Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο των Dustmann Christian, Eichengreen Barry, Otten Sebastian, Sapir André, Tabellini Guido, Zoega Gylfi, Europe’s trust deficit: Causes and remedies, Monitoring International Integration 1, 2017, CEPR Press, pp. 94

Το ζήτημα της επαρκούς νομιμοποίησης των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (E.E.) δεν ενέσκηψε μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2007/8. Η συζήτηση σχετικά με το δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε. ήταν ζωηρή πολύ πιο πριν η παγκόσμια οικονομία, προφανώς και η ευρωπαϊκή, βρεθούν εν μέσω σοβαρών κλυδωνισμών. Ο -διακυβερνητικός- τρόπος αντιμετώπισης της ευρωπαϊκής κρίσης συνεπώς, ήρθε να αναδείξει ακόμα περισσότερο τις προβληματικές εκφάνσεις του ελλείμματος δημοκρατικής νομιμοποίησης, λαμβανομένου υπόψη και ενός νέου αστάθμητου παράγοντα που έκανε δυναμικά την εμφάνισή του: του λαϊκισμού.

Στην Έκθεση του Κέντρου Ερευνών για την Οικονομική Πολιτική (CEPR) αναζητώνται τα αίτια που συνέβαλαν στη διόγκωση του ελλείμματος εμπιστοσύνης στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες γενικά και, ειδικότερα, στην επακόλουθη μείωση της εκλογικής υποστήριξης στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, γεγονός που συνδέεται άμεσα και με την αυξανόμενη δυσπιστία στους θεσμούς της Ε.Ε. Τούτων δοθέντων, η βασική υπόθεση εργασίας σχετίζεται με το εάν και κατά πόσον η μείωση της εμπιστοσύνης στα εγχώρια και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο του λαϊκισμού. Τα δεδομένα στα οποία βασίζονται τα αποτελέσματα της Έκθεσης του CEPR είναι παρμένα από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα (European Social Survey) σχετικά με την εμπιστοσύνη στα εθνικά κοινοβούλια και την Ε.Ε. Με αυτόν τον τρόπο, καθίσταται εφικτό να εντοπιστούν αφενός μεν τα οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, σε ατομικό επίπεδο (individual level), των εκλογέων που τάσσονται υπέρ των λαϊκιστικών κομμάτων. Αφετέρου δε, η Έκθεση περιλαμβάνει και εκλογικά δεδομένα για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που καταγράφονται σε περιφερειακό επίπεδο (regional level), έτσι ώστε να εντοπιστούν οι παράγοντες εκείνοι που συνδέονται με την εξέλιξη της εκλογικής επιρροής των παραδοσιακών -φιλοευρωπαϊκών ως επί το πλείστον- πολιτικών κομμάτων στις δημοκρατίες των κρατών-μελών.

Ο συγκερασμός και η εξέταση των χαρακτηριστικών των εκλογέων σε ατομικό επίπεδο και της εκλογικής συμπεριφοράς σε περιφερειακό μάς επιτρέπει να παραμερίσουμε, σε κάποιο βαθμό, την σπουδαιότητα της οικονομικής κρίσης, ως κύριας αιτίας ανόδου του λαϊκισμού.  Περαιτέρω, η Έκθεση του CEPR επισημαίνει μια σειρά άλλων -ατομικών και μη- παραγόντων όπως η ηλικία, το εκπαιδευτικό επίπεδο και η πολιτική κουλτούρα (αυταρχική ή φιλελεύθερη), που καθορίζουν και αυτοί την εκλογική προτίμηση των πολιτών. Συνεπώς, ένα σημαντικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι συγγραφείς της Έκθεσης είναι ότι η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης μπορεί να αποτελεί αναγκαία αλλά όχι και επαρκή συνθήκη για την αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα παραδοσιακά κόμματα των εθνικών πολιτικών συστημάτων.

