Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Barry Eichengreen, The Populist Temptation: Economic Grievance and Political Reaction in the Modern Era, 2018, New York: Oxford University Press, pp. 244

Ο Μπάρι Άιχενγκριν αποπειράται να εντοπίσει τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται και ενδυναμώνεται το φαινόμενο του λαϊκισμού, αναζητώντας επίσης αποτελεσματικά οικονομικά και ευρύτερα πολιτικά μέτρα αντιμετώπισής του. Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λαϊκισμός ενεργοποιείται λόγω της οικονομικής ανασφάλειας και της υπονόμευσης της εθνικής ταυτότητας, σε συνδυασμό με την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτές τις απειλές. Ως εκ τούτου, για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι κρίσιμης σημασίας η διασφάλιση των χαμένων της παγκοσμιοποίησης, μέσω της κοινωνικής προστασίας, της προνοιακής κάλυψης και των προγραμμάτων επιμόρφωσης και επανακατάρτισης των ανέργων, ώστε να επανενταχτούν στην αγορά εργασίας, όπου αυτό είναι εφικτό.

Η μελέτη του Άιχενγκριν εμπίπτει στο υπερσύνολο των αναλύσεων εκείνων που εξετάζουν τον λαϊκισμό υπό το πρίσμα κυρίως της «ζήτησης» παρά της «προσφοράς». Η ζήτηση συνεπάγεται την έμφαση στις σύγχρονες -αναπάντητες- προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης που γεννούν πολλαπλές ανισότητες στις δυτικές οικονομίες, η αποκατάσταση των οποίων αποτελεί το βασικό αίτιο αλλά και ζητούμενο της ψήφου των χαμένων της παγκοσμιοποίησης προς τα λαϊκιστικά κόμματα. Συνεπώς, ο Άιχενγκριν αποδίδει μικρότερη έμφαση στην πλευρά της προσφοράς του λαϊκισμού, χωρίς διόλου να παραγνωρίζει βεβαίως τον ρόλο του πολιτικού στυλ από το οποίο και μέσω του οποίου τυποποιείται και διακρίνεται ο -κατά Μαξ Βέμπερ- χαρισματικός τύπος ηγεσίας των λαϊκιστών.

Επιπλέον, η συγκεκριμένη -οικονομική- προσέγγιση διαφέρει από άλλες μη οικονομικές αναλύσεις του φαινομένου του λαϊκισμού: Πρώτον, από τις μελέτες πολιτικών επιστημόνων που επικεντρώνονται μεν στην πλευρά της ζήτησης, δίνουν όμως έμφαση στα νέα κοινωνικά αιτήματα, όπως αυτά ομαδοποιούνται υπό την ομπρέλα των ταυτοτικών ζητημάτων (identity politics). Ο Άιχενγκριν, χωρίς να απορρίπτει την ύπαρξη αυτών των νέου τύπου κοινωνικών διεκδικήσεων, υποστηρίζει ότι τα ταυτοτικά ζητήματα, που λανθάνουν πάντοτε σε ένα πλουραλιστικό περιβάλλον, εγείρονται με οξύτερο τρόπο, μόνο όταν το οικονομικό περιβάλλον είναι ζοφερό.

Δεύτερον, η οικονομική ανάλυση του λαϊκισμού, γενικά, διαφέρει και από μια αμιγώς λόγο-αναλυτική -και ως εκ τούτου προερχόμενη από την πλευρά της προσφοράς προσέγγιση-, με κυρίαρχη αυτή της Σχολής του Essex, η οποία προσεγγίζει τον λαϊκισμό πρωτίστως ως μορφή πολιτικού λόγου και ως ένα δίκτυο νοήματος που συγκροτεί πολιτικές ταυτότητες.

