Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Robert Skidelsky, Money and Government: A Challenge to Mainstream Economics, 2018, UK: Penguin Random House, pp. 492

Ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι καταγράφει, ταξινομεί και ερμηνεύει τις ταλαντώσεις τόσο των μακροοικονομικών -θεωρητικών- αντιλήψεων όσο και της μακροοικονομικής πρακτικής σε επίπεδο εφαρμοσμένων πολιτικών από την μεταπολεμική «χρυσή τριακονταετία» έως και τη μεγάλη κρίση του 2007/8. Έχοντας εντρυφήσει στο έργο του Τζον Μέυναρντ Κέϋνς και φιλοτεχνήσει μάλιστα την βιογραφία του (John Maynard Keynes, 1883-1946: Economist, Philosopher, Statesman, London: Macmillan, 2003)  δεν είναι τυχαίο ότι η μελέτη του είναι πλήρως επηρεασμένη από τον σημαντικό Βρετανό οικονομολόγο. Αντηχώντας η ανάλυσή του τη γνωστή φράση του Κέϋνς «Πρακτικοί άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υφίστανται οποιαδήποτε επιρροή, συνήθως, είναι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου», ο Σκιντέλσκι υπογραμμίζει τη σημασία των ιδεών στην επιλογή και την εφαρμογή των μακροοικονομικών υποδειγμάτων από τις κυβερνήσεις, γεγονός που προκαλεί σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ θεωρίας και πράξης. Σε τελευταία ανάλυση, ο συγγραφέας προσπαθεί να απαντήσει το θεμελιώδες ερώτημα γιατί κάποιες ιδέες γίνονται κυρίαρχες εις πείσμα της πραγματικότητας στην οποία υλοποιούνται, ενώ κάποιες άλλες ιδέες που φαίνονται πιο συμβατές με τις ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας παραμερίζονται.

Οι ιδέες, σύμφωνα με τον Σκιντέλσκι πάντοτε, αποτελούν μια ανεξάρτητη πηγή παραγωγής εξουσίας, επειδή έρχονται να ερμηνεύσουν και να (ανα)νοηματοδοτήσουν μια -οικονομική- αντικειμενική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, οι πολιτικές ηγεσίες πίστεψαν ιστορικά και εξακολουθούν να πιστεύουν σε διάφορα θεωρητικά δόγματα αναφορικά με την λειτουργία του οικονομικού συστήματος, τα οποία, σε πολλές περιπτώσεις, πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εντοπίζεται στην επικράτηση του δόγματος περί αποτελεσματικής αυτορρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών που διαψεύστηκε εκκωφαντικά το 2007. Παρά ταύτα, ακόμα και μετά την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης εξακολουθούν να κυριαρχούν οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και μάλιστα, σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με πιο πριν, λόγω της περαιτέρω αποπολιτικοποίησης και συνεπώς, της εντονότερης τεχνοκρατικής διαχείρισης της μακροοικονομικής πολιτικής.

Επομένως, το ερώτημα που ανακύπτει αβίαστα περιστρέφεται γύρω από το πώς εξηγείται ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού παρά την οφθαλμοφανή αποτυχία της αγοράς; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα συνδέεται ευθέως με το ότι η θεωρητική υποστήριξη ενός συγκεκριμένου μακροοικονομικού υποδείγματος δεν είναι άμοιρη πολιτικοοικονομικών προκαταλήψεων. Απεναντίας, ο κρίσιμος ρόλος των ιδεών συνδέεται με το ότι καθιστά αδιόρατη την επικράτηση -ανάλογα με τη συγκυρία- των συμφερόντων είτε των δυνάμεων του κεφαλαίου είτε αυτών της εργασίας. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/8 κατέδειξε, ακριβώς, την τεράστια και συσσωρευμένη επιρροή του χρηματοπιστωτικού συστήματος τις τελευταίες δεκαετίες.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Σκιντέλσκι υπογραμμίζει ότι η επικράτηση των κεϋνσιανών ιδεών έως τη δεκαετία του 1970 δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η μετατόπιση του συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας και της πλήρους απασχόλησης εις βάρος των επιδιώξεων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Επιπλέον, η γενική αποδοχή του κράτους ως θεματοφύλακα του γενικού συμφέροντος αντανακλά τον ιστορικό συμβιβασμό εργοδοτών και εργαζομένων στο πεδίο της «πραγματικής» οικονομίας, έτσι ώστε η μαζική προσφορά να καλύπτεται πάντα από μια επαρκή μαζική ζήτηση. Σε συνδυασμό με την οικοδόμηση εγχώριων και διεθνών θεσμών που αποτρέπουν την εκδήλωση των αποτυχιών της ελεύθερης αγοράς και ευνοούν την άσκηση σταθεροποιητικής μακροοικονομικής πολιτικής, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική υπήρξε εύλογη συνέπεια της παραπάνω πολιτικοκοινωνικής συγκυρίας. Παρά ταύτα, το κεϋνσιανό υπόδειγμα -είτε εφαρμόστηκε ρητώς (μεταπολεμικά) είτε πιο «διαισθητικά» (βλέπε New Deal)-  αποτέλεσε την ιστορική εξαίρεση. Ο κανόνας ήταν η κλασική φιλελεύθερη οικονομική σκέψη όπως αυτή διαμορφώθηκε τον 18ο αιώνα και εξελίχθηκε στη νεοκλασική μονεταριστική θεωρία που κυριάρχησε από τη δεκαετία του 1970, συνεπικουρούμενη σε πολιτικό επίπεδο από το νεοφιλελευθερισμό. Η συντηρητική μακροοικονομική πολιτική, με έμφαση στην σταθερότητα των τιμών, ευνοεί δίχως άλλο τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, συναρτώντας την αποτελεσματική κατανομή των πόρων και την οικονομική μεγέθυνση γενικά, με την απορρύθμιση και τη διεθνή ολοκλήρωση των χρηματοοικονομικών αγορών. Στο νέο αυτό πλαίσιο, οι κυβερνήσεις καταλείπουν στις «αγορές» -στο χρηματοπιστωτικό σύστημα- το ρόλο του σταθεροποιητή της κατανάλωσης. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνονται τα επίπεδα δημοσίου και ιδίως ιδιωτικού χρέους, η παραγωγή κερδών από χρηματοπιστωτικές επενδύσεις επιταχύνεται, οι δυνάμεις της εργασίας αποσυντονίζονται από τον νέο παγκόσμιο καταμερισμό των έργων και η παγκόσμια οικονομία υφίσταται συνολικά  έναν έντονο χρηματιστικό μετασχηματισμό (financialization).

