Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Adair Turner, Between Debt and Devil: money, credit, and fixing global finance, 2016, Oxford: Princeton University Press, pp. 302

Σε μια εκδήλωση του Φεστιβάλ Γκαίτε στην Φρανκφούρτη, τον Σεπτέμβριο του 2013, ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ, Γιενς Βάιντμαν, μιλώντας στην πόλη όπου γεννήθηκε ο σημαντικός Γερμανός συγγραφέας, χρησιμοποίησε μια σκηνή από τον Φάουστ για να δηλώσει ότι η αντιμετώπιση της κρίσης με έκδοση χρήματος είναι «σατανική» επιδίωξη που οδηγεί στην καταστροφή. Η σκηνή, που επέλεξε ο Βάιντμαν, αναφέρεται σε μια εποχή κατά την οποία η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εμφανίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. O Βασιλιάς αναζητά τρόπους για να τα ξεπεράσει. Τη λύση δίνει ο Μεφιστοφελής, που του προτείνει να υπογράψει ένα χαρτί το οποίο γίνεται χρήμα. Τα χαρτιά -δηλαδή το χρήμα- πολλαπλασιάζονται και η χώρα μπαίνει σε πρόσκαιρη ευημερία που οδηγεί τελικά στην καταστροφή.

Από τη σκηνή αυτή, ο έμπειρος σε θέματα χρηματοπιστωτικής ρύθμισης και πρώην επικεφαλής της σχετικής υπηρεσίας (Financial Services Authority) του Ηνωμένου Βασιλείου, Άντερ Τέρνερ, συλλαμβάνει την ιδέα για τον τίτλο του βιβλίου του. Η επικράτηση της άποψης ότι η έκδοση κρατικού χρήματος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους είναι «διαβολική» επιδίωξη δεν περιορίζεται βέβαια στο χώρο των Γερμανών ορντολιμπεραλιστών. Επεκτείνεται σε όλο το φάσμα των μονεταριστών οικονομολόγων και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ταγών που εφάρμοσαν και συνεχίζουν να ασκούν περιοριστικές μακροοικονομικές πολιτικές από τη  δεκαετία του 1980 έως και σήμερα.  Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει και η παράμετρος του ιδιωτικού χρέους, το οποίο εκτινάχθηκε, κατά μέσο όρο στις ανεπτυγμένες οικονομίες από το επίπεδο του 50% του ΑΕΠ όπου βρισκόταν το 1950 στο δυσθεώρητο 170% του ΑΕΠ το 2006.

Το ερώτημα, λοιπόν, που ανακύπτει από τα ως άνω είναι γιατί κανείς από τους μονεταριστές δεν ανησύχησε γι’ αυτήν την εντυπωσιακή -δίχως άλλο- χρηματιστική εμβάθυνση (financial deepening) της οικονομίας, που έθεσε σε τελευταία ανάλυση την προσφορά χρήματος εκτός κάθε ελέγχου; Αυτήν την παραδοξότητα προσπαθεί να διερευνήσει ο συγγραφέας, σπάζοντας αρκετά ταμπού στον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκε η μακροοικονομική πολιτική τόσο κατά τις τελευταίες δεκαετίες όσο και κατά την περίοδο μετά το 2007. Απώτερος σκοπός του είναι να αντιπροτείνει εναλλακτικές πολιτικές ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και διαχείρισης του εξαιρετικά υψηλού χρέους (ιδιωτικού και δημόσιου). Στο πλαίσιο αυτό, ο Άντερ Τέρνερ εντοπίζει τις τρεις βασικές πηγές του σύγχρονου «κακού»: α) τη δυνατότητα των τραπεζών, στην εποχή του παραστατικού χρήματος (fiat money) να παράγουν πίστωση δίχως σημαντικούς περιορισμούς β) τον συνδυασμό της ανεξέλεγκτης παραγωγής χρέους με την πεπερασμένη έκταση της γης -διότι το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων δανείων κατευθύνθηκε στην αγορά ακινήτων- , με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την μεταβλητότητα των τιμών των ακινήτων γ) τη χρηματοπιστωτική καινοτομία που δημιούργησε ένα είδος «οικονομικής μόλυνσης» στην «πραγματική» οικονομία.