Α) Τα κύρια στοιχεία του λαϊκισμού

Ο λαός και οι ελίτ, σύμφωνα με τους Μούντε και Καλτβάσερ, έγκυρους μελετητές του φαινομένου, δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένοι για τον λαϊκισμό. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί τόσο μια συνεκτική ιδεολογική παράδοση όσο ένα σύνολο ιδεών που εμφανίζεται σε συνδυασμό με αρκετές διαφορετικές και μερικές φορές αντικρουόμενες ιδεολογικές αφετηρίες. Οι αβαθείς ιδεολογίες όπως ο λαϊκισμός, προσκολλώνται σε άλλες ιδεολογίες. Με βάση αυτούς τους δομικούς επιστημολογικούς περιορισμούς, ο Άιχενγκριν αφήνει κατά μέρος τις θεωρητικές αναζητήσεις και αντί για έναν γενικό ορισμό του φαινομένου, εντοπίζει τρία βασικά χαρακτηριστικά του: Σύμφωνα με αυτά, ο λαϊκισμός μπορεί να ειδωθεί ως α) μια συγκεκριμένη οπτική και θεώρηση της κοινωνίας, β) ένα πολιτικό στυλ και γ) μια διακριτή προσέγγιση για θέματα οικονομικής πολιτικής.

Καταρχάς, για του λαϊκιστές η κοινωνία διαιρείται στις ελίτ («λίγοι») και τον λαό («πολλοί»), παρά το ότι αρκετοί λαϊκιστές ηγέτες αποτελούν οι ίδιοι μέρος της οικονομικής ελίτ. Ο λαός μάλιστα θεωρείται σαν κάτι ενιαίο, αδιαίρετο και με κοινά συμφέροντα σύνολο. Οι λαϊκιστές στηρίζουν τη ρητορική τους γενικά, πάνω στο δίπολο «λαός» και «διεφθαρμένες ελίτ». Η απλουστευτικά μανιχαϊστική λογική προσλαμβάνει ένα μέρος του λαού ως το όλον, οδηγώντας σε ένα φαντασιακό της συγχώνευσης που αγνοεί οποιαδήποτε άλλη ενδοεθνική διαφορά ή σύγκρουση. Η συγχώνευση του λαού σε ένα όλο βασίζεται αποκλειστικά στην εικασία περί μιας καθαρής λαϊκής βούλησης, την οποία δικαιούνται να ερμηνεύουν μόνο οι ίδιοι, δίχως οποιεσδήποτε μεσολαβήσεις έχει θεσπίσει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι τα νέα λαϊκιστικά κινήματα δεν στοχεύουν να καταργήσουν τη δημοκρατία, όπως τα εξτρεμιστικά κόμματα του μεσοπολέμου. Στις αρχές του 21ου αιώνα οι λαϊκιστές είναι κατά κύριο λόγο δημοκράτες αλλά αντι-φιλελεύθεροι (illiberal).

Κατά δεύτερον, το αίσθημα απειλής κατά των κοινών αξιών και της ενιαίας εθνικής ταυτότητας τροφοδοτεί επίσης ένα επιθετικότερο πολιτικό στυλ και μια πιο εχθρική ρητορική από την πλευρά των λαϊκιστών, με σκοπό την συσπείρωση και την τόνωση του ηθικού όσων πολιτών νιώθουν ότι απειλούνται. Από την άλλη πλευρά βέβαια, η «πολιτική ορθότητα» και οι «πολιτικές της ταυτότητας» στέρησαν σε μεγάλο βαθμό το αναγκαίο οξυγόνο του δημοκρατικού διαλόγου, μέσω της υπερβολικής έκθεσης, συζήτησης και επιδοκιμασίας της διαφοράς. Όταν, λοιπόν, λευκοί Αμερικανοί, ιδιαίτερα στις εργατικές και αγροτικές περιοχές ακούν πολιτικούς και δημοσιογράφους να τους αποκαλούν «ρατσιστές» ή να κάνουν λόγο περί «προνομίων των Λευκών», αισθάνονται ότι οι ελίτ υποστηρίζουν περισσότερο τις μειονότητες. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί μια προεκλογική αποστροφή της υποψήφιας των Δημοκρατικών Χίλαρι Κλίντον, που αποκάλεσε τους μισούς από τους ψηφοφόρους του Trump «άθλιους» (“a basket of deplorable”) και επίσης, «ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικούς, ξενοφοβικούς και ισλαμοφοβικούς». Συνεπώς, ο πολιτικά μη «ορθός» λόγος των λαϊκιστών, ιδίως του Τραμπ, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Δεν είναι τυχαίο ότι τονίζει τις απειλές και τους φόβους που προέρχονται από την παγκοσμιοποίηση, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο μια αμυντική αντίδραση των λευκών ψηφοφόρων και μια έντονη επιθυμία να προστατεύσουν τις δικές τους σταθερές.