Α) Η επικράτηση της οικονομικής ορθοδοξίας

Η σταθερότητα των τιμών, ως κυρίαρχος πρακτικός κανόνας στην οικονομική ιστορία, διαθέτει μεγάλο ιστορικό βάθος. Οι απαρχές του ανευρίσκονται στις κυρίαρχες αφηγήσεις του 18ου αιώνα αναφορικά με το ρόλο του χρήματος στην οικονομία και ειδικότερα με τους παράγοντες που καθορίζουν την τιμή του ή, με άλλα λόγια, το γενικό επίπεδο των τιμών (πληθωρισμός). Ενώ η Μαριάνα Ματζουκάτο -όπως έχουμε αναλύσει- εξέτασε το ζήτημα της αξίας των αγαθών, ο Ρόμπερτ Σκιντέλτσκι δίνει έμφαση στην αξία του ίδιου του χρήματος. Από πού προκύπτει; Ποιος την καθορίζει: Τι συνέπειες έχει η διαφορετική ερμηνεία του ρόλου του για την δημοσιονομική και νομισματική πολιτική;

Για του κλασικούς φιλελεύθερους, όπως ο Άνταμ Σμιθ, το χρήμα είναι απλώς ένα ευρέως αποδεκτό ανταλλακτικό μέσο που διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές. Οι συναλλαγές υποτίθεται πως διευκολύνονται λόγω της διαμεσολαβητικής λειτουργίας του χρήματος αντί να πραγματοποιούνται απ’ ευθείας ανταλλαγές προϊόντων. Επιπλέον, για να υπάρχει ένα κοινό κριτήριο της αξίας ανταλλαγής του κάθε νομίσματος, η αξία αυτή καθορίσθηκε βάσει του υλικού με το οποίο κατασκευάζονται τα νομίσματα. Ο χρυσός ή το ασήμι εξασφάλιζαν κρίσιμης σημασίας ιδιότητες για την αξία των νομισμάτων, όπως είναι η διαιρετότητα, η διάρκεια και η σπανιότητα.

Το κρίσιμο συμπέρασμα των κλασικών έγκειται λοιπόν στο ότι η ποσότητα του χρήματος επηρεάζει το ύψος των ονομαστικών τιμών και όχι το αντίστροφο. Στην πραγματικότητα δηλαδή, η αναλογική αύξηση των τιμών σε σχέση με την προσφορά χρήματος δεν έχει κάποια ουσιαστική επίδραση στις πραγματικές τιμές. Όσο αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα (ή ο χρυσός) τόσο αυξάνονται και οι τιμές. Άρα, η πληθωριστική αύξηση εξαλείφεται από την αναλογική αύξηση του εισοδήματος. Για την ποσοτική νομισματική θεωρία συνεπώς, το χρήμα παραμένει τελικά «ουδέτερο».

Τα παραπάνω συνεπάγονται -για την ορθόδοξη οικονομική θεωρία πάντοτε- ότι μια σταθερή προσφορά χρήματος στην οικονομία, συνδεόμενη με την ποσότητα του διαθέσιμου χρυσού, αποτελεί την εγγύηση για χαμηλό πληθωρισμό. Κρίσιμος παράγοντας για μια σταθερή νομισματική βάση είναι βεβαίως και ο περιορισμός των κρατικών δαπανών. Το κράτος-νυχτοφύλακας του 18ου έως και τις αρχές του 20ού αιώνα αποτέλεσε το κατάλληλο πεδίο για την άσκηση μιας σφιχτής νομισματικής πολιτικής αφενός και μιας εξαιρετικά περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής αφετέρου. Το φιλελεύθερο αλλά μη δημοκρατικό πολίτευμα των περισσοτέρων χωρών περιόριζε το εκλογικό δικαίωμα για τα μέλη μόνο της αστικής τάξης και με αυτόν τον τρόπο, ευρείες κοινωνικές ομάδες έμεναν εκτός του πολιτικού παιχνιδιού. Επιπλέον, οι κλασικές θεωρητικές παραδοχές υποστήριζαν ότι μια ελεύθερη οικονομία διασφαλίζει την απορρόφηση της προσφοράς από τη ζήτηση (νόμος του Say), επιτυγχάνοντας παράλληλα και χαμηλά επίπεδα ανεργίας («φυσικό» ποσοστό ανεργίας) .

Μόνο μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο  -με κορύφωση τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο-, όταν θα αρχίσει να διευρύνεται το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι θα τεθούν στο προσκήνιο νέα κοινωνικά αιτήματα, για τα οποία το κράτος αναγκάστηκε να στραφεί σε παροχές (κοινωνικά δικαιώματα).

