Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο της Jocelyn Pixley, Central Banks, Democratic States and Financial Power, 2018, Cambridge University Press, pp. 465

Κλείνοντας την ανάλυσή μας για το βιβλίο του Πολ Τάκερ -και τα κριτήρια που αναπτύσσει σχετικά με τα όρια και τα περιθώρια της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών- ανέκυψε το εξής ερώτημα: Kατά πόσον η όλη προβληματική περί ανεξαρτησίας αφορά, σε τελική ανάλυση, την ανάγκη για μια νέα θεσμική και συνταγματική «διαρρύθμιση» ή άπτεται μιας ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής δυναμικής που διαμορφώνει το εκάστοτε πλαίσιο εντολής των κεντρικών τραπεζών. Στον αντίποδα, λοιπόν, της μετριοπαθούς και αμιγώς θεσμικής προσέγγισης του Τάκερ, η κοινωνιολόγος Τζοσελίν Πίξλεϊ υιοθετεί μια πιο ριζοσπαστική έως πολεμική στάση απέναντι στις κεντρικές τράπεζες.

Συγκεκριμένα, το θεωρητικό πλαίσιο που αναπτύσσει η συγγραφέας εδράζεται βασικά στην ετερόδοξη οικονομική παράδοση και συλλαμβάνει το χρήμα όχι ως ουδέτερο μέσο συναλλαγών, αλλά ως άνιση κοινωνική σχέση μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη. Περαιτέρω, η Πίξλεϊ ασπάζεται την μετακεϋνσιανή προσέγγιση για την ενδογενή παραγωγή τους χρήματος που βρίσκεται στον αντίποδα της εξωγενούς-μονεταριστικής θεωρίας. Επιπλέον, σε θεσμικό επίπεδο, υιοθετεί την  έννοια της διπλής κίνησης του Καρλ Πολάνυι, υποστηρίζοντας ειδικότερα την καταφανή πολιτική μεροληψία των κεντρικών τραπεζών, χωρίς όμως η συγκεκριμένη μεροληψία να εξαλείφει τη δυνατότητα της αντίρροπης κοινωνικής δυναμικής, ενταγμένης στο πλαίσιο ιδιαίτερων ιστορικών συγκυριών. Με αυτόν τον τρόπο, η Πίξλεϊ αποφεύγει από τη μια πλευρά το κλασικό μαρξιστικό-ντετερμινιστικό πλαίσιο. Από την άλλη, όμως, δεν ακολουθεί την εξελικτική μεν ουδέτερη δε πολιτική ανάλυση μελετητών που καταγράφουν τη δυναμική μεταβολή του σκοπού των κεντρικών τραπεζών (έκτακτη χρηματοδότηση του κράτους, σταθερότητα τιμών, χρηματοπιστωτική σταθερότητα), χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται η δράση τους (Goodhart, 2010).

Με βάση τα προεκτεθέντα, είναι εύλογο ότι η συγγραφέας ξεκινά την ανάλυσή της με το ερώτημα σχετικά με το ποιες κοινωνικές ομάδες επεδίωξαν ιστορικά την ίδρυση των κεντρικών τραπεζών και επωφελήθηκαν εν τέλει από τη λειτουργία τους. Οι πιο σημαντικές κεντρικές τράπεζες, με κύρια παραδείγματα την Τράπεζα της Αγγλία και την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ, ιδρύθηκαν κατά βάση ως ιδιωτικές τράπεζες. Τούτο οφείλεται στον κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό της τότε πολιτικής συγκυρίας που ευνοούσε τις επιδιώξεις των δυνάμεων του κεφαλαίου. Βεβαίως, το συγκεκριμένο μοντέλο κεντρικής τραπεζικής δεν ήταν ομοιόμορφο για όλες τις χώρες. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Αυστραλία και τον Καναδά, η επικράτηση των δυνάμεων της εργασίας και των σοσιαλιστικών κομμάτων εγγυήθηκαν την ίδρυση κεντρικών τραπεζών με δημόσιο χαρακτήρα και σκοπό την πλήρη απασχόληση.