Α) Από τη μόχλευση και το ιδιωτικό χρέος…

Έως το 2007, η οικονομική ορθοδοξία υποστήριζε το δόγμα ότι όσο πιο ολοκληρωμένες είναι οι χρηματοπιστωτικές αγορές τόσο περισσότερη ρευστότητα δημιουργούν και την κατανέμουν μάλιστα με τον πιο αποδοτικό τρόπο. Η βέλτιστη κατανομή διευκολύνεται, θεωρητικά βέβαια, από τα προηγμένα στατιστικά μοντέλα και τα πολύπλοκα μαθηματικά υποδείγματα VaR (Value at Risk) για τη διαχείριση -από τις ίδιες τις τράπεζες- των επενδυτικών κινδύνων, σε συνδυασμό με τη θέσπιση, σε επίπεδο παγκόσμιων τραπεζικών προτύπων (Σύμφωνα της Βασιλείας), λογιστικών υποδειγμάτων με βάση τις τρέχουσες τιμές (mark-to market). Στην πράξη, όλα τα παραπάνω οδήγησαν στην υποτίμηση και απόκρυψη των κινδύνων, καθώς επίσης και σε ενίσχυση της προκυκλικότητας. Η βασική αδυναμία αυτών των μοντέλων προέρχεται από τη τυφλή  πίστη στην αποδοτική λειτουργία των «αγορών». Τούτο συναγάγεται από το ότι οι τάσεις που διαγράφονται από τα ιστορικά στοιχεία, στα οποία βασίζονται οι προβλέψεις των παραπάνω υποδειγμάτων, δεν είναι απαραίτητο ότι θα εξακολουθούν να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση και στο μέλλον. Με λίγα λόγια, δεν λαμβάνεται υπόψη η κεϋνσιανή θέση για την εγγενή αβεβαιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και της οικονομίας γενικότερα.

Επιπλέον, σε μακροοικονομικό επίπεδο κυριάρχησαν για δεκαετίες οι σταθεροποιητικές πολιτικές που ευνοούν την αποπολιτικοποίηση της νομισματικής πολιτικής, μέσω της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, έτσι ώστε να διασφαλιστούν χαμηλά επίπεδα πληθωρισμού. Στο πλαίσιο αυτό, οι κεντρικές τράπεζες το μόνο που έπρεπε να κάνουν είναι να παρακολουθούν και να προσεγγίζουν το λεγόμενο «φυσικό» ή «ουδέτερο» επιτόκιο, ώστε να μην διαταράσσουν την ποσότητα του χρήματος. Υποτίθεται δηλαδή, πως υπάρχει ένα ορισμένο επιτόκιο που είναι «ουδέτερο» σε σχέση με τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων και δεν τείνει να αυξήσει ούτε να μειώσει τις τιμές τους. Εξισώνεται με το επιτόκιο που θα καθοριζόταν από την προσφορά και τη ζήτηση εάν δεν χρησιμοποιούνταν χρήματα και όλοι οι δανεισμοί πραγματοποιούνταν με τη μορφή πραγματικών κεφαλαιουχικών αγαθών. Όπως είναι προφανές, το «φυσικό» επιτόκιο είναι απλώς ένας «ιδεότυπος», για να χρησιμοποιήσουμε έναν επιστημολογικό όρο του Μαξ Βέμπερ. Δεν εντοπίζεται στην πραγματικότητα a priori αλλά μόνο ex post μπορούμε να διακρίνουμε το ιδανικό του ύψος. Όπως πολύ εύστοχα ισχυρίζεται ο Τέρνερ, στη σύγχρονη πραγματικότητα, το ύψος των επιτοκίων δεν μπορεί να διαμορφωθεί κατά έναν ενιαίο και άρα, αποτελεσματικό τρόπο, διότι υπάρχουν πάρα πολλές κατηγορίες δανείων οι οποίες εμφανίζουν διαφορετικά επίπεδα ελαστικής ζήτησης και πολλαπλές -ενίοτε και αντιφατικές- προσδοκίες των οικονομικών δρώντων. Για παράδειγμα, εάν τα νοικοκυριά αναμένουν ότι οι τιμές των κατοικιών θα ανέλθουν, φερ΄ ειπείν, κατά 15% ετησίως, μια μικρή μεταβολή των επιτοκίων προς τα επάνω είναι απίθανο να αλλάξει την τάση των νοικοκυριών να επενδύσουν στη στεγαστική αγορά. Αντιθέτως, εάν τα επιτόκια αυξηθούν πάνω από 15% υπάρχει το ισχυρό ενδεχόμενο να μεταβληθούν άρδην οι επενδυτικές προσδοκίες. Η συνολική όμως αύξηση των επιτοκίων μπορεί σε άλλους τομείς της αγοράς, όπως τα επιχειρηματικά δάνεια όπου οι προσδοκίες ενδέχεται να είναι χαμηλότερες, να προκαλέσει στρεβλώσεις.