Βάσει των προεκτεθέντων, δεν αποτελεί έκπληξη ότι έως τα μέσα του 19ου αιώνα ο κανόνας του χρυσού είχε επικρατήσει στην παγκόσμια οικονομία, ώστε να μην επαναληφθούν οι πληθωριστικές κρίσεις του προηγούμενου αιώνα. Ο Ντέϊβιντ Ρικάρδο και ο Ντέϊβιντ Χιούμ υποστήριξαν την αναγκαιότητα επέκτασης του κανόνα του χρυσού ως μέσου συγκράτησης της πορείας των τιμών. Ο Χιούμ υποστήριξε συγκεκριμένα ότι στο σύστημα του Χρυσού Κανόνα υπάρχει ένας ισχυρός εξισορροπητικός μηχανισμός που συμβάλλει στην ταυτόχρονη εξισορρόπηση των ισοζυγίων εξωτερικών πληρωμών όλων των χωρών. Ο χρυσός εκρέει από μια χώρα με εμπορικό έλλειμμα και εισρέει σε μια χώρα με εμπορικό πλεόνασμα. Το εμπορικό έλλειμμα συνεπάγεται με τη σειρά του μείωση στην προσφορά χρήματος και το εμπορικό πλεόνασμα από την άλλη πλευρά μια αύξηση στην προσφορά του χρήματος. Η μειωμένη προσφορά χρήματος στην ελλειμματική οικονομία πιέζει καθοδικά τις τιμές και αυξάνει ταυτόχρονα την ανταγωνιστικότητα με όρους κόστους των εμπορευμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, το εμπορικό έλλειμμα συρρικνώνεται, λόγω και της αυξανόμενης τιμής των εγχώριων αγαθών στις πλεονασματικές οικονομίες. Έτσι αποκαθίσταται το εμπορικό ισοζύγιο.

Για τον Σκιντέλσκι, όμως, που ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση, το συγκεκριμένο θεωρητικό υπόδειγμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αντιστρέφοντας το παραπάνω επιχείρημα υποστηρίζει ότι οι διακυμάνσεις στις τιμές προέρχονται από τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου και σε τελική ανάλυση, οι διακυμάνσεις της ίδιας της οικονομίας είναι αυτές που καθορίζουν την ποσότητα του χρήματος – όχι το αντίστροφο. Τούτο φαίνεται από το ότι η λειτουργία του κανόνα του χρυσού έως τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν λειτούργησε μέσω αυτόματων σταθεροποιητών ούτε οφείλεται αποκλειστικά στην ανακάλυψη νέων αποθεμάτων χρυσού τον 19ο αιώνα.

Ειδικότερα, ευνοήθηκε καθοριστικά από το χαρακτήρα του εμπορίου και την κινητικότητα του κεφαλαίου και του εργατικού δυναμικού μεταξύ μητρόπολης και περιφέρειας. Το πρώτο κύμα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης καθοδηγήθηκε από την κυριαρχία της Βρετανίας (Pax Britannica, 1815-1914) που εγγυήθηκε την αντισταθμιστική μεταφορά κεφαλαίων προς τις αποικίες με αντάλλαγμα το άνοιγμα των αγορών τους για τις βρετανικές εξαγωγές. Επίσης, το διεθνές εμπόριο εκείνη την εποχή ήταν σχετικά μη ανταγωνιστικό, περιοριζόμενο στην ανταλλαγή βιομηχανοποιημένων προϊόντων με πρώτες ύλες μεταξύ μητρόπολης και περιφέρειας. Ο βασικότερος όμως λόγος που ο κανόνας του χρυσού, αν και περιοριστικός, παρέμεινε σε λειτουργία αρκετές δεκαετίες ήταν η ανεκτικότητα των πολιτών σε αυξημένα επίπεδα ανεργίας, λόγω των μη δημοκρατικών πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν. Η ανεργία που ήταν συνέπεια της εισαγωγής στην Ευρώπη φτηνών αγροτικών προϊόντων από τις αποικίες, αντισταθμιζόταν από τη μαζική μετανάστευση προς τις χώρες του Νέου Κόσμου, γεγονός που συνέτεινε στο να μην υπάρχει παρατεταμένη και επίμονα υψηλή ανεργία. Αυτό βέβαια με τη σειρά του, δημιούργησε τη ψευδή εντύπωση στους κλασικούς οικονομολόγους ότι υπό συνθήκες ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η ανεργία θα παραμένει χαμηλή και θα διαμορφώνεται αυτόματα σε ένα λελογισμένο «φυσικό» ποσοστό.

Όπως καθίσταται εύλογο βάσει των ανωτέρω, το βασικό πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και του κεφαλαίου καθ’ όλο τον 19ο αιώνα αφορούσε τις αποπληθωριστικές πιέσεις, στο πλαίσιο της «βικτωριανής» οικονομίας, που προκαλούσε η περιορισμένη ποσότητα του χρυσού -ευνοούσε  αναμφίλεκτα την πλευρά των πιστωτών, λόγω της διατήρησης της αξίας των δανείων τους- σε συνδυασμό με την απουσία μιας αντισταθμιστικής επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Β) Η κεϋνσιανή ρήξη και η (νεο)κλασική παλινόρθωση

Η αμφισβήτηση της οικονομικής ορθοδοξίας και συνεπώς, της συσταλτικής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής ξεκίνησε αρχικά μετά την ύφεση της δεκαετίας του 1930 στις ΗΠΑ. Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης Ρούζβελτ, που δεν δίστασε να βγάλει έστω πρόσκαιρα τις ΗΠΑ από τον κανόνα του χρυσού, σηματοδότησε το πρώτο στάδιο σε μια σημαντική μεταστροφή που έμελλε να σημαδέψει την παγκόσμια οικονομία, διαμορφώνοντας μια νέα συναίνεση γύρω από τη μακροοικονομική. Ο Κέϋνς ήταν εκείνος που αμφισβήτησε ουσιαστικά όλη την κατεστημένη μακροοικονομική θεωρία, αντιστρέφοντας τις θεμελιώδεις παραδοχές των κλασικών οικονομολόγων.