Α) Ο πολιτικός επικαθορισμός του ρόλου των κεντρικών τραπεζών

Ο καθοριστικότερος όμως παράγοντας για τη δημιουργία των κεντρικών τραπεζών, ιστορικά, ήταν το ίδιο το κράτος. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται ο «γενετικός» προκαθορισμός της πολιτικής μεροληψίας. Η ανάγκη για κρατική δράση συνδέεται, ειδικότερα, με το ότι το χρήμα ενέχει μια εγγενή αβεβαιότητα, διότι συνίσταται σε υποσχέσεις πληρωμής (IOUs) μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Έτσι λοιπόν, όταν τα εθνικά κράτη άρχισαν να καλύπτουν από ιδιωτικές πηγές τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες για τις πολεμικές εκστρατείες, η αστική τάξη διασφάλισε, μέσω των (ιδιωτικών) κεντρικών τραπεζών, την κρατική προστασία για την αποπληρωμή των δανείων της. Για την Πίξλεϊ συνεπώς, ακολουθώντας τη σκέψη του Πολάνυι, δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί το ζήτημα του χρήματος και της διαμόρφωσης της -καπιταλιστικής- αγοράς εργασίας, χωρίς να αναγνωριστεί η καθοριστική συμβολή του μονοπωλίου της νόμιμης βίας από το κράτος, κατά τον Μαξ Βέμπερ. Συγκεκριμένα, το χρήμα επιβάλλεται σε μια επικράτεια με τον εξαναγκασμό της πληρωμής των φόρων στο συγκεκριμένο νόμισμα και κυρίως μέσω της προστασίας που εξασφαλίζει το κρατικό μονοπώλιο της βίας για την εξόφληση του ιδιωτικού χρέους προς τις τράπεζες. Άρα, η δημιουργία των ενιαίων εθνικών κρατών διασφάλισε την κοινή προστασία όλων των κατακερματισμένων μορφών ιδιωτικού χρέους που προϋπήρχαν σε επίπεδο φέουδων. Αυτός  είναι ουσιαστικά ο μεγάλος μετασχηματισμός που συνέλαβε ο Πολάνυι πρώτος. Από την άλλη πλευρά βέβαια, η κοινωνία αντέδρασε σε αυτή την εξέλιξη, προκαλώντας μια αντίρροπη τάση στο πολιτικό εκκρεμές – που ο Πολάνυι χαρακτήρισε «διπλή κίνηση». Με άλλα λόγια, η εξέλιξη των αγορών και η υπερίσχυση των αστικοφιλελεύθερων επιδιώξεων ανάγκασαν την κοινωνία να αυτοπροστατευθεί. Όπως γράφει χαρακτηριστικά στον Μεγάλο Μετασχηματισμό ο Καρλ Πολάνυι: «Επί έναν αιώνα η δυναμική της σύγχρονης κοινωνίας καθορίζονταν από μια διπλή κίνηση: η αγορά αναπτυσσόταν συνέχεια αλλά αυτή η κίνηση συνάντησε μια αντίρροπή της που προσπαθούσε να ελέγξει την ανάπτυξη προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Ενώ αυτή η αντίρροπη κίνηση ήταν ζωτική για την προστασία της κοινωνίας, σε τελική ανάλυση ήταν ασύμβατη με την αυτορρύθμιση της αγοράς, κατά συνέπεια με το ίδιο το  σύστημα της αγοράς».

Επιπλέον, η συγγραφέας υιοθετεί μια αμιγώς κοινωνιολογική στάση για το χρήμα το οποίο παρουσιάζει περισσότερο ως κοινωνική σχέση παρά οικονομική. Επειδή λοιπόν, το χρήμα λειτουργεί σαν υπόσχεση αποπληρωμής του οφειλέτη προς τον πιστωτή, η έννοια της αξιοπιστίας και της δέσμευσης αποπληρωμής ενός χρέους αποτελούν τον πυρήνα της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Οι οικονομικοί δρώντες, σύμφωνα με την κοινωνιολογική θεωρία, βασίζουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις σε διυποκειμενικές προσδοκίες (intersubjective expectations), παρά σε ορθολογικές (rational). Οι κεντρικές τράπεζες συνεπώς, καλούνται να διασφαλίσουν τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πιστωτών ότι τα χρέη που κατέχουν δεν θα χάσουν την αξία τους εξαιτίας μιας υποτίμησης του νομίσματος (Hall 2008). Στο πλαίσιο αυτό, η ετερόδοξη θεωρία λαμβάνει σαν δεδομένο ότι το χρήμα είναι παραστατικό και υποστηρίζει περαιτέρω ότι η προσφορά του καθορίζεται από τη ζήτηση. Επομένως, δεν είναι αποτέλεσμα εξωτερικού καθορισμού από τις νομισματικές αρχές. Η εμφάνιση, λοιπόν, του χρήματος πριν από τη δημιουργία των αγορών είναι η βασική θέση των ετερόδοξων κοινωνικών επιστημόνων. Η συγκεκριμένη προσέγγιση θεωρεί επίσης ότι το νόμισμα μετατρέπεται σε χρήμα, κυρίως, επειδή παρεμβαίνει μια αρχή (το κράτος), που έχει την εξουσία να επιβάλλει υποχρεώσεις στους πολίτες της, υπό τη χρηματική μορφή που η ίδια ορίζει.