Α) Οι όψεις του σύγχρονου λαϊκισμού

Ο λαϊκισμός ορίζεται βασικά, σύμφωνα πάντοτε με τους συγγραφείς, ως μια πολιτική τάση που χαρακτηρίζεται από την εχθρότητα προς τις πάσης φύσεως ελίτ, ενέχει αυταρχικά και  εθνικιστικά στοιχεία, ενώ οι ρίζες της εντοπίζονται στην οικονομική ανασφάλεια και τις πολιτικές των ταυτοτήτων. Παρά τα κοινά αυτά χαρακτηριστικά, οι λαϊκιστές έχουν και ορισμένες αποκλίσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες που επιλέγουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, επιδιώκουν να επιτρέψουν στους «απλούς» ανθρώπους να εκφράσουν τη θέλησή τους απευθείας μέσω δημοψηφισμάτων («άμεση» δημοκρατία). Η εναλλακτική λύση για περισσότερη δημοκρατία, που συνδέεται επίσης με τον λαϊκισμό, είναι η … λιγότερη δημοκρατία. Ο λαϊκισμός δηλαδή συνδέεται μερικές φορές με τις αυταρχικές πολιτικές πρακτικές ενός χαρισματικού ηγέτη, που θεωρεί ότι κατατροπώνει τις ελίτ, ασκώντας την εξουσία δίχως θεσμικά αντίβαρα, ελέγχους και ισορροπίες. Η αυταρχική παραλλαγή του λαϊκισμού είναι από την φύση της εχθρική και διαβρωτική των δημοκρατικών θεσμών, αυξάνοντας υπέρμετρα τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας επί της νομοθετικής εξουσίας, των δικαστηρίων, του Τύπου, της κοινωνίας των πολιτών κτλ.

Ένα πρόσθετο στοιχείο του λαϊκισμού είναι η συγκρότησή του γύρω από την «πολιτική των ταυτοτήτων»: η τάση των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης θρησκείας, φυλής, κοινωνικής προέλευσης ή οικονομικής τάξης να σχηματίζουν μια συνεκτική πολιτική συμμαχία. Η σύνδεση του λαϊκισμού με τον εθνικισμό στοχεύει στη διασφάλιση των συνόρων της χώρας απέναντι στις εξωτερικές απειλές, τους μετανάστες και εν γένει τους αλλοδαπούς. Επεκτείνεται επίσης προς τους διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι θεωρούνται ότι θέτουν σε κίνδυνο την εθνική αυτονομία και κυριαρχία. Τέλος, ο λαϊκισμός διακρίνεται από τις οικονομικές πολιτικές που υιοθετεί. Μεταξύ άλλων, οι λαϊκιστές ηγέτες επιδιώκουν, τουλάχιστον θεωρητικά, να αναδιανείμουν τον πλούτο των ελίτ υπέρ του λαού. Υπόσχονται αναπτυξιακές πολιτικές, υψηλότερους μισθούς και εκτεταμένα κοινωνικά προγράμματα, συχνά χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου πληρωμών. Τέλος, ο λαϊκισμός συνδέεται με τον οικονομικό και ειδικότερα τον εμπορικό προστατευτισμό, με χαρακτηριστικό και πιο πρόσφατο παράδειγμα τη δασμολογική πολιτική του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Β) It’s the Economy, Stupid (;)

Η φράση «Είναι η οικονομία, ηλίθιε», η οποία ειπώθηκε από τον επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας του Μπίλ Κλίντον, Τζέιμς Κάρβιλ, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας το 1992, απέδωσε εύστοχα τον καταλυτικό ρόλο των οικονομικών ζητημάτων στην απόφαση των εκλογέων. Η πτώση των οικονομικών δεικτών αποτελεί μετά το 2008 μία από τις κύριες αιτίες για την άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων. Εντούτοις, ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα της Έκθεσης του CEPR έγκειται στο ότι οι δυσμενείς μακροοικονομικές ανισορροπίες μπορεί να εξηγούν σημαντικό μέρος της παρατηρούμενης μείωσης της εμπιστοσύνης στα εθνικά κοινοβούλια, εξηγούν όμως σε πολύ μικρότερο ποσοστό τη διακύμανση στην εκλογική υποστήριξη των κομμάτων που τάσσονται υπέρ ή κατά της Ε.Ε. Με άλλα λόγια, η οικονομική κρίση φαίνεται πως επιδρά αρνητικά περισσότερο στην εμπιστοσύνη προς το εγχώριο πολιτικό σύστημα παρά προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Συγκεκριμένα, κατά μέσο όρο για όλες τις χώρες της Ε.Ε των 15, η εκλογική στήριξη στα φιλοευρωπαϊκά κόμματα που συμμετείχαν στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν υψηλή (περίπου 70%) κατά την περίοδο 1999-2009, αν και  επήλθε σημαντική μείωση κατά τις εκλογές του 2014 (60%). Μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, η στήριξη στα κόμματα που τάχθηκαν υπέρ της Ε.Ε ήταν σταθερά χαμηλότερη από την αντίστοιχη του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ποτέ δεν υπερέβη το 50%.