Η αδυναμία των κεντρικών τραπεζών να αντιληφθούν το δομικό αυτόν περιορισμό δημιούργησε τη ψευδαίσθηση ότι τα σταθερά επιτόκια αποτελούν εγγύηση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Την ίδια στιγμή, το ιδιωτικό χρέος αυξανόταν ραγδαία, η φούσκα στα ακίνητα διογκωνόταν και ο συστημικός κίνδυνος γινόταν πολύ έντονος. Τελικά, η περίοδος της Μεγάλης Εξομάλυνσης, όπως ονομάστηκε η δεκαετία της χρηματοπιστωτικής ευφορίας, κατέληξε σε μια βαθιά και παρατεταμένη Μεγάλη Ύφεση.  Η αυτορρύθμιση και ιδίως, η χρηματοπιστωτική καινοτομία δεν οδήγησαν σε μια κοινωνικά άριστη κατανομή της πίστωσης. Απεναντίας, η ιδιωτική πίστωση δεν ήταν μόνο υπερβολικά μεγάλη αλλά και λανθασμένα κατανεμημένη. Είναι ενδεικτικό ότι το 65% της συνολικής πίστωσης το 2012 στο Ηνωμένο Βασίλειο κατευθύνθηκε στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, ενώ μόλις το 14% σε επιχειρηματικές (εκτός των real estate) επενδύσεις. Η έντονη αυτή ανισοκατανομή των δανείων καταδεικνύει και κάτι ακόμα: τον πειρασμό του εύκολου κέρδους στον οποίο ενέδωσε συνολικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Διότι τα επιχειρηματικά δάνεια απαιτούν δύσκολες και ακριβές διαδικασίας αξιολόγησης των προοπτικών επιτυχίας ενός επενδυτικού σχεδίου. Εάν μάλιστα το σχέδιο αποτύχει, τότε η αξία του ενεργητικού που χρηματοδότησε η τράπεζα μειώνεται σημαντικά. Στις επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων από την άλλη πλευρά, ο κύκλος όσων κερδίζουν, άμεσα ή έμμεσα, είναι σαφώς μεγαλύτερος. Καθώς οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται, οι δανειστές αντιμετωπίζουν ελάχιστες ζημίες, αυξάνοντας έτσι τα εποπτικά τους κεφάλαια και επεκτείνοντας περαιτέρω το δανεισμό τους. Παράλληλα, οι δανειζόμενοι επίσης βλέπουν την αξία του πλούτου τους να ανέρχεται ραγδαία, γεγονός που τους επιτρέπει την πρόσβαση σε ακόμα ευκολότερο δανεισμό. Συνολικά, αυξάνονται οι προσδοκίες για σταθερή άνοδο των τιμών και επεκτείνεται με αυτόν τον τρόπο ο εύκολα προσιτός δανεισμός. Από το 2000 έως το 2007, η στεγαστική πίστη  στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 134% ενώ οι τιμές των κατοικιών κατά 90%, ενώ στην Ισπανία η στεγαστική πίστη αυξήθηκε κατά 254% και οι τιμές των κατοικιών κατά 120%. Στην Ιρλανδία επίσης η άνοδος ήταν ακόμα μεγαλύτερη, φτάνοντας το 336% και το 109% αντίστοιχα. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν και τον λόγο για τον οποίο οι ανησυχίες για την επίδραση της επέκτασης της πίστωσης στον πληθωρισμό δεν επαληθεύτηκαν. Ο πληθωρισμός παρέμενε χαμηλός, διότι παρά την εκτίναξη του ιδιωτικού χρέους, το μεγαλύτερος μέρος του κατευθύνθηκε σε ήδη υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία -ιδίως ακίνητα- και όχι σε νέες επενδύσεις. Σε αυτό συνέβαλε ακόμα και το ότι σημαντικό μέρος των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών διεξάγονταν εντός του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος και όχι σε άλλους τομείς όπως το διεθνές εμπόριο ή οι άμεσες ξένες επενδύσεις.