Κατά τρίτον, ο λαϊκισμός σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής δίνει έμφαση στην αναδιανομή και υποβαθμίζει τους κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα που προέρχονται από τις απότομες αυξήσεις των κρατικών δαπανών, των πληθωριστικών πολιτικών και της παρέμβασης του κράτους στην ελεύθερη λειτουργία της αγοράς. Αυτού του είδους ο οικονομικός λαϊκισμός αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και ειδικότερα, σε εκείνες τις οικονομίες (π.χ. της Βενεζουέλας) οι οποίες βασίζονται στην εκμετάλλευση του ορυκτού τους πλούτου (π.χ. πετρέλαιο). Στις δυτικές όμως δημοκρατίες, το να γίνεται λόγος για λαϊκισμό όμοιο με αυτών των δυτικών δημοκρατιών σε χώρες της Λατινικής Αμερικής ή και σε άλλες περιοχές με ταραχώδη δημοκρατική παράδοση, όπως υπογραμμίζει ο Άιχενγκριν, συσκοτίζει κρίσιμες διαστάσεις του φαινομένου. Διότι ειδικά στην Λατινική Αμερική, η πολιτική δράση στις εν λόγω δημοκρατίες είναι συνυφασμένη με τα υψηλά επίπεδα ανισότητας και τους πολύ αδύναμους πολιτικούς θεσμούς. Αυτές οι παράμετροι επιτρέπουν στην πλούσια ελίτ (ή σε ένα υποσύνολο της) να έχει δυσανάλογη επίδραση στην πολιτική. Πράγματι, σε πολλές από αυτές τις κοινωνίες, παρά το ότι οι πολιτικοί χρησιμοποιούν την αναδιανεμητική ρητορική, καταλήγουν να επιλέγουν πολιτικές σύμφωνα με τα συμφέροντα της ελίτ (Acemoglu, Egorov, Sonin 2013). Ακόμα, ο οικονομικός λαϊκισμός μπορεί να συνδέεται με τον κρατικό προστατευτισμό αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι τάσσεται στο πλευρό της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση Τραμπ για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που θεσπίζει εμπορικούς φραγμούς, καταργεί κρίσιμες διατάξεις της νομοθεσίας για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που θέσπισε η κυβέρνηση Ομπάμα, ενώ τάσσεται κατά ενός ομοσπονδιακού κοινωνικού συστήματος περίθαλψης.

Αξίζει πάντως να επισημανθεί ότι κάποιες φορές, ο οικονομικός λαϊκισμός, που θεωρείται συνώνυμος με την ανεύθυνη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, «μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο μόνος τρόπος για να αποτρέψει τον πολύ πιο επικίνδυνο ξάδερφό του, τον πολιτικό λαϊκισμό» (Rodrik 2018). Διότι «λαϊκισμός» δεν είναι προφανώς το να καταγγέλλει κανείς μια ελίτ που καταχράται τη δύναμή της, χρησιμοποιώντας τα προνόμια που διαθέτει για να παραβιάζει την αρχή της ισονομίας. Για παράδειγμα, το πολιτικό πρόγραμμα (“Omaha Platform”) του αμερικανικού Λαϊκιστικού Κόμματος (People’s Party), στα τέλη του 19ου αιώνα, που στόχευε στη χαλάρωση του κανόνα του χρυσού, την κρατική παρέμβαση στην αγορά των σιδηροδρόμων και την προστασία των εργατικών δικαιωμάτων, γιατί πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «λαϊκιστικό»;