Στο πλαίσιο αυτό, η Πίξλεϊ συμπεραίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν αποτελούν έναν απλώς ουδέτερο θεσμό. Αντιθέτως, ο ρόλος τους στην οικονομία συμπυκνώνει την ένταση και το καταστάλαγμα του εκάστοτε συσχετικού δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Ιστορικά, όποτε ο συσχετισμός έγερνε υπέρ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου οι κεντρικές τράπεζες υιοθετούσαν πολιτικές συγκράτησης των τιμών που κατέληγαν σε αποπληθωριστικά αποτελέσματα, έτσι ώστε να προστατευθεί η αξία των χρηματοοικονομικών μέσων και εν γένει των πιστωτών. Αλλά και μετά την κρίση του 2007/8, η συγγραφέας διαπιστώνει ότι οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να εφαρμόζουν μέτρα υπέρ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, παρά την επικέντρωσή τους σε πολιτικές διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Το παράδειγμα της ποσοτικής χαλάρωσης (QE), όπως θα αναλυθεί παρακάτω, επιβεβαιώνει σε σημαντικό βαθμό αυτό το επιχείρημα.

Β) Οι πολιτικά προκατειλημμένες επιλογές των κεντρικών τραπεζών

Για την συγγραφέα, το συγκεκριμένο –πολιτικά μεροληπτικό– μοτίβο είναι το κυρίαρχο, το ιστορικά επαναλαμβανόμενο, με μόνη εξαίρεση την μεταπολεμική χρυσή τριακονταετία, κατά την οποία οι δυνάμεις της εργασίας κατάφεραν να ισορροπήσουν την μονομέρεια των πολιτικών των κεντρικών τραπεζών. Στα μέσα δηλαδή του εικοστού αιώνα, η πολιτική επέτυχε να διατηρήσει μεγαλύτερη απόσταση από την οικονομία. Πιο πριν ήταν αρκετά δύσκολο να διακρίνει κανείς μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονούμε ότι οι πρώτες κεντρικές τράπεζες ήταν κατά βάση ιδιωτικές και όπως και οι υπόλοιπες τράπεζες επωφελούνταν από τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων κρατών. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1920, η αύξηση των επιτοκίων, μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έλαβε χώρα, για να προστατευθεί η αξία των ομολόγων (Liberty Bonds), με τα οποία χρηματοδότησαν οι ΗΠΑ τις δυνάμεις της Τριπλής Συμμαχίας της Αντάντ εναντίον του Άξονα. Τα ομόλογα αυτά είχαν κυμαινόμενη απόδοση η οποία ήταν βέβαιο ότι θα συρρικνωνόταν από τις πληθωριστικές πιέσεις έως το 1920. Ως εκ τούτου, η πιο σφικτή νομισματική πολιτική της Fed ακόμα και μετά την κρίση του 1929, δεν πρέπει να ερμηνεύεται από τους ιστορικούς της οικονομίας σαν ένα απλό «λάθος» των τότε διαμορφωτών της πολιτικής, αλλά σαν μια συνειδητή προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις επιδιώξεις των τραπεζών. Αντίθετα, η περίοδος μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η επέκταση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες όπως το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού, ενδυνάμωσαν τη θέση της εργατικής τάξης. Οι δημοσιονομικές πολιτικές υπέρ της απασχόλησης και κατά του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αποτυπώθηκαν μεταξύ άλλων και στο ότι τα ομόλογα με τα οποία οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν τις πολεμικές επιχειρήσεις είχαν σταθερή απόδοση. Το κόστος δηλαδή δανεισμού μπορούσε, μεταπολεμικά, να μειωθεί λόγω των πληθωριστικών πολιτικών. Έτσι, οι τράπεζες δεν είχαν τη δυνατότητα να χειραγωγήσουν τις πολιτικές αποφάσεις υπέρ των επιδιώξεών τους. Το συγκεκριμένο γεγονός καταδεικνύει και ένα ακόμα σημαντικό συμπέρασμα σύμφωνα με την Πίξλεϊ: Ότι οι μεταρρυθμίσεις σχετικά με το πλαίσιο της εντολής των κεντρικών τραπεζών συμβαίνουν βασικά, λόγω της μεταβολής του κοινωνικοπολιτικού συσχετισμού.