Σε ορισμένες άλλες χώρες (Βέλγιο, Γερμανία και Ισπανία), αντίθετα, η στήριξη για τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα δεν έπεσε ποτέ κάτω από το 80% σε ολόκληρη την περίοδο 1999-2014. Σε άλλες χώρες επίσης (Πορτογαλία, Φινλανδία, Δανία και Γαλλία), το ποσοστό των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων παρέμεινε σταθερά πάνω από το 60%.

Το πρώτο συμπέρασμα που απορρέει από τα παραπάνω είναι ότι η εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (σε σύγκριση με την εμπιστοσύνη στα εθνικά κοινοβούλια) και το ποσοστό εκλογικής στήριξης των πολιτών στις ευρωεκλογές υπέρ των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων κυμαίνονται σε υψηλά επίπεδα. Άρα, δεν υπάρχει κάποια υπαρξιακή απειλή για την ουσιαστική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειδικότερα, λόγω του ότι οι μακροοικονομικές διαταραχές ήταν ισχυρότερες στη Νότια Ευρώπη σε σύγκριση με τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, της Σκανδιναβίας και του Αγγλοσαξονικού χώρου, οι οικονομικές δυσκολίες είχαν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες απώλειες για τα παραδοσιακά  κόμματα κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και λιγότερο στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η ένταξη σε πρόγραμμα του ΔΝΤ καθιστά ακόμη πιο ισχυρή την μείωση της εκλογικής επιρροής των παραδοσιακών κομμάτων. Οι συγγραφείς της Έκθεσης, διαπιστώνουν επίσης ότι στη Δυτική Ευρώπη τα νεοπαγή ριζοσπαστικά κόμματα (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ και Podemos) ωφελήθηκαν περισσότερο από την κρίση. Η μελέτη αυτή επιβεβαίωσε αποτελέσματα προηγούμενων ερευνών, τα οποία εντόπισαν σε δείγμα 42 εκλογικών αναμετρήσεων σε 28 χώρες του ΟΟΣΑ, πριν και μετά την κρίση, ότι η αύξηση του ΑΕΠ κατά 1% συνεπάγεται αύξηση κατά 1,2% της εκλογικής επιρροής των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας.

Ο οικονομικός παράγοντας όμως δεν αρκεί για να εξηγηθεί πλήρως η ψήφος προς τα λαϊκιστικά κόμμα. Η πολιτική κουλτούρα και άλλα ατομικά χαρακτηριστικά των εκλογέων επεξηγούν και αυτά με τη σειρά τους τις νέες εκλογικές τάσεις. Συγκεκριμένα, μπορεί οι δυσμενείς μακροοικονομικές διαταραχές να έχουν μειώσει την εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γενικά, εντούτοις αυτό συνέβη περισσότερο σε περιοχές με πιο αυταρχικά και παραδοσιακά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Η ηλικία και η εκπαίδευση αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες τόσο για την εμπιστοσύνη στα εθνικά κοινοβούλια όσο και για την υποστήριξη της Ε.Ε. εν γένει. Οι γηραιότερες ηλικιακές ομάδες και τα λιγότερο μορφωμένα άτομα έχουν μικρότερη εμπιστοσύνη στα κοινοβούλια και υποστηρίζουν λιγότερο την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το συμπέρασμα αυτό είναι σημαντικό, διότι αναιρεί το επιχείρημα ότι οι μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες διατηρούν άσβεστες τις μνήμες του ολοκληρωτισμού πριν από την ίδρυση της Ενωμένης Ευρώπης και ως εκ τούτου, τάσσονται υπέρ της περεταίρω εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Απεναντίας, οι νεότερες γενιές είναι εκείνες που διάκεινται ευνοϊκότερα στην Ε.Ε. Άρα, η «γενιά του Erasmus» είναι αναφανδόν πιο φιλοευρωπαϊκή από την μεταπολεμική γενιά. Επιπλέον, οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που συμμετέχουν στην έρευνα, ο πολιτιστικός παράγοντας και η αυταρχική πολιτική κουλτούρα -πολιτισμική αντίδραση κατά των προοδευτικών αξιών- διαδραματίζουν από δύο έως πέντε φορές πιο σημαντικό ρόλο από τον οικονομικό παράγοντα, ιδιαίτερα στους λιγότερο μορφωμένους πολίτες. Με άλλα λόγια, η ίδια αρνητική οικονομική κατάσταση μπορεί να ενεργοποιήσει διαφορετικές εκλογικές συμπεριφορές και τάσεις υπέρ ή κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ανάλογα με το είδος της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας, αυταρχικής ή φιλελεύθερης, που επικρατεί σε κάθε χώρα.

