριμένα, το δόγμα της επεκτατικής λιτότητας που εφαρμόσθηκε σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν «μονοθεματικά» νεοφιλελεύθερο, διότι από την μια πλευρά προέβλεπε την γενναία μείωση των κοινωνικών δαπανών, από την άλλη όμως επιβάρυνε την συντριπτική πλειονότητα των πολιτών με φορολογικές αυξήσεις, ώστε να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των εθνικών οικονομιών στις «αγορές».

Β) Το κοινωνικό κράτος ενώπιον τεσσάρων κρίσιμων προκλήσεων

Ενώ η επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για την μεταπολεμική χρυσή τριακονταετία, η βελτίωση του επιπέδου της γενικής ευημερίας, μέσω της υψηλής φορολογίας, δεν συνεπάγεται την αυτονόητη στήριξη των -πιο πλούσιων ιδίως- πολιτών σε νέες αναδιανεμητικές πολιτικές. Ως εκ τούτου, για τους Ευρωπαίους τουλάχιστον, το κοινωνικό κράτος δεν περιορίζεται μόνο στις αναδιανεμητικές πολιτικές υπέρ των φτωχότερων, αλλά ορίζεται ευρύτερα, περιέχοντας επίσης «θελκτικότερες» κοινωνικές δαπάνες για συλλογικούς σκοπούς και επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο (εκπαίδευση, υγεία, συντάξεις κλπ.).

Όπως και να έχει πάντως, η επιβίωση των κοινωνικών κρατών πρόνοιας, συνολικά, εξαρτάται ευθέως από τον τρόπο με τον οποίο οι εθνικές κυβερνήσεις θα αναμετρηθούν με τέσσερις σημαντικές προκλήσεις:

Πρώτον, τον οικονομικό εξορθολογισμό των υπαρχόντων πόρων σε σχέση με τις ανάγκες και τις προσδοκίες των πολιτών για κοινωνικές παροχές. Καθώς το κοινωνικό κράτος εδραιώθηκε και επεκτάθηκε, είναι λογικό οι προσδοκίες των πολιτών να είναι αυξημένες και αυτό να αντικατοπτρίζεται στην κοινωνική ατζέντα των κομμάτων. Αλλά επειδή τα προγράμματα κοινωνικής προστασίας έχουν καταστεί κοινός τόπος στην συνείδηση των πολιτών, το ζήτημα της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησής τους παραμένει εκκρεμές, όπως φαίνεται, για παράδειγμα, στο θεματικό πεδίο του συνταξιοδοτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, τα εμπόδια για την χρηματοδότηση των κοινωνικών δαπανών άρχισαν να εμφανίζονται με την δημοσιονομική κρίση των κρατών, ήδη, από την δεκαετία του 1970 (Streeck 2015) και έγιναν ακόμα μεγαλύτερα όσο εξελισσόταν η οικονομική παγκοσμιοποίηση που ενίσχυσε την κινητικότητα του κεφαλαίου. Η κατάρρευση των θεσμών του Bretton Woods σηματοδότησε εκτός των άλλων και την άρση των περιορισμών των κεφαλαικών ροών, γεγονός που δυσχέρανε την φορολογική ικανότητα των κυβερνήσεων και οδήγησε στην λεγόμενη δημοσιονομική κρίση των κρατών (“fiscal crisis of the state”). Σε αυτήν συνέβαλε βέβαια και το εκτεταμένο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα φορολογικών περικοπών στα ανώτερα κυρίως εισοδηματικά στρώματα και η κυριαρχία του μακροοικονομικού δόγματος του εκτοπισμού των ιδιωτικών επενδύσεων (“crowding-out effect”), που υποστηρίζει ότι η αύξηση των δαπανών του δημόσιου τομέα οδηγεί σε μείωση τις δαπάνες του ιδιωτικού τομέα. Η αύξηση των δημοσίων δαπανών από μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, όταν μάλιστα δεν συνοδεύεται από αύξηση της φορολογίας αλλά χρηματοδοτείται από δημόσιο δανεισμό, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε αύξηση της ζήτησης χρήματος και κατ’ επέκταση των επιτοκίων, με αποτέλεσμα τη μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Παράλληλα βέβαια και η γενικότερη απροθυμία -και εμφάνιση των νέων μεταϋλιστικών αιτημάτων- της μεσαίας τάξης, όπως αρχικά διαφάνηκε στις κοινωνικές εξεγέρσεις των τελών της δεκαετίας του 1960 σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, για εντονότερη κρατική παρέμβαση, κατέληξε στην διασάλευση των ηθικών θεμελίων του κοινωνικού κράτους.