Μια τέτοια μεταβολή άρχισε να διαμορφώνεται μετά την ολική οικονομική κατάρρευση το 1931 που σηματοδότησε το τέλος του οικονομικού φιλελευθερισμού και αποτέλεσε την αφετηρία για την επιβολή ελέγχων κεφαλαίων από πολλές σημαντικές οικονομίες και την εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού από τη Βρετανία. Τότε μόνο άρχισε -και στο συγκεκριμένο πλαίσιο πάντοτε- να μεταβάλλεται ο συσχετισμός δύναμης σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Η σταδιακή απονομιμοποίηση των ιδιωτικών και κεντρικών τραπεζιτών που κυριαρχούσαν στο πεδίο της χρηματοοικονομικής πολιτικής καθ’ όλη τη δεκαετία του 1920, έδωσε την ευκαιρία σε ένα νέο πολιτικοοικονομικό συνασπισμό -εργάτες, βιομήχανοι και κεϋνσιανών αντιλήψεων δημόσιοι λειτουργοί- να αναδιαμορφώσει το έως τότε επικρατούν φιλελεύθερο οικονομικό δόγμα. Το νέο αυτό σκηνικό αποτυπώθηκε πολύ καθαρά με τον δημοσιονομικό επεκτατισμό του New Deal, όταν η κυβέρνηση Ρούσβελτ, συστοιχιζόμενη με τα συμφέροντα της «πραγματικής» οικονομίας (εργατών και βιομηχάνων), πραγματοποίησε μεταρρυθμίσεις τόσο στη νομισματική πολιτική της Fed όσο και στη δημοσιονομική πολιτική γενικότερα, με σκοπό την πλήρη απασχόληση και την τόνωση της ενεργής ζήτησης. Σημαντική πολιτική επιλογή προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν η μεταφορά του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής από τη Fed στο υπουργείο οικονομικών (Treasury Department), την ηγεσία του οποίου ανέλαβε ο Χένρι Μοργκεντάου – μια εμβληματική μορφή του ριζοσπαστισμού που πρέσβευε η κυβέρνηση του New Deal. Γενικότερα δε, ανάλογες μεταβολές έλαβαν χώρα και αλλού, όπως στη Γαλλία, όπου μετά τη νίκη των σοσιαλιστών στις εκλογές του 1936, η νέα κυβέρνηση αποφάσισε την υπαγωγή της κεντρικής τράπεζας σε καθεστώς αυξημένου δημοσίου ελέγχου, ενώ ίδρυσε και ένα κρατικό ταμείο για τη χρηματοδότηση δημοσίων έργων.

Ο επόμενος κύκλος παλινόρθωσης των αντιπληθωριστικών πολιτικών εντοπίζεται στη δεκαετία του 1970, όταν η συνέχιση του πολέμου στο Βιετνάμ έδωσε τη δυνατότητα επέκτασης του τραπεζικού δανεισμού και αποτέλεσε τελικά, τη χαριστική βολή στους περιορισμούς των σταθερών ισοτιμιών υπό το καθεστώς του Bretton Woods. Τέλος, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2007, οι πολιτικές λιτότητες επέστρεψαν, παρά το ότι η νομισματική πολιτική δεν είναι αποπληθωρισιτκή όπως στο παρελθόν. Παρά ταύτα, ο αποπληθωρισμός αποτελεί μια νέα «κανονικότητα» για την παγκόσμια και ιδίως την ευρωπαϊκή οικονομία.