Από εκεί και πέρα, η υποστήριξη ή μη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σχετίζεται και με το βαθμό ικανοποίησης από το εγχώριο πολιτικό σύστημα. Οι νοτιοευρωπαίοι έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη στους εγχώριους πολιτικούς θεσμούς, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί από την χαμηλή ποιότητα των κυβερνητικών θεσμών σε σύγκριση με τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε, ενώ το αντίθετο ισχύει στη Βόρεια Ευρώπη. Στον Βορρά, η εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι μικρότερη από την εμπιστοσύνη στα εθνικά κοινοβούλια για όλη την περίοδο 2002-2014. Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών: Σε ορισμένες χώρες (Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο), η εμπιστοσύνη στο εθνικό κοινοβούλιο ήταν σταθερά υψηλότερη από την εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σε άλλες χώρες (Γερμανία και Κάτω Χώρες) όμως, η εμπιστοσύνη στην το εθνικό κοινοβούλιο ήταν σταθερά χαμηλότερη από την εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά αυτό άλλαξε κατά τη διάρκεια της κρίσης στη ζώνη του ευρώ (το 2012 και το 2014).

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί μια sui generis περίπτωση. Είναι η μόνη χώρα (στο σύνολο των 15 κρατών-μελών της Ε.Ε.) όπου η εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι σταθερά χαμηλότερη από την εμπιστοσύνη στο εθνικό κοινοβούλιο και όπου η εκλογική στήριξη στα φιλοευρωπαϊκά κόμματα είναι σημαντικά χαμηλότερη από τον γενικό μέσο όρο. Συνεπώς, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η χώρα που υποστηρίζει λιγότερο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Από την άλλη πλευρά, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, καθώς επίσης το Βέλγιο και η Γαλλία, εμπιστεύονται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο περισσότερο από το εγχώριο. Σε άλλες χώρες, η εμπιστοσύνη στο εθνικό κοινοβούλιο ήταν σταθερή χαμηλότερη από την εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σε μερικές από αυτές (Ελλάδα, Ισπανία, Ιρλανδία, Ιταλία και Πορτογαλία), η εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν στην πραγματικότητα πολύ υψηλότερη από την εμπιστοσύνη στο εθνικό κοινοβούλιο, αν και κατακρημνίστηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης στην ευρωζώνη.

Τα συμπεράσματα αυτά είναι σύμφωνα και με τα πορίσματα άλλων ερευνών σχετικά με την ποιότητα διακυβέρνησης και τη λειτουργία των εγχώριων πολιτικών θεσμών. Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης έχουν γενικά υψηλότερες επιδόσεις, συγκριτικά με τις χώρες της Νότιας Ευρώπης. Ως εκ τούτου, οι διαφορές στην ποιότητα διακυβέρνησης αντικατοπτρίζονται στα διαφορετικά επίπεδα της εμπιστοσύνης των πολιτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, με το σκεπτικό ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν ορισμένες από τις αδυναμίες των εθνικών διοικητικών συστημάτων.