Συνολικά, η δεκαετία πριν από το 2007 σημαδεύτηκε από εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ιδιωτικού χρέους προς το ΑΕΠ. Η υπερμόχλευση αυτή έτρεχε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς σε όλες σχεδόν τις προηγμένες οικονομίες. Στις ΗΠΑ με 9% ετησίως, στο Ηνωμένο Βασίλειο με 10% και στην Ισπανία με 16%. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν η προκυκλικότητα της προσφοράς των νέων δανείων που κατέληξε στη δημιουργία της χρηματοπιστωτικής «φούσκας».

Β) …στην απομόχλευση και την αύξηση του δημοσίου χρέους

Παραδόξως όμως, η κρίση του 2007/8 δεν συνέπεσε με τον περιορισμό του συνολικού χρέους. Αντιθέτως, η μόχλευση μετακινήθηκε από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα. Αυτή η εξέλιξη οφείλεται στην απότομη απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα που προκάλεσε οικονομική ύφεση. Περιορίζοντας οι επιχειρήσεις τις επενδύσεις τους, τα κρατικά ελλείμματα αυξήθηκαν λόγω των μειωμένων φορολογικών εσόδων, των αυξανόμενων κοινωνικών δαπανών αλλά και εξαιτίας των κρατικών διασώσεων πτωχευμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Ειδικότερα στις ΗΠΑ, το ιδιωτικό χρέος μειώθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (2008-2013) αλλά το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 72% σε 103%. Στην Ισπανία αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος ανήλθε -για την ίδια περίοδο- από 39% του ΑΕΠ σε 92%, παρά τη μείωση του ιδιωτικού χρέους κατά 28%. Παράλληλα, η μόχλευση δεν μετακινήθηκε απλώς από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα αλλά και μεταξύ των χωρών. Η αυξημένη μόχλευση που παρατηρείται μετά το 2009 στην Κίνα καταδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Συγκεκριμένα, από 124% του ΑΕΠ (2008) η ιδιωτική μόχλευση αναρριχήθηκε στο 200% το 2014. Οι κινεζικές αρχές χρησιμοποίησαν το εργαλείο του ιδιωτικού χρέους για να διατηρήσουν τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της εγχώριας οικονομίας, αντισταθμίζοντας έτσι τους κινδύνους από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Με άλλα λόγια, η Κίνα επέλεξε να μην τονώσει την εγχώρια ζήτηση μέσω κοινωνικών παροχών πρωτίστως, αλλά κυρίως μέσω της αύξησης του ιδιωτικού χρέους. Εν τούτοις, μια τέτοια λύση εγκυμονεί πολλούς περισσότερους κινδύνους από όσους ενέχει μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, σύμφωνα με τον Τέρνερ.

Για τον συγγραφέα επομένως, δεν υπάρχει «καλό» ιδιωτικό χρέος και «δαιμονικό» δημόσιο. Απεναντίας, σε πολλές περιπτώσεις ισχύει το αντίστροφο. Η κρίση του 2007 οφείλεται ξεκάθαρα στα υψηλά επίπεδα του ιδιωτικού χρέους, της παγκόσμιας υπερμόχλευσης της οικονομίας, στις πολιτικές απορρύθμισης και αυτορρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και γενικά, σε έναν εμπεδωμένο εφησυχασμό μπολιασμένο με πολιτική μεροληψία για την αποτελεσματικότητα των «αγορών» ως προς την κατανομή των πόρων. Τα παραπάνω ενίσχυσαν τα εισοδήματα που προέρχονται από τον περιουσιοκρατικό πλούτο (ιδίως τα ακίνητα) εις βάρος του εισοδήματος που παράγεται από την εργασία. Η χρηματοπιστωτική καινοτομία, επίσης, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην όξυνση των περιουσιοκρατικών ανισοτήτων λόγω του ότι δεν αυξάνει το συνολικό παραγόμενο προϊόν. Αντιθέτως, αναδιανέμει το υπάρχον, δημιουργώντας ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος το οποίο αποκλείει τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας συνολικά, ενώ ταυτόχρονα αποστερεί πόρους που εναλλακτικά θα κατευθύνονταν σε τομείς της «πραγματικής» οικονομίας. Επιπρόσθετα, η συγκέντρωση του πλούτου σε λίγα χέρια, σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού στις οικονομίες της Δύσης, οδηγούν σε αύξηση του ποσοστού της αποταμίευσης, και μειώνουν την οριακή ροπή για κατανάλωση όπως επίσης και τις επενδύσεις. Οι συνεπαγόμενες ανισότητες τροφοδότησαν, με τη σειρά τους, μια παρατεταμένη φάση χαμηλής ονομαστικής ζήτησης, η οποία αντισταθμίστηκε από την εκτόξευση του ιδιωτικού χρέους, μέσω της επέκτασης της πίστωσης ιδίως σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου. Σε μακρο-επίπεδο επίσης, οι παγκόσμιες ανισορροπίες συνέβαλαν και αυτές στη διοχέτευση της πίστωσης προς μη κοινωνικά βέλτιστες χρήσεις. Οι «φούσκες» στις τιμές των ακινήτων και στα καταναλωτικά αγαθά που διαμορφώθηκαν σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία και η Ιρλανδία, τροφοδοτήθηκαν και αντισταθμίστηκαν από τη συγκέντρωση μεγάλου ποσοστού αποταμίευσης από την Κίνα, τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Λόγω -μεταξύ άλλων- του αντισταθμιστικού αυτού μηχανισμού, η επέκταση της πίστωσης παγκοσμίως δεν είχε πληθωριστικές επιπτώσεις.