Γενικότερα δε, οι πολιτικά μεροληπτικές επιλογές των κεντρικών τραπεζών συνδέθηκαν, κατά το μάλλον ή ήττον, με τον χρηματιστικό μετασχηματισμό της σύγχρονης οικονομίας (financialization), ο οποίος δεν αποτέλεσε προϊόν κάποιου είδους ντετερμινισμού αλλά συνδέεται άρρηκτα με τη βασική θέση του Πικετί σχετικά με την ιστορία των ανισοτήτων, ότι αυτός ο μετασχηματισμός υπήρξε πάντοτε μια βαθιά πολιτική ιστορία που δεν συνοψίζεται σε καθαρά οικονομικούς μηχανισμούς. Συνεπώς, η διακύμανση της θεμελιώδους ανισότητας (r > g), που ανέδειξε ο Πικετί και συνδέεται με τον ρόλο των κεντρικών τραπεζών που εξετάζει η Πίξλεϊ, αποτυπώνει την ιστορικά εντοπισμένη παρατήρηση ότι το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου (r) (κέρδη, μερίσματα, τόκοι κτλ.) υπερβαίνει το ρυθμό μεγέθυνσης της πραγματικής οικονομίας (g) (εισόδημα και παραγωγή). Ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαίο ότι η αύξηση της θεμελιώδους ανισότητας συμπίπτει με συγκεκριμένες μεταβολές στη θεσμική δομή των κεντρικών τραπεζών -σχετιζόμενες ιδίως με το βαθμό της ανεξαρτησίας τους- και το πλαίσιο της εντολής τους  -συγκράτηση τιμών, ενίοτε και ενθέρρυνση της πλήρους απασχόλησης- που ευνόησαν το χρηματιστικό μετασχηματισμό.

Γ) Η πολιτική επικράτηση του μονεταρισμού

Η απόδοση του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου ενισχύθηκε δίχως άλλο τη δεκαετία του 1970, όταν επικράτησε σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής ο μονεταρισμός. Η προσέγγισή του για το ρόλο του χρήματος διαφέρει εντελώς από την προαναφερθείσα ετερόδοξη αφήγηση. Οι μονεταριστές ισχυρίζονται ότι το χρήμα επινοήθηκε, για να διευκολυνθούν οι εμπορικές συναλλαγές και άρα προέκυψε μετά τη δημιουργία της ιδιωτικής αγοράς. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι η βασικότερη λειτουργία του χρήματος είναι η διευκόλυνση των συναλλαγών και για να υπάρχει ένα κοινό κριτήριο της αξίας ανταλλαγής του κάθε νομίσματος, η αξία αυτή καθορίσθηκε βάσει του υλικού από το οποίο κατασκευάζονται (οποιοδήποτε μέταλλο). Σταδιακά, το σύστημα αυτό στις σύγχρονες οικονομίες μετεξελίχθηκε στον πολλαπλασιαστή καταθέσεων (ο οποίος είναι συνάρτηση της αναλογίας των αποθεματικών προς τις καταθέσεις), αποτελώντας συστατικό στοιχείο κάθε σύγχρονου τραπεζικού συστήματος.

Ο μονεταρισμός υποθέτει επίσης ότι υπάρχει μια σχετική σταθερότητα στη ζήτηση για χρήματα, υπό την έννοια ότι οι άνθρωποι κρατούν ένα σταθερό ποσοστό του εισοδήματός τους σε νομισματική μορφή. Εάν όμως αυξηθεί το συνολικό χρηματικό απόθεμα που τίθεται σε κυκλοφορία, τότε οι τιμές θα ανέλθουν. Σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο τιμών, οι άνθρωποι θα δουν ότι χρειάζονται περισσότερα χρήματα για να αποκαταστήσουν την προηγούμενη αναλογία του εισοδήματός τους και με αυτόν τον τρόπο, η ζήτηση για χρήματα θα αυξηθεί ώστε να ταιριάξει με την προσφορά. Επομένως, ο πληθωρισμός, όπως επισήμανε ο Μίλτον Φρίντμαν, είναι ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο, διότι προκαλείται από την ταχύτερη αύξηση της ποσότητας χρήματος σε σχέση με αυτή του εισοδήματος. Στο πλαίσιο αυτό, η ποσότητα του χρήματος καθορίζεται από μια εξωτερική αρχή, την κεντρική τράπεζα και όχι από τη ζήτηση που υπάρχει για πίστωση (εξωγενής προσφορά).