Το συνολικό συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι οι βελτιωμένες μακροοικονομικές συνθήκες θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τα εθνικά πολιτικά όργανα και (σε ​​μικρότερο βαθμό) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά από μόνες τους δεν θα κάνουν μεγάλη διαφορά στην αύξηση της πολιτικής στήριξης της Ε.Ε. Τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι η εγκατάλειψη της Ε.Ε. δεν ήταν η πρώτη επιλογή των ευρωπαίων πολιτών ακόμη και το 2014, όταν πολλοί δείκτες οικονομικής άγγιξαν το ναδίρ. Στο πλαίσιο αυτό, το Brexit είναι ένα μοναδικό γεγονός που είναι απίθανο να επαναληφθεί, σύμφωνα με τους συγγραφείς, σε άλλα κράτη-μέλη.

Γ) Το διακύβευμα της νομιμοποίησης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος

Τελικά, είναι η Ε.Ε. -επαρκώς- δημοκρατικά νομιμοποιημένη; Εξαιτίας του ότι η Ε.Ε αποτελεί μια sui generis κρατική οντότητα, η απάντηση γύρω από αυτό το ερώτημα διαφέρει ανάλογα με τα κανονιστικά κριτήρια αξιολόγησης της νομιμοποίησης που υιοθετεί κανείς. Ορισμένοι θεωρητικοί επικεντρώνονται κυρίως στην ποιότητα των διαδικασιών της διακυβέρνησης της Ε.Ε, όπως είναι τα ζητήματα της εξουσιοδότησης, της εκπροσώπησης και της λογοδοσίας (throughput legitimacy). Άλλοι ενδιαφέρονται περισσότερο για την ποιότητα των αποτελεσμάτων και κρίνουν το βαθμό νομιμοποίησης κυρίως με βάση τα αποτελέσματα των πολιτικών (output legitimacy). Μια τρίτη κατηγορία εστιάζει στο κατά πόσον υπάρχει ενεργός συμμετοχή του πολίτη στις αποφάσεις που παράγει η Ε.Ε, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά τους (input legitimacy). Στις «καλές» εποχές, η αποτελεσματικότητα των οικονομικών κυρίως πολιτικών της Ε.Ε εξασφάλιζε την κύρια πηγή νομιμοποίησης, κρύβοντας κάτω από το χαλί τα προβλήματα λογοδοσίας και συμμετοχής των πολιτών στην λήψη των αποφάσεων. Η οικονομική και η μεταναστευτική κρίση όμως, κατέδειξαν εμφατικά ότι τα προβλήματα αυτά δεν είναι πλέον δυνατόν να παρακάμπτονται. Η διακυβερνητική λήψη κρίσιμων αποφάσεων και η παγίωση του καλούμενου μοντέλου του «εκτελεστικού φεντεραλισμού» (executive federalism), συνεπάγεται ότι παρά την παραχώρηση εξουσιών από τα κράτη-μέλη στους υπερεθνικούς θεσμούς, ο ουσιαστικός πολιτικός έλεγχος παραμένει στα χέρια των κρατών-πιστωτών της Ε.Ε., ενώ η επιτήρηση λαμβάνει χώρα μέσω αποπολιτικοποιημένων και τεχνοκρατικών οργάνων, υπονομεύοντας με αυτόν τον τρόπο την προώθηση δημοκρατικών διαδικασιών λήψης των αποφάσεων στις χώρες της περιφέρειας (Habermas 2011). Συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι ότι η Ε.Ε εμφανίζει πλέον ένα πολλαπλό έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης καθώς, εκτός των παραδοσιακών αδυναμιών στο πεδίο της λογοδοσίας και της συμμετοχής, η παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα των χωρών του Νότου υποσκάπτει και τη νομιμοποίηση μέσω των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, η αμφιθυμία και οι εσωτερικές διαιρέσεις, αναφορικά με το μεταναστευτικό, οδηγούν σε περαιτέρω απονομιμοποίηση -και στα μάτια των βορειοευρωπαίων- το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Βεβαίως, υπάρχει και η άλλη άποψη που υποστηρίζει πως το δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε αποτελεί απλώς ένα «μύθο», επειδή η σύγκριση γίνεται συνήθως με μια ιδεατή κοινοβουλευτική δημοκρατία. Για έγκυρους, δίχως άλλο, μελετητές (Moravcsik 2016), η Ε.Ε αποτελεί μια καθ’ όλα δημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική υπόσταση, διότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις γι αυτό: τα θεσμικά της όργανα περιορίζονται στενά από συνταγματικούς ελέγχους και ισορροπίες, διαθέτουν περιορισμένες εντολές, δημοσιονομικά όρια, προβλέπονται υπερπλειοψηφικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διαχωρισμός των εξουσιών.