Με βάση τις ως άνω διαπιστώσεις, ο Τέρνερ αντιστρέφει τελικά τον ρόλο του «καλού» και του «δαιμονικού», ισχυριζόμενος ότι  ναι μεν το αυξανόμενο δημόσιο χρέος μπορεί ενδεχομένως  να οδηγήσει σε κρίση, αλλά η κατάρρευση της ονομαστικής ζήτησης σχεδόν πάντα καταλήγει σε οικονομική κατάρρευση. Κρίσιμης σημασίας είναι λοιπόν η αποδοτική κατανομή του νέου χρήματος, με σκοπό την αποφυγή της επένδυσής του σε ήδη υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία. Ο ρόλος των δημοσίων αρχών στο πλαίσιο αυτό είναι να καθορίσουν όχι μόνο την ποσότητα αλλά και να κατευθύνουν την πίστωση σε χρήσεις που ευνοούν τις παραγωγικές επενδύσεις και αποφέρουν υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής ευημερίας.

Γ) Η πρόκληση του περιορισμού του χρέους και της αποδοτικής κατανομής της πίστωσης

Ο Τέρνερ υποστηρίζει ενθέρμως ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν πρέπει να επικεντρώνονται αποκλειστικά στη διατήρηση χαμηλού πληθωρισμού ούτε στην απλή ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω κανόνων για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα. Οφείλουν επιπλέον να αναλάβουν το καθήκον του περιορισμού της ποσότητας και του επηρεασμού της κατανομής της πίστωσης, επειδή -όπως αποδείχτηκε περίτρανα- οι ελεύθερες αγορές από μόνες τους δεν παράγουν κοινωνικά βέλτιστα αποτελέσματα στους συγκεκριμένους τομείς τουλάχιστον. Αρχικά, ο Τέρνερ απορρίπτει την ιδέα προγενέστερων οικονομολόγων -μονεταριστών κατά βάση όπως ο Ίρβινγκ Φίσερ και ο Χένρι Σίμσονς αλλά ο Μίλτον Φρίντμαν- οι τράπεζες να διαθέτουν το 100% των καταθέσεών τους υπό τη μορφή άμεσα ρευστοποιήσιμων αποθεματικών στις κεντρικές τράπεζες (Chicago Plan). Οι λόγοι της απόρριψης σχετίζονται κατά βάση με το ότι το σύγχρονο χρήμα δεν παράγεται αποκλειστικά από τις τράπεζες αλλά από ένα ευρύτερο σύνολο πολλαπλών δρώντων (σκιώδες τραπεζικό σύστημα). Πολλαπλασιάζεται δε, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους ένεκα της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας. Συνεπώς, ο Τέρνερ προσπαθεί να εντοπίσει νέα μονοπάτια που οδηγούν στο στόχο του ποσοτικού και ποιοτικού περιορισμού. Πρώτα από όλα, είναι αναγκαίο να τεθούν υψηλότεροι δείκτες εποπτικών κεφαλαίων στα Σύμφωνα της Βασιλείας. Για παράδειγμα, η Βασιλεία ΙΙΙ προβλέπει τα ίδια κεφάλαια (equity capital) να βρίσκονται στο 4,5% επί του σταθμισμένου ενεργητικού. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δέχτηκε έντονη κριτική, ενώ σημαντικοί οικονομολόγοι διατύπωσαν την άποψη ότι πρέπει να επανακαθοριστεί το ύψος τους στο 20-25% (Wolf 2010, Admati 2016). Τα κεφαλαιακά αποθέματα όμως δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να περιορίσουν σε απόλυτα μεγέθη τη συνολική ποσότητα της πίστωσης, διότι συναρτώνται άμεσα με το μέγεθος του συνολικού ενεργητικού. Σε αυτό το σημείο βέβαια, ο Τέρνερ παραλείπει να αναφερθεί στο δείκτη μόχλευσης, το λόγο δηλαδή των ιδίων κεφαλαίων προς το ενεργητικό. Ο συγκεκριμένος δείκτης, λόγω του ότι δεν σταθμίζει τα διάφορα στοιχεία του ενεργητικού με διαφορετικό βαθμό επικινδυνότητας, είναι στην πραγματικότητα πιο αντιπροσωπευτικός του συνολικού ρίσκου που αναλαμβάνουν οι τράπεζες. Διότι σε πολλές περιπτώσεις, η στάθμιση των κινδύνων με διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας μείωσε τα εποπτικά κεφάλαια, την ίδια στιγμή που τα στοιχεία του ενεργητικού αυξάνονταν. Εάν τα εποπτικά κεφάλαια υπολογίζονταν με τον απλό δείκτη μόχλευσης και όχι βάσει των σταθμισμένων στοιχείων του ενεργητικού, θα είχαν αποτυπωθεί πολύ ακριβέστερα τα υπέρμετρα ρίσκα που ανέλαβαν οι τράπεζες έως το 2007.