Κατ’ επέκταση, η συγκεκριμένη θεωρία τάσσεται κατά της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, διότι υποστηρίζει ότι η επιπλέον ποσότητα του χρήματος δεν μπορεί να επηρεάσει τα βασικά μακροοικονομικά δεδομένα, εκτός από τον πληθωρισμό (ουδετερότητα του χρήματος). Ενώ λοιπόν το βασικό εργαλείο των μονεταριστών είναι ο έλεγχος της προσφοράς χρήματος, μέσω της κεντρικής τράπεζας, η ιδέα αυτή ήρθε να εφαρμοσθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα από τους νεοφιλελεύθερους ηγέτες στις αγγλοσαξονικές χώρες, απελευθέρωσε πλήρως την προσφορά του χρήματος. Τούτο ευνοήθηκε ιδιαιτέρως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν κατέρρευσαν οι σταθερές ισοτιμίες και εγκαταλείφθηκε ο «κανόνας του χρυσού» από την κυβέρνηση Νίξον (1971). Έκτοτε κυριάρχησε το λογιστικό χρήμα, η προσφορά του οποίου έφθασε να υπερβαίνει κατά πολύ την αξία του παγκόσμιου ΑΕΠ, γεγονός που ευνόησε δίχως άλλο τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αξίζει δε να υπογραμμισθεί ότι -κατά τη συγγραφέα πάντοτε- η εγκατάλειψη των σταθερών ισοτιμιών δεν αποτελεί απόρροια κάποιας μορφής οικονομικού ντετερμινισμού. Αποτελεί ξεκάθαρα μια πολιτική απόφαση που ευνόησε -ίσως και ακούσια- τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Συγκεκριμένα, η προηγούμενη κυβέρνηση Νίξον θα μπορούσε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους των ΗΠΑ, αν επέλεγε τη συνέχιση της χρηματοδότησης του πολέμου στο Βιετνάμ μέσω της έκτακτης φορολογίας που είχε θεσπίσει επί τούτω η κυβέρνηση Τζόνσον και είχε οδηγήσει μάλιστα σε δημοσιονομικό πλεόνασμα όταν ανέλαβε ο Νίξον τα προεδρικά του καθήκοντα. Μέσω της φορολογίας, όπως διαπιστώνει η Πίξλεϊ, διατηρείται ο δημοσιονομικός έλεγχος του ιδιωτικού τραπεζικού δανεισμού. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγονται φαινόμενα πληθωρισμού τόσο σε επίπεδο αγαθών και μισθών όσο κυρίως στην αξία των χρηματοοικονομικών μέσων. Η απόφαση του Νίξον, όμως, να χρηματοδοτήσει την πολεμική εκστρατεία μέσω τραπεζικού δανεισμού ευνόησε τις επιδιώξεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος είχε αρχίσει από καιρό να επεκτείνεται πέρα από τις εθνικές αγορές -βλέπε αγορά ευρωδολαρίων στο Λονδίνο- και να αναπτύσσει νέα επενδυτικά χρηματοοικονομικά μέσα. Όπως είναι λογικό, η νέα αυτή πραγματικότητα οδήγησε στην αύξηση της προσφοράς του χρήματος στην οικονομία, την οποία επέκτεινε η κυβέρνηση Νίξον μέσω της αλλαγής στον τρόπο χρηματοδότησης του πολέμου στο Βιετνάμ. Ως εκ τούτου, η δημοσιονομική πολιτική διεμβολίσθηκε από τη νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας που είχε σκοπό την προστασία της αξίας των νέων ιδιωτικών απαιτήσεων.

Η αύξηση, λοιπόν, του δημοσίου χρέους, σε συνδυασμό με τη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας και την ανάδυση νέων φορέων παροχής πίστωσης πέραν των τραπεζών, κατέστησε τον έλεγχο της συνολικής προσφοράς του χρήματος εκ των πραγμάτων αδύνατο από την κεντρική τράπεζα. Απόληξη της πολιτικής προστασίας των επιδιώξεων του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν η απότομη άνοδος των επιτοκίων στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τη Fed, απόφαση που προκάλεσε αλλεπάλληλες κρίσεις χρέους τόσο εντός των ΗΠΑ όσο και εκτός (κρίση χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής).  Με αυτό το επιχείρημα η Πίξλεϊ καταρρίπτει τη συμβατική αφήγηση που έχει επικρατήσει για την εξήγηση του τέλους των σταθερών νομισματικών ισοτιμιών. Η συγκεκριμένη εξήγηση συνδέεται με το  λεγόμενο δίλημμα Τρίφιν, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη των οποίων το νόμισμα αποτελεί διεθνές συναλλαγματικό μέσο, αυξάνουν σχεδόν αναπόδραστα το εμπορικό έλλειμμα και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, επειδή τα υπόλοιπα κράτη επιθυμούν να διακρατούν τα αποθέματά τους στο παγκόσμιο συναλλαγματικό μέσο. Άρα, τα κράτη-εγγυητές της νομισματικής σταθερότητας πρέπει να είναι πρόθυμα να προμηθεύσουν τον κόσμο με μια επιπλέον προσφορά του νομίσματός τους, για να καλύψουν την παγκόσμια ζήτηση για συναλλαγματικά αποθέματα. Η συγκεκριμένη εξήγηση όμως, καταρρίπτεται από την Πίξλεϊ, διότι όπως προαναφέρθηκε οι ΗΠΑ είχαν δημοσιονομικό πλεόνασμα όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Νίξον.