Η οικονομική πολιτική του Φραγκλίνου Ρούσβελτ με το περίφημο New Deal, που στην εποχή του επικρίθηκε από του αντιπάλους του ως «λαϊκιστική», είναι ένα επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Ρούσβλετ μάλιστα δεν δίστασε να βγάλει τις ΗΠΑ – έστω πρόσκαιρα- από τον κανόνα του χρυσού τον Απρίλιο του 1933, να «τυπώσει» νέο χρήμα για τις ανάγκες της οικονομίας, να επιβάλει τον διαχωρισμό των εμπορικών από τις επενδυτικές δραστηριότητες των τραπεζών με την ιστορική νομοθεσία Glass-Steagall Act, να φορολογήσει δραστικά τα υψηλά εισοδήματα κ.α. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο δεν ανέτρεψε τον καπιταλισμό – επιδίωξη που ο ίδιος δεν είχε ποτέ- αλλά διέσωσε ένα οικονομικό σύστημα το οποίο κατέρρεε από την κρίση του 1929. Ταυτοχρόνως, μέσω των διαφόρων προνοιακών καλύψεων που θέσπισε ενίσχυσε τους ανέργους, ενώ προσέφερε φτηνή πίστωση και χαμηλού κόστους ενέργεια στους έως τότε αποκλεισμένους αγρότες και άλλους μικροεπιχειρηματίες.

Β)  Το κενό αντιπροσώπευσης και η υπεκφυγή των «ταυτοτικών πολιτικών»

Η μεταστροφή προς ταυτοτικά ζητήματα υπήρξε αποτέλεσμα κρίσιμων κοινωνικών αλλαγών που άλλαξαν άρδην τις εκλογικές βάσεις των παραδοσιακών κομμάτων στις δυτικές δημοκρατίες, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό εξηγεί την έλλειψη της θεσμικής και δημοκρατικής αντίδρασης στην εντεινόμενη ανισότητα. Ειδικότερα, όπως έδειξε ο Τομά Πικετί (2018), στη δεκαετία του 1950 και του 1960, η ψήφος στα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα συνδέθηκε με ψηφοφόρους χαμηλότερου εκπαιδευτικού και εισοδηματικού επιπέδου. Σταδιακά, όμως, η εκλογική δεξαμενή αυτών των κομμάτων μεταβλήθηκε άρδην. Η ψήφος στην Αριστερά συνδέθηκε με τους ψηφοφόρους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τείνοντας να συγκροτηθεί, ειδικά στη δεκαετία του 2000, ένα κομματικό σύστημα που προσφυώς χαρακτηρίσθηκε -από τον Πικετί- «πολλαπλών ελίτ» (“multiple elite” party system). Δηλαδή, η ελίτ με το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης ψηφίζει πλέον κόμματα της Αριστεράς, ενώ η ελίτ με τον υψηλότερο πλούτο και εισόδημα εξακολουθεί να ψηφίζει, αν και μειούμενα, κόμματα της Δεξιάς. Στο βαθμό όμως που η υψηλή εκπαίδευση συνεπάγεται μακροπρόθεσμα υψηλότερο εισόδημα, τούτο ενδέχεται να κατατείνει προς μια ριζική ανακατάταξη του κομματικού συστήματος. Με άλλα λόγια, η ψήφος στην Αριστερά, που συσχετιζόταν παραδοσιακά με ψηφοφόρους χαμηλού εισοδήματος και χαμηλής εκπαίδευσης, τείνει πλέον να ταυτίζεται με ψηφοφόρους υψηλού εισοδήματος και εκπαίδευσης, οι οποίοι καρπώνονται τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης. Σε αντίθεση, η ψήφος στη Δεξιά, που συνδεόταν με ψηφοφόρους υψηλού εισοδήματος και εκπαίδευσης, μπορεί στο μέλλον να συνδεθεί  με ψηφοφόρους χαμηλού εισοδήματος και εκπαίδευσης, οι οποίοι υφίστανται τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης. Οι περιπτώσεις των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου είναι εξόχως χαρακτηριστικές.