Αποτελεσματικότερο εργαλείο βέβαια για τον απόλυτο ποσοτικό περιορισμό του χρέους είναι η θέσπιση ανώτατων ορίων στα αποθεματικά που διατηρούν οι εμπορικές στις κεντρικές τράπεζες. Επειδή λοιπόν κάθε εμπορική τράπεζα υποχρεούται κάθε φορά που εκδίδει ένα δάνειο να διατηρεί ένα συγκεκριμένο ύψος αποθεματικών, η θέσπιση ανώτατου ορίου σε αυτά συνεπάγεται και ποσοτικό περιορισμό στην επέκταση του συνολικού τραπεζικού δανεισμού.  Σχετικά με το «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα (shadow banking), ο Τέρνερ δίνει έμφαση στην ποιότητα των εγγυήσεων και ως εκ τούτου, στη θέσπιση ελάχιστων ποσοστών στο ύψος της περικοπής αποτίμησης (haircuts) των αποδεκτών εξασφαλίσεων για κάθε τέτοια συναλλαγή, όπως π.χ. στην αγορά των repos. Με αυτόν τον τρόπο, καλύπτεται ο κίνδυνος ρευστότητας αλλά και φερεγγυότητας σε περίπτωσης αθέτησης της αποπληρωμής του χρέους.

Οι ριζικότερες αλλαγές που προτείνει, όμως, αφορούν το διαχωρισμό των εμπορικών από τις επενδυτικές δραστηριότητες των τραπεζών. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος επικαιροποίησης της  νομοθεσίας Glass-Steagall του 1933, που τέθηκε σε ισχύ στις ΗΠΑ. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι σε έναν τέτοιου είδους διαχωρισμό (ring-fencing), μετά το 2008, προέβη μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω της νομοθεσίας Financial Services (Banking Reform) Act το 2013. Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε ότι από την 1η Ιανουαρίου 2019, οι 5 μεγαλύτερες τράπεζες – HSBC, RBS, Lloyds, Santander UK και Barclays, καθώς και όσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί διατηρούν χαρτοφυλάκιο της τάξης των 25 δισ. λιρών- θα δημιουργήσουν ξεχωριστές νομικές οντότητες, με ξεχωριστά εποπτικά κεφάλαια, για τη λιανική (retail banking) και την επενδυτική (investment banking) τους δραστηριότητα. Αντιθέτως, στις ΗΠΑ, μέσω της νομοθεσίας Dodd-Frank, εισήχθη ο λεγόμενος κανόνας Volcker (Volcker Rule) που απαγόρευσε στις τράπεζες ορισμένες επενδυτικές δραστηριότητες για δικό τους λογαριασμό (proprietary trading), χωρίς ωστόσο να προβαίνει σε πλήρη διαχωρισμό των δραστηριοτήτων τους. Στην Ε.Ε από την άλλη πλευρά, παρά τις προτάσεις για ριζικές αλλαγές (βλέπε Liikanen Report), η Επιτροπή απέρριψε τελικά τον Ιούλιο του 2018  τόσο το διαχωρισμό των επενδυτικών από τις εμπορικές δραστηριότητες όσο και τις ηπιότερες μεταρρυθμίσεις σχετικά με την απαγόρευση της επένδυσης των τραπεζών για ίδιο -και όχι για τους πελάτες τους-  λογαριασμό.