Ειδικότερα:

Πρώτα από όλα το χρήμα, όπως υποστήριξε, δεν λειτουργεί απλώς ως ανταλλακτικό μέσο. Λειτουργεί περισσότερο ως σύνδεσμος μεταξύ του παρόντος και του -αβέβαιου- μέλλοντος. Οι άνθρωποι επιλέγουν να κρατήσουν μέρος του εισοδήματός τους -ανεξάρτητα από τις συναλλαγές για την απόκτηση αγαθών-, με σκοπό να διαθέτουν περισσότερη ρευστότητα. Μια επιπλέον κρίσιμη διαφοροποίηση σε σχέση με τους κλασικούς αφορά τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το χρήμα. Για τον Κέϋνς παράγεται ενδογενώς, δηλαδή από την ίδια τη ζήτηση και όχι από κάποια εξωτερική αρχή (εξωγενώς), όπως είναι η κεντρική τράπεζα. Στη συγκεκριμένη συλλογιστική συνεπώς, οι επενδύσεις δεν χρηματοδοτούνται από τις αποταμιεύσεις -ούτε εξισώνονται με αυτές- αλλά από το νέο χρέος και τα δάνεια. Με αυτόν τον τρόπο, το τραπεζικό σύστημα δεν λειτουργεί στενά διαμεσολαβητικά μεταξύ αποταμιευτών και καταθετών, αλλά δύναται να παρέχει πίστωση πέρα από το ύψος των καταθέσεων. Άρα, το ύψος των επιτοκίων δεν διαμορφώνεται από την προσφορά των καταθέσεων. Συναρτάται με τη ζήτηση για νέα δάνεια, η οποία συναρτάται με τις μελλοντικές προσδοκίες. Συνολικά λοιπόν, οι διακυμάνσεις της προσφοράς χρήματος ακολουθούν τις διακυμάνσεις του οικονομικού-επιχειρηματικού κύκλου και επομένως, η πορεία των τιμών διαμορφώνει και την αντίστοιχη προσφορά χρήματος.

Επιπρόσθετα για τους κεϋνσιανούς, η μακροοικονομική πολιτική αφορά τη σχέση μεταξύ του χρήματος και του κράτους. Αρνούνται ότι μια νομισματική οικονομία τείνει αυτομάτως στην πλήρη απασχόληση. Τούτο αιτιολογείται από το ότι οι άνθρωποι δεν ξοδεύουν όλο τους το εισόδημα. Αντιθέτως, επιλέγουν να κρατούν ένα ποσοστό του εισοδήματός τους για λόγους που όπως προαναφέραμε σχετίζονται με τη αβεβαιότητα του μέλλοντος. Υπό αυτή την έννοια, το χρήμα λειτουργεί ως απόθεμα πλούτου και αξίας (store of wealth) και όχι απλώς ως συναλλακτικό μέσο. Επομένως, για την κεϋνσιανή προσέγγιση, η μακροοικονομική ρέπει εγγενώς προς μια ανισορροπία που δεν εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο ρόλος του κράτους, μέσω της νομισματικής και ιδίως της δημοσιονομικής πολιτικής έγκειται στο να διορθώνει την κατάσταση ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης του χρήματος, ώστε να επιτύχει εν τέλει την πλήρη απασχόληση.

Με βάση αυτές τις θεωρητικές παραδοχές διαμορφώθηκε το μεταπολεμικό οικονομικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι βασίστηκε στην οικοδόμηση εγχώριων και διεθνών θεσμών που αναχαιτίζουν τις εγγενείς αποτυχίες και την αβεβαιότητα της ελεύθερης αγοράς, ενώ ευνοούν παράλληλα την άσκηση σταθεροποιητικής μακροοικονομικής πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο, εκδηλώθηκε εμφατικά και η επικράτηση των δυνάμεων της εργασίας σε πολιτικό επίπεδο.

Η νεοκλασική παλινόρθωση, όμως, δεν άργησε. Ο στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του 1970 έδωσε επιχειρήματα στη νεοκλασική οικονομική θεωρία να αμφισβητήσει την ισχύ της αντισταθμιστικής σχέσης μεταξύ του ποσοστού ανεργίας και του ρυθμού αύξησης των ονομαστικών μισθών, όπως αυτή αποτυπώνεται στην καμπύλη Phillips. Η κρίση εκείνης της περιόδου περιελάμβανε ταυτοχρόνως υψηλά ποσοστά πληθωρισμού και ανεργίας. Οι νεοκλασικοί αναβίωσαν τα επιχειρήματα των κλασικών οικονομολόγων σχετικά με τη συσχέτιση του πληθωρισμού και της αυξημένης προσφοράς χρήματος, μέσω της ποσοτικής μονεταριστικής θεωρίας του χρήματος. Ο Μίλτον Φρίντμαν, μάλιστα, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον πληθωρισμό ως ένα αμιγώς νομισματικό φαινόμενο. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία της καμπύλης Phillips από τους μονεταριστές επικεντρώνεται στην άρση της αντισταθμιστικής σχέσης πληθωρισμού-ανεργίας, όταν το ποσοστό ανεργίας υπερβεί ένα όριο. Τούτο συμβαίνει διότι τα εργατικά συνδικάτα αρχικά δέχονται την αύξηση των μισθών και της συνολικής ζήτησης με σκοπό τη μείωση της ανεργίας, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι παράλληλα αυξάνονται αναλογικά και οι τιμές των προϊόντων, εξουδετερώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης. Έτσι λοιπόν, οι εργαζόμενοι διαμορφώνουν τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό βάσει της προηγούμενης περιόδου και συνεπώς, δεν επιθυμούν να εργασθούν με χαμηλότερους μισθούς λόγω της προσδοκίας τους για την μελλοντική -ανοδική- πορεία του πληθωρισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο πιέζουν διαρκώς για νέες αυξήσεις στους μισθούς ανεξάρτητα από τον ρυθμό της παραγωγικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, το συνολικό προϊόν παραμένει αμετάβλητο, αλλά ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί. Συνεπώς, η απασχόληση αυξάνεται -βραχυπρόθεσμα μόνο- στο βαθμό που η αύξηση του πληθωρισμού είναι μη αναμενόμενη και οι προσδοκίες των εργαζόμενων για αύξηση του πληθωρισμού χαμηλές. Επίσης, οι νεοκλασικοί υποστηρίζουν ότι η πλήρης απασχόληση δεν είναι σε καμία περίπτωση εφικτή. Υπάρχει πάντοτε ένα «φυσικό» επίπεδο ανεργίας το οποίο συνδέεται με τις σταθερότητα των τιμών. Το «φυσικό» ποσοστό ανεργίας ενσωματώνει τα εκάστοτε δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας που περιλαμβάνουν διάφορες ατέλειες της αγοράς, όπως είναι η ασυμμετρία της πληροφόρησης αναφορικά με τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας.