Ο μονεταρισμός, δηλαδή, κυριάρχησε, ακριβώς, την περίοδο κατά την οποία εξέλειπαν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοσθεί και λειτούργησε περισσότερο ως κανονιστική παρά ως ρεαλιστική αντίληψη για την οικονομική πολιτική γενικά. Ως εκ τούτου, εκείνο που ήταν το μόνο εφαρμόσιμο από τη μονεταριστική θεωρία ήταν ο τερματισμός της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Εκτός όμως από τον μονεταρισμό, τη χαριστική βολή σε μια δημοσιονομική και νομισματική πολιτική υπέρ της πλήρους απασχόλησης έδωσε επίσης η κυριαρχία της λεγόμενης “Phillips Curve” που αποτυπώνει την αρνητική συσχέτιση μεταξύ πληθωρισμού και απασχόλησης. Η μείωση δηλαδή του πληθωρισμού αυξάνει την απασχόληση. Ο στασιμοπληθωρισμός όμως της δεκαετίας του 1970 κατέδειξε την ανεπάρκεια και αυτού του δόγματος. Με άλλα λόγια, ο υψηλός πληθωρισμός μπορούσε να συνυπάρχει με υψηλή ανεργία. Η βασική αδυναμία αυτών των θεωριών που ενέτεινε την πολιτική τους προκατάληψη, αφορά την εσφαλμένη υπόθεση περί ενός μόνο είδους πληθωρισμού: αυτού που προέρχεται από την αύξηση των μισθών και αυξάνει τις τιμές των προϊόντων λόγω της αύξησης της ζήτησης. Εκείνο που παρέλειψαν βέβαια να συμπεριλάβουν στις υποθέσεις τους είναι ο πληθωρισμός στις τιμές των χρηματοοικονομικών μέσων, ο οποίος αυξάνεται ραγδαία λόγω της υπερπροσφοράς του χρήματος και της μόχλευσης της οικονομίας, καταλήγοντας πολλές φορές, όπως το 2007, σε χρηματοοικονομικές φούσκες.

Η επέκταση του μονεταρισμού σε διεθνές επίπεδο αποτέλεσε επίσης, τη βάση για τη θεωρία των «άριστων νομισματικών περιοχών» (Optimal Currency Area). Επειδή ακριβώς υποστηρίζει ότι το χρήμα εξελίχθηκε, κυρίως, ως μέσο για να διευκολύνει τις συναλλαγές, λαμβάνει σαν δεδομένο ότι η κυκλοφορία ενός συγκεκριμένου νομίσματος μπορεί να ξεπερνά τα όρια μιας μόνο κρατικής επικράτειας. Επομένως, κράτη τα οποία πραγματοποιούν μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές είναι αποτελεσματικότερο να υιοθετήσουν ένα κοινό νόμισμα, ώστε να μειώσουν, αμοιβαία, το κόστος συναλλαγής τους.

Με αυτά τα δεδομένα, η μονεταριστική προσέγγιση δεν θεωρεί ως προαπαιτούμενο την πολιτική ένωση για τη δημιουργία μιας νομισματικής ένωσης, διότι ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι περιορισμένος, εφόσον το χρήμα λειτουργεί σαν απλό ανταλλακτικό μέσο ανάμεσα στους συναλλασσόμενους. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη τα διαφορετικά επίπεδα ανταγωνιστικότητας μεταξύ των οικονομιών που συναλλάσσονται στο ίδιο νόμισμα και η συνεπακόλουθη ασυμμετρία που δημιουργείται. Η επικράτηση των συγκεκριμένων απόψεων στην ίδρυση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης δημιούργησε, σύμφωνα με τη συγγραφέα, τη γνωστή ασυμμετρία μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής ολοκλήρωσης, η οποία αποτέλεσε τροχοπέδη για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη.