Επιπρόσθετα, ο Άντερ Τέρνερ τάσσεται υπέρ του σταδιακού κατακερματισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί εάν η λειτουργία των διεθνών τραπεζών βασιστεί στην ίδρυση κατά τόπους θυγατρικών επιχειρήσεων (subsidiaries) – και όχι απλώς υποκαταστημάτων (branches). Τούτο συνεπάγεται την ίδρυση ξεχωριστών νομικών οντοτήτων -και με ξεχωριστή κεφαλαιοποίηση- που υπάγονται στην εποπτεία των χωρών υποδοχής. Τα υποκαταστήματα αντιθέτως, υπάγονται στη νομική προσωπικότητα και καλύπτονται από τα εποπτικά κεφάλαια της μητρικής εταιρίας, ενώ εποπτεύονται κατά βάση από τη χώρα καταγωγής και όχι υποδοχής. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι δυνατόν να ελεγχθούν οι διεθνείς κεφαλαιακές ροές και, συνεπώς, οι διακυμάνσεις που προκαλεί στις εθνικές οικονομίες η απότομη και μαζική εισροή ή/και εκροή τους. Ακόμα, σε ό,τι αφορά την παραγωγική κατανομή της πίστωσης, είναι αναγκαία η ίδρυση χρηματοπιστωτικών οργανισμών με αποστολή τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Τέτοιου είδους τράπεζα είναι η KfW που υπάγεται στην ιδιοκτησία του γερμανικού δημοσίου. Ως εκ τούτου, ο ρόλος του κράτους στον τομέα της κοινωνικά επωφελούς κατανομής των πόρων είναι εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας.

Εκτός όμως από τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ώστε να μειωθεί ο όγκος της κακής ποιότητας του ιδιωτικού χρέους, ο Τέρνερ δίνει έμφαση στη συνολική απομόχλευση της οικονομίας, μέσω της αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους από τις κεντρικές τράπεζες. Είδαμε πιο πάνω πως μετά την κρίση η μόχλευση στην παγκόσμια οικονομία παρέμεινε. Απλώς μετακινήθηκε από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα. Αυτό καθιστά αναγκαία την μείωση του πρόσθετου βάρους από τις κυβερνήσεις, για να απελευθερωθούν πόροι υπέρ των επενδύσεων. Προς αυτήν την κατεύθυνση χρειάζεται να υπάρξει πλήρης ρήξη με την κατεστημένη οικονομική σκέψη. Υιοθετώντας λοιπόν μια αμιγώς κεϋνσιανή αναλυτική οπτική, ο Τέρνερ επιμένει στον κρίσιμο ρόλο της επεκτατικής μακροοικονομικής πολιτικής, ώστε να αποκατασταθεί το σημείο ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Ειδικότερα δε, υπογραμμίζει όχι τόσο την αύξηση των κρατικών δαπανών αλλά κυρίως, τη στοχευμένη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής με σκοπό τη χρηματοδότηση του κρατικού χρέους. Προς επίρρωση του επιχειρήματός του δεν διστάζει να αναφερθεί στον Μίλτον Φρίντμαν και την άποψη του για το helicopter money, τη δυνατότητα δηλαδή οι κεντρικές τράπεζες να επεκτείνουν τη νομισματική τους βάση, αυξάνοντας την ονομαστική ζήτηση. Αυτό όμως είναι το πρώτο βήμα. Τέτοιου είδους προγράμματα (QE) εφαρμόσθηκαν κατά κόρον, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν, διότι εστιάζουν αποκλειστικά στην παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, αφήνοντας εκτός την αναγκαία δημοσιονομική διάσταση που πρέπει να περιληφθεί για την ενδυνάμωση της ζήτησης. Η δραστικότερη εφαρμογή ενός προγράμματος νομισματικής χαλάρωσης, επιτυγχάνεται καλύτερα με τη μείωση της φορολογίας και την επέκταση των κρατικών δαπανών μέσω της έκδοσης νέου χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες. Κάτι παρόμοιο είχε προτείνει άλλωστε και ο πρώην διοικητής της Fed Μπεν Μπερνάκι το 2003 για την υπέρβαση της στασιμότητας της ιαπωνικής οικονομίας. Μια τέτοια πολιτική βέβαια δεν την ακολούθησε ούτε η Ιαπωνία -ενδυνάμωσε τη ζήτηση μέσω της αύξησης του ιδιωτικού χρέους- ούτε πολύ περισσότερο η ευρωζώνη μετά το 2008. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα πιο ριζοσπαστική -πλην όμως πολιτικά ανέφικτη- είναι η πρότασή του για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους των υπερχρεωμένων οικονομιών. Το συμπέρασμα μάλιστα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η ευρωζώνη θα ήταν καλύτερα να διαλυθεί, με έξοδο της Γερμανίας από το κοινό νόμισμα, εάν δεν υπάρξουν ριζικές μεταρρυθμίσεις στην αρχιτεκτονική της με απώτερο στόχο την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους.