Η ως άνω αφήγηση των νεοκλασικών για το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 1970 έχει βάση στο βαθμό που η κεϋνσιανή θεωρία πράγματι παρακάμπτει ή παραβλέπει την εξήγηση της δυσκαμψίας των -ονοματικών- μισθών, υποθέτοντας ότι οι εργαζόμενοι έχουν πάγιες -και όχι προσαρμοστικές όπως υποστήριζε ο Μίλτον Φρίντμαν- προσδοκίες για την πορεία του πληθωρισμού. Από την άλλη πλευρά όμως, το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην αύξηση των ονομαστικών μισθών και την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Μια τέτοια άποψη είναι εξόχως παραπλανητική και πολιτικά προκατειλημμένη, διότι η αύξηση των τιμών του πετρελαίου τη δεκαετία του 1970 συνδέεται άμεσα με την άνοδο του πληθωρισμού. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, εντοπίζεται και μια βασική αδυναμία της νεοκλασικής θεωρίας: οι τιμές δεν καθορίζονται -τουλάχιστον πάντα- από την προσφορά χρήματος. Από ό,τι προκύπτει από τη μελέτη της προσφοράς του χρήματος και των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου, καθίσταται φανερό ότι οι δεύτερες προηγούνται των πρώτων. Η υπόθεση των νεοκλασικών ότι οι τιμές καθορίζονται από την ποσότητα του χρήματος συσκοτίζει την πραγματική εικόνα της οικονομίας, παρακάμπτει σημαντικούς μακροοικονομικούς κινδύνους που ελλοχεύουν και εν τέλει, αποκρύβει την αυξημένη επιρροή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στη χάραξη και εφαρμογή πολιτικών υπέρ των συμφερόντων του. Η περίοδος της Μεγάλης Εξομάλυνσης, που σηματοδότησε μια δεκαετία χαμηλού πληθωρισμού και επιτοκίων πριν ενσκήψει η κρίση τα 2007, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιστροφής της πραγματικής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πληθωρισμού και ποσότητας χρήματος. Ο χαμηλός πληθωρισμός της περιόδου αυτής δεν οφείλεται αποκλειστικά στη συγκρατημένη και «συνετή» νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών μέσω της χρήσης διαφόρων τυποποιημένων μοντέλων (όπως του “Taylor’s Rule”). Έχει να κάνει σε ικανό βαθμό και με την καλή τύχη, όπως αποδόθηκε το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον εκείνης της περιόδου, που συνεπάγεται χαμηλές τιμές στην ενέργεια (πετρέλαιο) και μικρές οικονομικές διαταράξεις (Stock & Watson 2003).

Επομένως, έχοντας επικρατήσει στους διαμορφωτές της πολιτικής μια γενικευμένη επανάπαυση σχετικά με την καλή λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας, αφήνοντας τον έλεγχο των τιμών στις ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες και με τις ίδιες τις «αγορές» να διασφαλίζουν την «αποδοτικότερη» κατανομή των πόρων, η οικονομική κατάρρευση το 2007 ήταν αναπάντεχη. Βασικός πυρήνας της θεωρητικής υποστήριξης της δυνατότητας αυτορρύθμισης του καπιταλισμού αποτελεί δίχως άλλο η νεοκλασική παραδοχή ότι η αξία ενός αγαθού ταυτίζεται με την τιμή που διαμορφώνει γι’ αυτό η αγορά – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημιουργία τεχνητών αυξήσεων των τιμών («φούσκες»). Άρα, οποιαδήποτε παρέμβαση του κράτους στο πεδίο της μακροοικονομικής πολιτικής ενέχει τον κίνδυνο της στρέβλωσης των σημάτων (τιμών) της αγοράς.

Γ) Η κρίση του 2007

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του βιβλίου αφορά την ερμηνεία της κρίσης του 2007 που εισηγείται ο Σκιντέλσκι υπό το πρίσμα μιας κατά βάση κεϋνσιανής προσέγγισης. Αμφισβητεί κατ’ αρχάς την ορθόδοξη ερμηνεία που προτάσσει, ως κύρια αιτία της παγκόσμιας κατάρρευσης, τις παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες και ειδικότερα, την συσσώρευση μεγάλου όγκου αποταμιεύσεων από την κινεζική και τις ασιατικές γενικότερα οικονομίες. Το γεγονός αυτό από μόνο του, σύμφωνα με τον Σκιντέλσκι, δεν αρκεί για να εξηγήσει τα χαμηλά ποσοστά επενδύσεων στις χώρες που εισάγουν κεφάλαια. Στην κεϋνσιανή θεωρία η υπερβάλλουσα αποταμίευση δεν είναι κάποιος ανεξάρτητος παράγοντας – είναι αποτέλεσμα της υπο-επένδυσης. Συνεπώς, εκείνο που πρέπει να εξηγηθεί είναι γιατί η ίδια η επένδυση κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα.