Στο πλαίσιο αυτό, η Έκθεση του CEPR αποπειράται τέλος να δώσει κάποιες κατευθύνσεις, με τελικό σκοπό την αντιστροφή της τάσης απονομιμοποίησης των ευρωπαϊκών θεσμών. Οι όποιες λύσεις βέβαια θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τις αιτίες του προβλήματος. Οι συγγραφείς της Έκθεσης, όπως είδαμε, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι μόνο οι οικονομικές αντιξοότητες που ενδυναμώνουν τον λαϊκισμό αλλά και οι πολιτισμικοί παράγοντες κάθε χώρας ευνοούν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τους λαϊκιστές. Ενώ η οικονομία αφορά κυρίως την νομιμοποίηση μέσω των αποτελεσμάτων, οι πολιτισμικοί παράγοντες, που σχετίζονται με ζητήματα εθνικής ταυτότητας, συνδέονται άρρηκτα με την νομιμοποίηση μέσω των διαδικασιών και της συμμετοχής των πολιτών στις αποφάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων. Οι πολίτες και οι ψηφοφόροι θέλουν δηλαδή μια Ε.Ε. που, μαζί με τις εθνικές κυβερνήσεις, προσφέρει παγκόσμια δημόσια αγαθά όπως η ασφάλεια, προστατεύοντας παράλληλα την εθνική ταυτότητα.

Παρά ταύτα, η νομιμοποίηση μέσω της συμμετοχής (input legitimacy) είναι αδύναμη, διότι η Ε.E δεν διαθέτει δύο βασικές προϋποθέσεις, σύμφωνα με το μοντέλο της διαβουλευτικής δημοκρατίας που προτείνει ο Γιούργκεν Χάμπερας: μια ενιαία συλλογική ταυτότητα και έναν ευρωπαϊκό δήμο (Χάμπερμας 2012). Μια ευρωπαϊκή ταυτότητα, υπό το ευνοϊκότερο σενάριο, θα πάρει αρκετό χρόνο για να αναπτυχθεί. Έως ότου συμβεί αυτό, θα υπάρξει αντίσταση στη μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα εθνικά κοινοβούλια στα πολιτικά θεσμικά όργανα της Ε.Ε.

Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση μέσω των αποτελεσμάτων είναι σημαντικότερη, ως βραχυπρόθεσμος τουλάχιστον στόχος. Προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, θα πρέπει να προσφέρει αποτελεσματικότερες πολιτικές τόσο σε οικονομικά θέματα όσο και σε ζητήματα μετανάστευσης, τρομοκρατίας και κλιματικής αλλαγής. Στο πλαίσιο αυτό, οι συγγραφείς της Έκθεσης δίνουν ιδιαίτερη βάση στη διεύρυνση της Ενιαίας Αγοράς και ειδικότερα, στην εμβάθυνση στον τομέα της ενιαίας ψηφιακής αγοράς και την δημιουργία μιας ενιαίας κεφαλαιαγοράς. Παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός της Ε.Ε είναι εξαιρετικά μικρός, αντιστοιχώντας περίπου στο 1% του ΑΕΠ της Ε.Ε, οι συγγραφείς τονίζουν ότι οι ευρωπαϊκές δαπάνες πρέπει να επικεντρωθούν σε τομείς που ευνοούν τις οικονομίες κλίμακας και πολλαπλασιάζουν τις διασυνοριακές επιπτώσεις. Η έρευνα, η καινοτομία και ορισμένες κατηγορίες δημόσιων υποδομών αποτελούν παραδείγματα τα οποία προσφέρουν επίσης τη δυνατότητα αύξησης της παραγωγικότητας. Επιπρόσθετα, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, που χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε, μπορεί να συμβάλλει στην επανακατάρτιση των εργαζομένων, όπως επίσης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, το οποίο χρηματοδοτείται επίσης από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε, μπορεί να βοηθήσει τους εργαζόμενους που χάνουν τη δουλειά τους ως αποτέλεσμα των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών που συνδέονται με την τεχνολογία και την παγκοσμιοποίηση. Τέλος, το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ), το οποίο θα τεθεί σε ισχύ το 2021, προσφέρει μια ευκαιρία να επεκταθούν οι ευρωπαϊκές δαπάνες και σε μη οικονομικές περιοχές πολιτικής  (ιδίως άμυνα, ασφάλεια, μετανάστευση και διαχείριση των συνόρων).