Η δεύτερη πρόκληση προέρχεται από την πίεση που ασκεί ο διεθνής ανταγωνισμός στα δυτικά κοινωνικά κράτη. Εφόσον οι αναδυόμενες οικονομίες δεν επιβαρύνονται από υψηλές κοινωνικές δαπάνες, το συνεπαγόμενο χαμηλό εργατικό κόστος αποτελεί απειλή για την διεθνή ανταγωνιστικότητα των δυτικών οικονομιών. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος για έναν ανταγωνισμό -ή μια σύγκλιση- προς τα κάτω (“race to the bottom”) παραμένει ορατός (βλέπε αναλυτικότερα στο European Social Models from Crisis to Crisis: Employment and Inequality in the Era of Monetary Integration, edited by Jon Erik Dolvik, Andrew Martin). Βεβαίως, μια αντίθετη τάση που ίσως να προεικάζεται την μελλοντική εξέλιξη των κοινωνικών μοντέλων αφορά την αδήριτη ανάγκη για επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό («ανθρώπινο κεφάλαιο») και ειδικότερα, στην επανακατάρτισή του, ώστε αφενός μεν να ευθυγραμμιστεί με τις τεχνολογικές μεταβολές, αφετέρου δε να μην ανταγωνίζεται με όρους κόστους το εργατικό δυναμικό των αναπτυσσόμενων οικονομιών.

Η τρίτη ανησυχία πηγάζει από τους νέους κοινωνικούς κινδύνους στους οποίους καλείται να προσαρμοστεί, αλλά και να καλύψει, το σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Ειδικότερα, οι κίνδυνοι αυτοί σχετίζονται με την υποχώρηση των παραδοσιακών δικτύων ασφαλείας των φορντικών κοινωνιών και με την έλευση της οικονομίας των υπηρεσιών. Η πιο ενεργή ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, η κρίση και η μεταλλαγή του θεσμού της οικογένειας, η σημασία της κοινωνικής περίθαλψης και οι νέες κοινωνικές ανάγκες σε μια ολοένα και μεταβαλλόμενη, ως προς τις νέες δεξιότητες που απαιτεί, αγορά εργασίας δημιουργούν, προφανώς, ένα γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, ο εντεινόμενος ατομοκεντρισμός των σύγχρονων κοινωνιών συναρθρώνεται με την αύξηση των ανισοτήτων, εγείροντας το ερώτημα του κατά πόσον τα άτομα πλέον έγιναν δεκτικότερα και πιο ανεκτικά στις ανισότητες που προκύπτουν από την λειτουργία της αγοράς και συνεπώς, εάν τάσσονται κατά των αναδιανεμητικών πολιτικών, δικαιώνοντας κατά κάποιον τρόπο τον Ρόμπερτ Νόζικ.

Τέλος, η δημογραφική γήρανση επηρεάζει καταλυτικά τα συστήματα υγείας και ασφάλισης, ενώ άπτεται επίσης του ζητήματος της διαγενεακής δικαιοσύνης. Πολλά ώριμα κοινωνικά κράτη βρίσκονται ενώπιον μιας σημαντικής αλλαγής στην ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, με τους πιο ηλικιωμένους να υπερτερούν αριθμητικά των νεότερων ηλικιακών κατηγοριών. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα (Ιταλία και Ιαπωνία), παρατηρείται όχι απλώς γήρανση αλλά και συρρίκνωση του πληθυσμού. Εν μέρει, η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει την επιτυχία των συστημάτων περίθαλψης των δυτικών κοινωνιών. Η βελτίωση του γενικού επιπέδου υγείας και η επέκταση του προσδόκιμου της ζωής δεν θα ήταν εφικτά δίχως σημαντικές δαπάνες για την δημόσια υγεία.

Οι τέσσερις προαναφερθείσες προκλήσεις θέτουν μια σειρά αμείλικτων διλημμάτων στις εθνικές κυβερνήσεις, η αντιμετώπιση των οποίων περιλαμβάνει και επώδυνες λύσεις που συνεπάγονται σημαντικής έκτασης πολιτικό κόστος. Για παράδειγμα, εν ονόματι της μακροοικονομικής σταθεροποίησης, θα πρέπει να μειωθούν ή όχι οι κοινωνικές δαπάνες; Επιπλέον, η δημογραφική γήρανση είναι πολιτικά επιτρεπτό να αντιμετωπιστεί μέσω της πλήρους ενσωμάτωσης -και της πολιτογράφησης- των μεταναστών στον κοινωνικό ιστό των δυτικών δημοκρατιών; Περαιτέρω, η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, όπως επίσης και ο περιορισμός των συνταξιοδοτικών παροχών, είναι βιώσιμες μεταρρυθμίσεις, με όρους πολιτικού κόστους, δεδομένης της εκλογικής επιρροής των συνταξιούχων στις δυτικές δημοκρατίες; Και εάν, λόγω πολιτικού κόστους η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση δεν προχωρήσει, τι επιπτώσεις μπορεί να έχει μια τέτοια αδράνεια σχετικά με την διαγενεακή δικαιοσύνη και το μέλλον των επερχόμενων γενεών;