Η κεϋνσιανή θεωρία μας λέει ότι η αποταμίευση (S) και η επένδυση (I) εξισώνονται μόνο ex post, μέσω της συνολικής πτώσης του παγκόσμιου εισοδήματος και όχι μέσω μιας απλής προσαρμογής του επιτοκίου – όπως προέβλεπε ο εξισορροπητικός μηχανισμούς του Ντέϊβιντ Χιούμ. Υπό αυτό το πρίσμα, η κρίση του 2007/8 προκλήθηκε από την κατάρρευση της επένδυσης στις ΗΠΑ, με την παγκόσμια οικονομία να συρρικνώνεται ώστε να εξισωθεί η αποταμίευση με την επένδυση ex post. Τούτο συμβαίνει διότι, όπως προείπαμε, σύμφωνα με την κεϋνσιανή θεωρία η επένδυση δεν χρηματοδοτείται από την αποταμίευση αλλά από την τραπεζική πίστωση. Εάν τα συγκεκριμένα δάνεια προορίζονται για κερδοσκοπικές τοποθετήσεις και όχι για παραγωγικές επενδύσεις, τότε δεν επιδρούν καθόλου στη διόρθωση της ανισορροπίας μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης. Κατ’ επέκταση, η διόρθωση συμβαίνει μέσω της πτώσης του συνολικού παραγόμενου προϊόντος.

Λίγο πριν από το ξέσπασμα της κρίσης το 2007, η κινεζική οικονομία αποταμίευε περίπου το μισό της εισόδημα, αλλά επένδυε μόνο το 40% σε εγχώριες -κρατικές- επενδύσεις. Το υπόλοιπο 10% τοποθετούνταν κυρίως στην αγορά αμερικανικών ομολόγων. Ο χαμηλός βαθμός επένδυσης του πλεονάσματος σε εγχώριες επενδύσεις συνδέεται με την άνιση διανομή του εισοδήματος, την απουσία κοινωνικού κράτους και συνεπώς, την αδύναμη κατανάλωση. Από την άλλη πλευρά, η μαζική αγορά αμερικανικού χρέους στόχευε στην υπερτίμηση του αμερικανικού νομίσματος, με σκοπό τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των κινεζικών προϊόντων. Περεταίρω, η απορρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος επέτρεψε την ανάπτυξη και εν συνεχεία, την ένταση του φαινομένου του χρηματιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας, ο οποίος συνεπάγεται αυξημένα επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και υψηλά ποσοστά μόχλευσης. Οι ανισορροπίες στα θεμελιώδη μεγέθη των οικονομιών συνδέονται άρρηκτα με τις ανισορροπίες του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο αστάθειας. Βεβαίως, ο χρηματιστικός μετασχηματισμός δεν αποτελεί μια οικονομική νομοτέλεια. Αντιθέτως, συνδέεται με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές οι οποίες αποτυπώνουν μια σημαντική μεταβολή στο συσχετισμό ισχύος  μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Συγκεκριμένα, από τη δεκαετία του 1970, ο κεϋνσιανός συμβιβασμός και ο κοινωνικός νεοκορπορατισμός (κράτος, εργοδότες, εργαζόμενοι) αρχίζουν να εξασθενούν. Η αύξηση του ρυθμού απόδοσης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε σχέση με τη στασιμότητα του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας και κατ’ επέκταση των μισθών, όπως επίσης και η σταδιακή συρρίκνωση των επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών οδήγησαν σε μια κατάσταση μειωμένης ζήτησης και υπο-κατανάλωσης. Το κενό της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων καλύφθηκε, σε σημαντικό βαθμό, από έναν ιδιότυπο «ιδιωτικό κεϋνσιανισμό», ο οποίος συνδέεται με την επέκταση του δανεισμού σε ευρείες ομάδες πολιτών. Επιπλέον, η αύξηση του συνολικού επιπέδου του χρέους από τη δεκαετία του 1970, σε συνδυασμό με την περιοριστική μακροοικονομική πολιτική και τη γενικευμένη χρηματοπιστωτική απορρύθμιση είχαν ως συνέπεια την ευνοϊκή πλαισίωση των επιδιώξεων των πιστωτών –κρατών ή ιδιωτών. Επομένως, η κατάρρευση του 2007/8 πρέπει να αποδοθεί, σύμφωνα με τον Σκιντέλσκι, στη στασιμότητα ή και πτώση των επιπέδων της κατανάλωσης που προέρχονται από το εισόδημα. Η διατήρηση της κατανάλωσης τροφοδοτήθηκε από την επέκταση του ιδιωτικού και δημοσίου χρέους, μεταφέροντας με αυτόν τον τρόπο τις προσδοκίες για μελλοντική κατανάλωση στο παρόν. Η λειτουργία του συγκεκριμένου μηχανισμού είχε σαν απόληξη την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Το πιο παράδοξο όμως είναι ότι η απόκλιση του ρυθμού αύξησης των μισθών σε σχέση με την παραγωγικότητα, συνεχίστηκε και μετά την κρίση του 2007/8. Ακόμα ανησυχητικότερο είναι το φαινόμενο της πτώσης της ίδιας της παραγωγικότητας και εν γένει των παραγωγικών δυνατοτήτων των δυτικών οικονομιών. Η πτώση δηλαδή του δυνητικού ΑΕΠ είναι εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας στην ανάλυση του Σκιντέλσκι. Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, που προωθήθηκαν ως λύση για την αύξηση της παραγωγικότητας, έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Διότι για τους εργοδότες είναι πιο αποδοτικό οικονομικά -τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα- να προσλαμβάνουν φθηνό εργατικό δυναμικό, παρά να επενδύουν μακροπρόθεσμα σε κεφαλαιουχικό, ανθρώπινο ή φυσικό κεφάλαιο. Επιπλέον, η πτώση της παραγωγικότητας συνδέεται με ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά ανισότητας, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτεί έναν νέο κύκλο υπο-κατανάλωσης που οδηγεί τελικά σε ακόμα μεγαλύτερη μακροοικονομική ανισσοροπία. Με άλλα λόγια, τα νέα αυτά δεδομένα εμπεδώνουν στις δυτικές κατά βάση οικονομίες ένα status quo -όπως έχει ονομαστεί- υστέρησης (hysteresis), δηλαδή μια κατάσταση κατά την οποία το πραγματικό ΑΕΠ δεν μειώνεται σε σχέση με το δυνητικό, αλλά το ίδιο το δυνητικό ΑΕΠ συρρικνώνεται εξαιτίας μιας μακράς και παρατεταμένης περιόδου ύφεσης. Η παρατεταμένη ύφεση συνεπάγεται συρρίκνωση της παραγωγικής ικανότητας που οφείλεται στην απροθυμία των εργαζομένων να εργαστούν πιο παραγωγικά λόγω των χαμηλών μισθών, στην αδυναμία προσαρμογής στα νέα προσόντα που απαιτούν οι σύγχρονοι τομείς, στο αδύναμο τραπεζικό σύστημα και τις μειωμένες προσδοκίες για μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον τομέα της αύξησης της παραγωγικότητας. Λόγω λοιπόν της πτώσης του δυνητικού ΑΕΠ, συρρικνώνεται επίσης και η φορολογική βάση, γεγονός που προκαλεί δημοσιονομικά ελλείμματα τα οποία υπό κανονικές συνθήκες είναι απλώς κυκλικά -υπάγονται στις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου- και όχι δομικά (structural).