Συνολικά, οι συγγραφείς βρίσκονται πιο κοντά στην άποψη περί ενός «αποκεντρωμένου φεντεραλισμού» -σε αντίθεση με τον προαναφερθέντα «εκτελεστικό φεντεραλισμό»-, σύμφωνα με τον οποίο απαιτείται αφενός μεν μια κεντρική συγκέντρωση ορισμένων νέων πολιτικών (για παράδειγμα, μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για τους πρόσφυγες ή μια κοινή αμυντική δομή), επιτρέποντας ταυτόχρονα την μεγαλύτερη αποκέντρωση και ευελιξία σε άλλους τομείς (όπως επιλογές μακροοικονομικής πολιτικής και ορισμένους άλλους τομείς πολιτικής στους οποίους οι διασυνοριακές επιπτώσεις είναι περιορισμένες). Η συγκεκριμένη άποψη αντιτάσσεται επίσης και σε μια άκρατη λογική που υπερασπίζεται την «περισσότερη Ευρώπη» σε όλους τους τομείς πολιτικής. Όπως υποστηρίζει και ο Μπάρι Άιχενγκριν (βλέπε στο Populist Temptation), όπου οι διασυνοριακές επιπτώσεις (spillover effects) είναι αδύναμες αλλά υπάρχουν ισχυρές εθνικές διαφορές σε επίπεδο προτιμήσεων (preferences) και στόχων, τότε η «λιγότερη Ευρώπη» είναι η καταλληλότερη επιλογή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα περιορισμένων διασυνορικών επιπτώσεων είναι η ίδια η ευρωζώνη. Συγκεκριμένα, τα αυξανόμενα ελλείμματα των χωρών του Νότου δεν προκάλεσαν τις υποτιθέμενες αυτόματες διασυνοριακές επιπτώσεις -άνοδο της ζήτησης και του πληθωρισμού- στις οικονομίες του Βορρά. Αντιθέτως, η υπερχρέωση ορισμένων χωρών προκάλεσε μια γενικευμένη αύξηση των επιτοκίων που κατέληξε σε μια πανευρωπαϊκή κρίση χρέους. Με αυτόν τον τρόπο, απαλείφθηκαν εν τέλει τα όποια αντισταθμιστικά οφέλη θα προέκυπταν -σε θεωρητικό πάντα επίπεδο- από την αποκατάσταση του εμπορικού ισοζυγίου μεταξύ ελλειμματικών και πλεονασματικών οικονομιών. Ως εκ τούτου, η τελική επιβίωση της ευρωζώνης δεν αποτελεί επαρκές -αν και είναι αναγκαίο- επιχείρημα για την υποστήριξη της άποψης περί «περισσότερης Ευρώπης», διότι η διαφύλαξη του ενιαίου νομίσματος δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέσο προς την επίτευξη ενός ευρύτερου σκοπού (πολιτική ενοποίηση, οικονομική σύγκλιση κ.α).