Στις ΗΠΑ, αν και η φυλετική και θρησκευτική εχθρότητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε όλη την Αμερικανική ιστορία, από το 1964, όταν ψηφίσθηκε από τους Δημοκρατικούς η νομοθεσία για τα δικαιώματα των φυλετικών μειονοτήτων, άρχισε να αυξάνεται η πόλωση μεταξύ των δύο κομμάτων και τα ταυτοτικά ζητήματα έγιναν η καθοριστικότερη διαχωριστική γραμμή της κομματικής αντιπαράθεσης. Στο παρελθόν, τα κόμματα προσέλκυαν υποστηρικτές με διαφορετικές φυλετικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές και περιφερειακές ταυτότητες, διότι η κομματική αντιπαράθεση περιστρεφόταν γύρω από θέματα φορολογίας, κρατικών δαπανών, εργατικής νομοθεσίας (Levitsky & Ziblatt 2018). Σταδιακά όμως οι Ρεπουμπλικάνοι μετεξελίχθησαν σε κόμμα των λευκών, ευαγγελιστών, συντηρητικών και αγροτικών ψηφοφόρων, ενώ οι Δημοκρατικοί ταυτίστηκαν με μη λευκούς, ευαγγελιστές, φιλελεύθερους και κατοίκους αστικών κέντρων. Ειδικότερα, από το 1964 και έπειτα, οι μη λευκοί ψηφοφόροι έδωσαν πάντοτε συντριπτικές πλειοψηφίες (80-95%) στους Δημοκρατικούς υποψηφίους. Στις προηγούμενες εκλογές (1948-1960), το μερίδιο των Δημοκρατικών ψήφων μεταξύ των μη λευκών ήταν λιγότερο συντριπτικό, αν και ήδη πολύ σημαντικό (περίπου 60-70%). Οι παραπάνω εξελίξεις μετέβαλαν τον -από τη δεκαετία του 1930- σταθερό συνασπισμό των κοινωνικών δυνάμεων που στήριζαν τους Δημοκρατικούς -ψηφοφόροι χαμηλής εκπαίδευσης και χαμηλού εισοδήματος, συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν οι μαύροι ψηφοφόροι- , λόγω του προγράμματος New Deal από την κυβέρνηση του Δημοκρατικού Προέδρου Ρούσβελτ. Απόληξη των συγκεκριμένων ανακατατάξεων στην εκλογική βάση των δύο κομμάτων ήταν οι εκλογές του 2016, στις οποίες για πρώτη φορά, οι ψηφοφόροι από το υψηλότερο εισοδηματικά 10%, όπως και η πλειονότητα των πιο μορφωμένων, υποστήριξαν την Δημοκρατική υποψήφια Κλίντον.

Η περίπτωση της Βρετανίας είναι επίσης χαρακτηριστική. Στη δεκαετία του 1960, περισσότεροι από το 50% των εργαζομένων ήταν χειρώνακτες, ενώ λιγότερο από το 10% του εκλογικού σώματος είχε πανεπιστημιακό δίπλωμα. Στη συνέχεια όμως, έως τη δεκαετία του 2000, η ​​εργατική τάξη αντιστοιχούσε περίπου μόνο στο ένα πέμπτο του εργαζόμενου εκλογικού σώματος, ενώ πάνω από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων ήταν απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτές οι αλλαγές αλλοίωσαν σταδιακά την εκλογική βάση τόσο του Εργατικού όσο και του Συντηρητικού κόμματος, των οποίων η παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή αφορούσε την κοινωνική τάξη. Ειδικά για το Εργατικό Κόμμα, η κρίσιμη αυτή αλλαγή διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο για την ιδεολογική του φυσιογνωμία. Οι διαδοχικές του ήττες, ένεκα της συρρίκνωσης της εργατικής τάξης, ανάγκασαν τους Εργατικούς να αναπτύξουν μια νέα, πιο πολυσυλλεκτική στρατηγική, αυτή του Τρίτου Δρόμου, επί αρχηγίας Τόνι Μπλερ, η οποία επικεντρώθηκε στις μεσαίες τάξεις. Συγκεκριμένα, επιδίωξε να προσελκύσει εκλογείς με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με τη θεματική ατζέντα να περιστρέφεται γύρω από θέματα όπως τη φυλή, το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Αυτό χάρισε στους Εργατικούς τρεις διαδοχικές εκλογικές νίκες. Ωστόσο, υπήρξε και ένα τίμημα. Από το 1997 έως το 2010, υπό τις τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις των Εργατικών, οι κοινωνικά συντηρητικοί ψηφοφόροι της εργατικής τάξης με λίγα εκπαιδευτικά προσόντα μείωναν  σταδιακά την προσκόλλησή τους στους Εργατικούς. Με βάση τις παραπάνω εξελίξεις, η μαζική ψήφος των συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών υπέρ της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μόνο κεραυνό εν αιθρία δεν αποτελεί.