Βεβαίως, η θεωρία για την παρατεταμένη στασισμότητα προτάθηκε αρχικά το 1938 από τον οικονομολόγο του Χάρβαρντ Αλβιν Χάνσεν, την επομένη της Μεγάλης Ύφεσης. Συγκεκριμένα, ο Χάνσεν υποστήριξε ότι η οικονομία της Αμερικής πάσχει από έλλειψη επενδυτικών ευκαιριών που συνδέονται με την πτώση του ρυθμού ανάπτυξης της τεχνολογικής καινοτομίας, όπως επίσης και με τη γήρανση του εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή διαψεύστηκε λίγα χρόνια αργότερα. Κατ’ αρχάς, ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αφορμή για εκτεταμένες κρατικές δαπάνες, ιδίως στο πεδίο των στρατιωτικών δαπανών. Κατά δεύτερον, μετά την λήξη του πολέμου, ακολούθησε το μεταπολεμικό baby boom αλλά και μια ταχεία τεχνολογική πρόοδος. Η σύγχρονη εκδοχή αυτής της θεωρίας περιλαμβάνει την έννοια της κανονικής στασιμότητας (secular stagnation). Στον πυρήνα της, η θεωρία της κανονικής στασιμότητας, όπως τη συνέλαβε ο Λάρι Σάμερς, αναφέρεται στο πρόβλημα των χαμηλών πραγματικών επιτοκίων. Συγκεκριμένα, το μακροπρόθεσμο επιτόκιο -το ποσοστό απόδοσης των δεκαετών κρατικών ομολόγων- σε πολλές προηγμένες οικονομίες, μετά την απάλειψη του πληθωρισμού, είναι στην πραγματικότητα αρνητικό.

Ο Σάμερς επεσήμανε αρκετούς διαρθρωτικούς παράγοντες πίσω από αυτήν τη μακροπρόθεσμη πτώση. Κατ’ αρχάς, τη μείωση των νέων γεννήσεων και την επέκταση του προσδόκιμου ζωής στις δυτικές χώρες. Αυτά τα δεδομένα συνδέονται με τη μείωση των πραγματικών επιτοκίων, επειδή οι επενδυτές πιστεύουν ότι οι τάσεις αυτές θα επιφέρουν χαμηλότερες αποδόσεις στις μελλοντικές επενδύσεις. Ως εκ τούτου, οι επενδυτές συμβιβάζονται με μια χαμηλότερη απόδοση του δημόσιου χρέους.

Άλλοι παράγοντες που κάνουν τους επενδυτές απαισιόδοξους, σύμφωνα με τον Σάμερς πάντοτε, είναι η αύξηση της παγκόσμιας ανισότητας και η επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας. Ένα επίσης μεγάλο παράδοξο εντοπίζεται στο ότι η παραγωγικότητα της εργασίας, η σημαντικότερη πηγή μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης, αυξάνεται σήμερα πολύ πιο αργά από ό, τι εδώ και δεκαετίες, παρόλο που η τεχνολογική πρόοδος επιταχύνθηκε (Summers 2015). Βεβαίως, όπως επισημαίνουν και άλλοι οικονομολόγοι, η πρόκληση παραμένει πολιτική και όχι -μόνο- οικονομική: δεν υπάρχει δηλαδή κάποια οικονομική νομοτέλεια που να εμποδίζει εγγενώς την οικονομία να διασφαλίζει την πλήρη απασχόληση και την κοινή ευημερία. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν είναι τυχαίο ότι η κανονική στασιμότητα χρησιμοποιήθηκε σαν μια δικαιολογία για τις λανθασμένες οικονομικές πολιτικές (Stiglitz 2018).