Άλλο ένα παράδειγμα το οποίο αποδεικνύει την ταυτόχρονη συνύπαρξη αποκλινουσών εθνικών επιδιώξεων και περιορισμένων διασυνοριακών επιπτώσεων είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Δεν υπάρχει τίποτε πιο κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητο από την επιλογή του ποιου, του πώς και του πόσο κάθε κράτος επιλέγει να φορολογήσει, για να χρηματοδοτήσει της κρατικές του δαπάνες.  Την ίδια στιγμή, η ενιαία εποπτεία και ο έλεγχος του ύψους των κρατικών ελλειμμάτων από την Επιτροπή υποτίθεται ότι διεξάγεται στο όνομα της συγκράτησης του πληθωρισμού. Η κρίση όμως κατέδειξε, με τον εμφατικότερο τρόπο, ότι δεν υπάρχουν τέτοιου είδους διασυνοριακές επιπτώσεις στο μέτρο που τα κρατικά ελλείμματα των ευρωπαϊκών οικονομιών όχι μόνο δεν συνεπάγονται αύξηση του πληθωρισμού αλλά οδηγούν και σε αποπληθωρισμό. Τούτο συμβαίνει για τον πολύ απλό λόγο ότι ο δανεισμός των κρατών-μελών δεν γίνεται μέσω της έκδοσης νέου χρήματος από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες αλλά κατά βάση μέσω εξωτερικού δανεισμού. Αλλά και σε περίπτωση εσωτερικού δανεισμού, το κράτος δανείζεται σε ένα νόμισμα (ευρώ) το οποίο ελέγχεται αποκλειστικά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο δανεισμός γίνεται ουσιαστικά σε «ξένο» νόμισμα.

Συμπερασματικά, η Έκθεση του CERP θέτει το ζήτημα της νομιμοποίησης της θεσμικής λειτουργίας της Ε.Ε με έναν πολύπλευρο τρόπο. Η οικονομική κρίση, η προστασία της εθνικής ταυτότητας, η μετανάστευση και τα ατομικά χαρακτηριστικά των εκλογέων που πλήττονται από τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης αποτελούν, η κάθε μια, ξεχωριστά κρίσιμες όψεις για την εξέταση και ερμηνεία της ανόδου του λαϊκισμού. Οι πολιτικές των ταυτοτήτων διαπλέκονται με -και ενεργοποιούνται από- την οικονομική κρίση, ενώ και οι αρνητικές μακροοικονομικές επιδόσεις των εθνικών οικονομιών διαθλώνται διαφορετικά μέσα από το πρίσμα των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και των ξεχωριστών ειδών πολιτικής κουλτούρας. Όλες αυτές οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες συντείνουν στην ανάγκη θωράκισης της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ε.Ε. Η απάντηση, βέβαια, στο εάν η υπέρβαση του δημοκρατικού ελλείμματος απαιτεί «περισσότερη» ή «λιγότερη» Ευρώπη πρέπει να δοθεί βάσει των ρεαλιστικών προοπτικών για το μέλλον της ενοποίησης. Τούτο συνεπάγεται ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο ο βαθμός των διασυνοριακών επιπτώσεων κάθε πολιτικής, σε συνάρτηση πάντοτε με τον βαθμό απόκλισης ή σύγκλισης των εθνικών προτιμήσεων. Κάθε άλλη επιλογή που βασίζεται σε μια ιδεατή πραγματικότητα -όπου συγχέονται τα μέσα και οι σκοποί- είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα επαναλάβει τα καταστατικά λάθη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης:  χώρες που δεν αποτελούσαν πολιτική ένωση (σκοπός) και οι οποίες πληρούσαν μόνο μερικώς κάποια συγκεκριμένα οικονομικά κριτήρια συγκρότησαν μια προβληματική νομισματική Ένωση (μέσο), η λειτουργία -και εν τέλει η επιβίωση- της οποίας στη συνέχεια κατέληξε να υποκαταστήσει πλήρως τον αρχικό σκοπό (πολιτική ένωση).

 

References

Habermas Jürgen, “Europe’s Post-Democratic Era”, The Guardian, 10 November 2011

Hix Simon, “Decentralised federalism: A new model for the EU” in Brexit and Beyond: Rethinking the Futures of Europe (eds Martill Benjamin & Staiger Uta), 2018, London: UCL Press

Moravscik Andrew, “El Mito Del ‘Déficit Democrático’ De Europa” in La Unidad Europea: Aproximaciones a la Historia de la Europa Comunitaria (eds Forner Salvador & Senante Heidy-Cristina), 2016,  Alicante-España: Publicaciones de la Universidad de Alicante

Χάμπερμας Γιούργκεν, Για ένα Σύνταγμα της Ευρώπης (β’ έκδοση, μτφ. Τριανταφύλλου Σώτη), 2012, Αθήνα: Πατάκη

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*