Συμπερασματικά, το πρόβλημα δεν είναι οι πολιτικές των ταυτοτήτων αυτές καθ’ εαυτές αλλά η -εύκολη- καταφυγή σε αυτές, εξαιτίας της μη ανταποκρισιμότητας του πολιτικού συστήματος και ιδίως της ευρύτερης Αριστεράς στα νέα προβλήματα της παγκοσμιοποίησης. Η σημαντικότερη ίσως συνέπεια της πολιτικής των ταυτοτήτων, όπως αυτή υιοθετείται από την Αριστερά, είναι η μεταπήδηση και της Δεξιάς στο συγκεκριμένο πεδίο πολιτικής -από την πλευρά βέβαια της «προστασίας» της εθνικής ταυτότητας. Όλα τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια την σταδιακή πόλωση του εκλογικού σώματος, όχι τόσο στη βάση μιας αμιγώς ταξικής διαστρωμάτωσης, όσο στο διαχωρισμό βάσει διαφόρων άλλων κοινωνικών και εθνικών αναφορών. Η διάρρηξη του κεϋνσιανού κοινωνικού συμβολαίου εντός του εθνικού κράτους, σήμανε και το τέλος της κυριαρχίας της «χρυσής» μεταπολεμικής τριακονταετίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ηγεμονία της σοσιαλδημοκρατίας. Επομένως, η υιοθέτηση των ταυτοτικών πολιτικών από τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και των εργατικών κομμάτων προσδίδει περισσότερο ιδεολογική αμηχανία, ενώ φαντάζει μάλλον ως εύκολη υπεκφυγή παρά ως συνειδητή επιλογή (Fukuyama 2018).

 Γ) Οι «χαμένοι της παγκοσμιοποίησης» και το ζητούμενο για τη διατήρηση της δημοκρατίας

 Οι σημαντικές εξελίξεις και μεταβολές στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα δεν είναι κάτι καινοφανές, έχουν -σε κάποιο βαθμό- ιστορικά αντίστοιχα. Κάθε τεχνολογική αλλαγή παράγει κερδισμένους και χαμένους στο πεδίο της απασχόλησης. Η καίρια παρατήρηση του Άιχενγκριν όμως, έχει να κάνει με το κατά πόσον η τεχνολογική «άμπωτις» ακολουθείται και από μια προνοιακή «παλίρροια» που προστατεύει τους χαμένους. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο σχετικά με την άνοδο ή μη του λαϊκισμού. Όπου επιτυγχάνεται μια γρήγορη, αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη προσαρμογή στα νέα δεδομένα, τότε ο λαϊκισμός ή οποιαδήποτε άλλη ακραία πολιτική έκφραση παραμερίζεται από το κύριο σώμα των ψηφοφόρων.