Παράδειγμα τέτοιων -αναποτελεσματικών- πολιτικών είναι οι πολιτικές λιτότητας, στις ευρωπαϊκές ιδίως οικονομίες. Ο στόχος της μείωσης των ελλειμμάτων μέσω της περικοπής των δαπανών ενέτεινε την ασυμμετρία μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης, μείωσε της προσδοκίες των οικονομικών δρώντων για μελλοντική ανάπτυξη και περιόρισε τελικά τις επενδύσεις, μειώνοντας συνολικά την ανάπτυξη του τελικού προϊόντος. Το παραγωγικό κενό της οικονομίας (output gap) εντάθηκε δηλαδή, εξαιτίας των περιοριστικών πολιτικών με σκοπό τη μείωση των ελλειμμάτων που λειτούργησαν εν τέλει, ως αρνητικός πολλαπλασιαστής για την ανάπτυξη. Με λίγα λόγια, η αύξηση του χρέους χωρών, όπως της Ιταλίας ή της Ελλάδας ακόμα και μετά την κρίση, δεν έχει να κάνει με την αύξηση του αριθμητή του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ -δηλαδή με τα ελλείμματα του προϋπολογισμού (χαρακτηριστική είναι η ελληνική περίπτωση όπου επιτυγχάνονται υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα)- αλλά με τη μείωση του παρονομαστή (ΑΕΠ), λόγω των πολιτικών λιτότητας. Αλλά και σε οικονομίες, όπως η αμερικανική, στις οποίες έλαβαν χώρα επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, με σκοπό την αναθέρμανση της εγχώριας ζήτησης, η επανάκαμψη (rebalancing) στα προ κρίσης επίπεδα που ακολούθησε, επετεύχθη σε ένα χαμηλότερο επίπεδο, λόγω της συρρίκνωσης του δυνητικού προϊόντος και της ελάττωσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας.

Ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, επεκτείνοντας την κεϋνσιανή ανάλυση των πολιτικών που εφαρμόστηκαν και εξακολουθούν να εφαρμόζονται μετά το 2008, στρέφει την προσοχή του, υποχρεωτικά, και στη νομισματική πολιτική. Η έμφαση των κεντρικών τραπεζών στα εκτεταμένα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) αποτελεί για τον συγγραφέα απόδειξη ότι ο μονεταρισμός συνεχίζει να κυριαρχεί εις πείσμα των πραγματικών αναγκών της οικονομίας. Η λογική πίσω από τα QE αντικατοπτρίζει την παραδοσιακή μονεταριστική αντίληψη ότι ο πληθωρισμός καθορίζει την πορεία του ΑΕΠ, διότι ότι οι άνθρωποι θα επενδύσουν περισσότερο εάν προσδοκούν ότι οι τιμές θα ανέλθουν. Απεναντίας, η κεϋνσιανή προσέγγιση υποστηρίζει ότι ισχύει το αντίστροφο: η αύξηση της δαπάνης ωθεί το γενικό επίπεδο τιμών προς τα επάνω. Επομένως, ο στόχος της μακροοικονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι, σύμφωνα με το κεϋνσιανό θεωρητικό υπόδειγμα, η αύξηση του συνολικού προϊόντος. Τούτο συνεπάγεται ότι το αποτελεσματικότερο εργαλείο προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η δημοσιονομική πολιτική και όχι η νομισματική. Ο Σκιντέλσκι συμπίπτει επίσης με την άποψη της Τζοσελίν Πίξλεϊ που, όπως αναλύσαμε, θεωρεί ότι τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης συνεπάγονται σημαντικές διανεμητικές επιπτώσεις υπέρ των κατόχων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων. Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική διότι η επεκτατική νομισματική πολιτική από μόνη της μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω όξυνση των ανισοτήτων, ενισχύοντας το πρόβλημα της μειωμένης ζήτησης και κατανάλωσης στην οικονομία. Ως εκ τούτου, ο Σκιντέλσκι συμπεραίνει ότι η ποσοτική χαλάρωση, χωρίς δημοσιονομική ενίσχυση, είναι προκαθορισμένη να αποτύχει, τείνοντας σε μια παγίδα ρευστότητας κατά την οποία ο προσδοκώμενος ρυθμός απόδοσης μιας επένδυσης είναι χαμηλότερος από το κόστος του τραπεζικού δανεισμού, ήτοι το επιτόκιο χορήγησης δανείων.

Συνολικά, ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι αμφισβητεί ευθέως την κυριαρχία της οικονομικής ορθοδοξίας, όπως αυτή κατίσχυσε, όχι μόνο πριν από το 2007, αλλά εξακολουθεί να επικρατεί και μια δεκαετία μετά την έλευση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης. Η παράδοξη αυτή εμμονή σε καταφανώς αναποτελεσματικά θεωρητικά υποδείγματα είναι δίχως άλλο αποτέλεσμα της συσσωρευμένης επιρροής του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η διαμόρφωση, λοιπόν, μιας πιο ετερόδοξης άποψης σχετικά με την μακροοικονομική πολιτική που τείνει να εμπεδωθεί σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης βιβλιογραφίας, είναι ζητούμενο να αποκρυσταλλωθεί και σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής. Με άλλα λόγια, η έκβαση της μάχης στο χώρο των ιδεών φαίνεται ότι βαίνει υπέρ των αναθεωρητικών προσεγγίσεων. Είναι όμως τούτο επαρκές σημάδι και τι προεικάζεται άραγε για την έκβαση της ευρύτερης πολιτικής διαμάχης που σοβεί μεταξύ κράτους και «αγορών»;

 

Αναφορές

Stiglitz Joseph, “The Myth of Secular Stagnation”, Project Syndicate, 2018

Stock James H. & Watson Mark W., “Has the Business Cycle Changed?” Paper presented at the Federal Reserve Bank of Kansas City “Monetary Policy and Uncertainty: Adapting to a Changing Economy” symposium Jackson Hole, WY, August 28-30, 2003

Summers Larry, “Low Real Rates, Secular Stagnation & the Future of Stabilization Policy”, speech at the Bank of Chile Research Conference, 20 November 2015

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*