Η προσέγγιση του Άντριου Γκάμπλ στα παραπάνω ερωτήματα είναι αισιόδοξη. Θυμίζει μάλιστα την ιδέα της «διπλής κίνησης» του Καρλ Πολάνυι, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ιστορικά, η εξέλιξη των «αγορών» και η υπερίσχυση των αστικοφιλελεύθερων επιδιώξεων ανάγκασαν την κοινωνία να αυτοπροστατευθεί, μέσω διαφόρων μορφών κοινωνικών διεκδικήσεων. Βεβαίως, εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι το ατομικιστικό πνεύμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι βαθύτερα ενσωματωμένο στη συνείδηση των ατόμων και δεν επηρεάζεται από τις ευρύτερες κοινωνικές παραμέτρους. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας θεωρεί -ευλόγως και προφανώς- αναγκαία την αντιστροφή της ηλικιακής γήρανσης του πληθυσμού, μέσω της αύξησης των γεννήσεων. Εντούτοις, παραμένει ανοικτό το ζήτημα της επιρροής, μέσω οικονομικών και άλλων κινήτρων από τις κυβερνήσεις, των νέων ανθρώπων ως προς μια τέτοια απόφαση, δεδομένης της ριζικής μεταβολής των διαπροσωπικών σχέσεων, όπως άλλωστε φαίνεται στην μετεξέλιξη του θεσμού της οικογένειας. Παρά ταύτα, ο Γκάμπλ θεωρεί ότι μέσω θετικών δράσεων θα αυξηθεί η κοινωνική συνοχή και η υποστήριξη στο κοινωνικό κράτος από τους πολίτες. Προς αυτήν την κατεύθυνση, προτείνει συγκεκριμένα μέτρα. Κατ’ αρχάς, την θέσπιση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και άλλων συναφών κοινωνικών μεταβιβάσεων, ώστε να εκκινούν όλοι από μια κοινή αφετηρία ευκαιριών και δυνατοτήτων. Δεύτερον, δεν αρκεί μόνο η κατασταλτική αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων (ανισότητες) της λειτουργίας της αγοράς αλλά η πρόληψή τους. Συγκεκριμένα, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός νέου «πλαισιωμένου φιλελευθερισμού» που να διασφαλίζει την αποτελεσματικότερη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ώστε να αποτρέπονται καταστροφικές κρίσεις όπως αυτή του 2007/8, την αυστηρή ρύθμιση της αγοράς κατοικίας, ώστε να προστατεύονται τα νοικοκυριά από την κούρσα ανόδου των τιμών από τις διάφορες φούσκες, την ενεργητικότερη ρύθμιση της αγοράς εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο επανεκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού, και την βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης, ώστε να εγκαταλειφτεί η προσήλωση στην «αξία του μετόχου», που κατευθύνει τα εταιρικά κέρδη στην διανομή υψηλών μερισμάτων και μπόνους σε μετόχους και ανώτατα διευθυντικά στελέχη.

Συμπερασματικά, η επιβίωση του κοινωνικού κράτους συνδέεται άμεσα με την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής, του αισθήματος του συνανοίκειν σε μια ανοικτή πλην συνεκτική πολιτική κοινότητα και εν τέλει, με την καλλιέργεια μιας νέας ηθικής της ευθύνης μεταξύ των πολιτών και των γενεών που απαρτίζουν κάθε έθνος. Συνεπώς, οι παραπάνω προϋποθέσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Άντριου Γκάμπλ, τα βασικά κριτήρια με βάση τα οποία οι εθνικές κυβερνήσεις οφείλουν αντιμετωπίσουν τα κρίσιμα διλήμματα που προκύπτουν υπό το φως των νέων δεδομένων σε παγκόσμιο επίπεδο. Διότι το κοινωνικό κράτος αποτελεί πάνω από όλα, σημαντικό εξελικτικό στάδιο στον ιστορικό αγώνα των κοινωνιών -η διπλή κίνηση κατά Πολάνυι- για την διαρκή επέκταση των δικαιωμάτων του πολίτη σε όλα τα μέλη μιας πολιτικής κοινότητας. Με την επιπλέον ιδιαιτερότητα όμως, ότι η σύγχρονη μάχη για κοινωνική δικαιοσύνη πλέον δεν περιορίζεται μεταξύ των παρόντων μελών του κοινωνικού σώματος αλλά επεκτείνεται (και) ανάμεσα στην παρούσα γενιά και τις επερχόμενες.

References

Epsing-Andersen Gosta, Gallie Duncan, Hemerijk Anton , Myers John,  Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό κράτος (μτφ. Χαράλαμπος Οικονόμου), 2006, Αθήνα: Διόνικος,

Streeck Wolfgang, ‘The Rise of the European Consolidation State’, MPIfG Discussion Paper 15/1

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*