Για παράδειγμα, το κίνημα των Λουδιτών είναι χαρακτηριστικό. Ξεκίνησε τον 19o αιώνα στην Αγγλία από υφαντουργούς, οι οποίοι εξεγέρθηκαν κατά των νέων μηχανημάτων της βιομηχανικής επανάστασης, που είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν τη δουλειά των τεχνιτών. Επιπλέον, οι τεχνίτες βρέθηκαν μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους από χαμηλόμισθους και χαμηλής κατάρτισης εργάτες. Άλλο ένα ιστορικό παράδειγμα είναι η εξέγερση των εργατών γης (Swing Riots) το 1830 στη νότια και ανατολική Αγγλία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις σκληρές συνθήκες εργασίας. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, οι εξεγέρσεις των εργατών παρά την κατασταλτική τους αντιμετώπιση μέσω του στρατού και του υποχρεωτικού εκτοπισμού των «στασιαστών», οδήγησαν τελικά στη διεύρυνση και επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων (Reform Act του 1832 και 1864), όπως επίσης και στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης των εργαζόμενων. Συγκεκριμένα, η συμμαχική κυβέρνηση Φιλελεύθερων και Συντηρητικών που προέκυψε στις εκλογές του 1895, ψήφισε τον Νόμο Αποζημιώσεων των Εργατών του 1897 (Workmen’s Compensation Act), βάσει του οποίου προβλεπόταν ότι οι εργοδότες οφείλουν να καταβάλλουν τα ιατρικά έξοδα για τραυματισμούς που συμβαίνουν στο χώρο της εργασίας.

Στη σύγχρονη όμως πραγματικότητα, ο Άιχενγκριν πολύ εύστοχα παρατηρεί ότι οι τεχνολογικές αλλαγές για πρώτη φορά στην ιστορία ευνοούν τους υψηλά καταρτισμένους εργαζόμενους και όχι τους ανειδίκευτους. Σε συνδυασμό μάλιστα με την μεταφορά τομέων της παραγωγής υψηλής έντασης εργασίας σε χώρες χαμηλού κόστους και τη μείωση της επιρροής των εργατικών συνδικάτων, είναι προφανές ότι οι εισοδηματικές ανισότητες οξύνονται σε σημαντικό βαθμό. Σε πρόσφατη Έκθεσή του ο ΟΟΣΑ (OECD 2019), σχετικά με τις προοπτικές της απασχόλησης, τονίζει ότι μέσα στα επόμενα δεκαπέντε με είκοσι χρόνια το 14% των υφισταμένων θέσεων εργασίας θα παύσει να υφίσταται, ενώ το άλλο 32% θα μετασχηματιστεί πλήρως. Υπό το φως των νέων δεδομένων, εάν δεν υπάρξει μέριμνα από τις κυβερνήσεις για την θέσπιση συστηματικών προγραμμάτων επανακατάρτισης των εργαζομένων ή/και προνοιακές καλύψεις για τους ανέργους είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οι ανισότητες θα οξυνθούν περαιτέρω. Εκτός από τους ανειδίκευτους εργάτες, τους μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένους και τους ανέργους, κρίσιμης σημασίας είναι ο τρόπος με τον οποίο θα προστατευθούν όσοι απασχολούνται σε καθεστώς ημιαπασχόλησης και εποχικής εργασίας. Αυτής της μορφής οι εργαζόμενοι είναι, σε ορισμένες χώρες, 40-50% λιγότερο πιθανό να λαμβάνουν οποιαδήποτε μορφή προνοιακής στήριξης, ενόσω βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο ΟΟΣΑ προτείνει τα μέτρα κοινωνικής προστασίας των συγκεκριμένων κατηγοριών του εργατικού δυναμικού να διαθέτουν γενική κάλυψη και να είναι χωρίς πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις.