Συμπερασματικά, ο Άντερ Τέρνερ θέτει πράγματι τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Σπάει βασικά το ταμπού της απαγόρευσης της χρηματοδότησης του κρατικού χρέους μέσω της έκδοσης χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες. Μεταξύ των δύο «κακών» -του ιδιωτικού και του δημοσίου χρέους- ο συγγραφέας τάσσεται υπέρ της αύξησης του δημοσίου, με σκοπό την ενίσχυση της ονομαστικής ζήτησης. Η συγκεκριμένη επιλογή αμφισβητεί ευθέως το κυρίαρχο δόγμα για την αποδοτική λειτουργία των αγορών γενικά και την αποτελεσματική αυτορρύθμιση της χρηματοπιστωτικής αγοράς ειδικότερα. Οι «αγορές» από μόνες τους δεν πραγματοποιούν ούτε αποδοτικότερη κατανομή των πόρων ούτε βρίσκονται σε διαρκή κατάσταση ισορροπίας. Αντιθέτως, όπως έδειξαν σημαντικοί οικονομολόγοι -ο Μίνσκι, ο Κέϋνς, ο Κίντλεμπέργκερ κ.α- το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι εγγενώς ευμετάβλητο και παράγει αρνητικές εξωτερικότητες για την οικονομία  και την κοινωνία συνολικά, τις οποίες ο Άντερ Τέρνερ ορίζει σαν ένα είδος οικονομικής μόλυνσης. Ως εκ τούτου, η ποσοτική και ποιοτική καθοδήγηση της πίστωσης από τις δημόσιες αρχές φαίνεται πως αποτελεί το αντίδοτο στην ανεξέλεγκτη παραγωγή ιδιωτικού χρέους και μόχλευσης, η οποία μάλιστα δεν διοχετεύεται σε παραγωγικές επενδύσεις.  Αντιθέτως, παγιώνει και εντείνει τις περιουσιοκρατικές ανισότητες, επιτυγχάνοντας κοινωνικά μη βέλτιστα αποτελέσματα. Ο πειρασμός βέβαια των κρατικών αρχών να ελέγξουν το σύνολο της προσφοράς χρήματος για ίδιους σκοπούς είναι μεγάλος, όπως άλλωστε μας υπενθυμίζει και ο Γκαίτε στον Φάουστ. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Τέρνερ θεωρεί αναγκαία την θεσμική πλαισίωση και την επιβολή περιορισμών στις κυβερνήσεις ως προς τον έλεγχο της προσφοράς του χρήματος. Παρά ταύτα, δεν επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί. Συνεπώς, το πιο εύλογο ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω αφορά, σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Πρέπει να παραμείνει αμετάβλητη ή να ενσωματωθεί στον πολιτικό έλεγχο; Μπορεί να βρεθεί μια μέση οδός όπως υποστηρίζει ο Πόλ Τάκερ ή απαιτούνται ριζοσπαστικότερες λύσεις; Και εάν επιλεγεί μια ριζοσπαστικότερη λύση, τι μπορεί να συνεπάγεται η πλήρης πολιτικοποίηση της νομισματικής πολιτικής στην εποχή της ραγδαίας ανόδου του λαϊκισμού παγκοσμίως και τι προεικάζεται μια τέτοια επιλογή, συγκεκριμένα, για το μέλλον της ευρωζώνης;

 

Αναφορές

Anat Admati, ‘The Missed Opportunity and Challenge of Capital Regulation’, National Institute Economic Review, 2016

Martin Wolf, ‘Basel: the mouse that did not roar. The new banking rules are simply insufficient’, Financial Times, September 14, 2010

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*