Σε αυτό το σημείο έγκειται και η σημαντικότερη συμβολή του Μπέρι Άιχενγκριν. Μας υπενθυμίζει ότι το ζήτημα της μέριμνας για όσους «μένουν» πίσω από τις τεκτονικές μεταβολές του καιρού μας δεν είναι μια απλή ιδεολογική επιλογή. Αποτελεί υπαρξιακή προϋπόθεση για την επιβίωση της ίδια της δημοκρατίας. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, η ιστορική αναδρομή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η αντιπαραβολή με το μεσοπολεμικό σύστημα κοινωνικής προστασίας που θεσπίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι απολύτως διδακτική. Στην πρώτη περίπτωση, ο συντηρητικός Φραντς φον Πάπεν, βασιζόμενος στις προεδρικές υπερεξουσίες του περίφημου άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, εξέδωσε έκτακτο διάταγμα το 1932, με το οποίο μείωσε τα προνοιακά επιδόματα προς τους ανέργους σε ποσοστό άνω του 23%. Τούτο είχε ως συνέπεια το ποσοστό αναπλήρωσης του εισοδήματος των ανέργων από τα επιδόματα να μειωθεί από 38% το 1928 σε 34% στις αρχές του 1933. Συνέπεια της ραγδαίας επιδείνωσης της οικονομικής θέσης μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης ήταν η ψήφος υπέρ του ναζισμού. Στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο Χίτλερ ορκίζεται Καγκελάριος… Από την άλλη πλευρά, στο Ηνωμένο Βασίλειο το ποσοστό αναπλήρωσης του εισοδήματος των ανέργων από τα επιδόματα αυξήθηκε ελαφρώς σε πάνω από 50%. Συνεπώς, ο βασικότερος λόγος -μεταξύ άλλων βέβαια, όπως του διαφορετικού πολιτικού συστήματος ή της διαφορετικής οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στις χώρες αυτές πριν από την κρίση του 1929- που στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, δεν έκανε ισχυρή την παρουσία του ο ναζισμός ή ο φασισμός είναι η θέσπιση ενός πολύ συνεκτικού προγράμματος προστασίας των ανέργων μεταξύ 1929 και 1933, από όλες τις κυβερνήσεις -συντηρητικές, φιλελεύθερες και εργατικές- που άσκησαν την εξουσία στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Με βάση λοιπόν τις ως άνω διαπιστώσεις, ο Μπέρι Άιχενγκριν επικεντρώνεται στις σύγχρονες οικονομικές και τεχνολογικές μεταβολές που γεννούν πλήθος προκλήσεων στο πεδίο της απασχόλησης και των ανισοτήτων. Οι συγκεκριμένες προκλήσεις, όμως, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναπάντητες από το πολιτικό σύστημα στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, γεγονός που εξηγεί τη ραγδαία άνοδο του φαινομένου του λαϊκισμού. Στο πλαίσιο της συμπαγούς αυτής ανάλυσης εντάσσεται και η ανάδειξη των «πολιτικών των ταυτοτήτων», ως ένα ειδικότερο πολιτικό επίδικο, χωρίς ωστόσο -σύμφωνα με τον συγγραφέα- να αποτελεί το κυρίαρχο διακύβευμα του καιρού μας. Συγκεφαλαιωτικά, η αντιμετώπιση των ανισοτήτων και κατ’ επέκταση η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου που θα απορροφά τους κραδασμούς της τεχνολογικής αλλαγής στον τομέα της απασχόλησης αποτελεί την σημαντικότερη προτεραιότητα για την προστασία της κοινωνικής συνοχής και των δημοκρατικών θεσμών εν γένει.

 

Αναφορές

Acemoglu Daron, Georgy Egorov, Konstantin Sonin, “A political theory of populism”, The Quarterly Journal of Economics, Volume 128, Issue 2, May 2013, Pages 771-805

Fukuyama Francis, “Against Identity Politics: The New Tribalism and the Crisis of Democracy”, Foreign Affairs, September/October 2018 Issue

Levitsky Steven & Ziblatt Daniel, How Democracies Die, 2018, London: Penguin Books

OECD Employment Outlook 2019

Piketty Thomas, “Brahmin Left vs Merchant Right: Rising Inequality & the Changing Structure of Political Conflict (Evidence from France, Britain and the US, 1948-2017)”, WID.world WORKING PAPER SERIES N° 2018/7

Rodrick Dani, “Is Populism Necessarily Bad Economics?“ AEA Papers and Proceedings, 2018, 108:196-99

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*