Δ) Χρηματοπιστωτική κρίση και κεντρικές τράπεζες: Ποια «ανεξαρτησία»;

Όπως αναλύσαμε παραπάνω, ένα κεντρικό επιχείρημα της Πίξλεϊ αποτελεί η συσχέτιση του ρόλου των κεντρικών τραπεζών με τη διασφάλιση των συμφερόντων των ιδιωτικών τραπεζικών ιδρυμάτων – ιδίως όταν χρηματοδοτούν τις πολεμικές επιχειρήσεις των κρατών. Ο νέος κύκλος παλινόρθωσης πολιτικών που ευθυγραμμίζονται με τις επιδιώξεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά το 2007, μπορεί να μη συνδέθηκε με πολεμικές επιχειρήσεις που ευνόησαν την επέκταση της τραπεζική πίστωσης, συνδυάστηκε εντούτοις με εκτεταμένα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) από τις κεντρικές τράπεζες και γενικότερα, με την κοινωνικοποίηση (δημόσιο χρήμα) των ζημιών πτωχευμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

Με άλλα λόγια, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης θέτουν σε έντονη αμφισβήτηση την «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών, διότι συνεπάγονται σοβαρές διανεμητικές συνέπειες που επηρεάζουν καταλυτικά τις περιουσιοκρατικές ανισότητες. Οι διανεμητικές επιλογές -εάν επιδιώκουμε να συμβιβάσουμε τη λογοδοσία με την ανεξαρτησία, για να θυμηθούμε τα κριτήρια του Πολ Τάκερ- θα πρέπει να βρίσκονται στα χέρια των εκλεγμένων πολιτικών. Σε διαφορετική περίπτωση, η «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών μετασχηματίζεται τελικά σε ανέλεγκτη και πολιτικά μεροληπτική εξουσία. Τα προγράμματα αγοράς χρηματοοικονομικών τίτλων για την παροχή ρευστότητας στην οικονομία επηρεάζουν τις ανισότητες κυρίως μέσω της δημιουργίας πρόσθετων αποθεματικών στους λογαριασμούς που διαθέτουν οι ιδιωτικές τράπεζες στις κεντρικές. Με αυτόν τον τρόπο, οι ιδιωτικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί μπορούν να διαθέσουν την πρόσθετη ρευστότητα για τη χρηματοδότηση της «πραγματικής» οικονομίας, μέσω νέων δανείων π.χ σε επιχειρήσεις. Έχουν βέβαια και την επιλογή να επενδύσουν σε μη παραγωγικές δραστηριότητες, δηλαδή σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, όπως τα διάφορα παράγωγα που παρέχουν μεγαλύτερες αποδόσεις και δεν συνεισφέρουν στο ΑΕΠ. Σε αυτή την περίπτωση, δημιουργείται αύξηση στις τιμές των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων η οποία είναι πιθανό να οδηγήσει σε φούσκες. Η τρίτη επιλογή για τις ιδιωτικές τράπεζες είναι να αφήσουν τα αποθεματικά στους λογαριασμούς των κεντρικών τραπεζών απολαμβάνοντας τη σιγουριά των τόκων που λαμβάνουν. Για την αποτροπή της τελευταίας πιθανότητας, οι κεντρικές τράπεζες επέλεξαν τα αρνητικά επιτόκια αποδοχής καταθέσεων, γεγονός βέβαια που προκάλεσε, στην περίπτωση της ευρωζώνης, την έντονη αντίδραση των γερμανικών ταμιευτηρίων. Για την αποφυγή, όμως, της εκ νέου επένδυσης σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους, έγιναν ελάχιστα. Το κυριότερο πρόβλημα εστιάζεται στην απουσία ενεργής δημοσιονομικής πολιτικής, ιδίως στην ευρωζώνη, η οποία με τη σειρά της μειώνει την εμπιστοσύνη των τραπεζών προς τις επιχειρήσεις. Συνεπώς, η μη χρηματοδότηση της «πραγματικής» οικονομίας  ενέχει τον κίνδυνο της -κατά τον Κέυνς- παγίδας ρευστότητας στην οικονομία. Προς επίρρωση των ανωτέρω είναι ενδεικτική η συζήτηση που γίνεται εντός της ΕΚΤ για ένα νέο πρόγραμμα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης με ευνοϊκές συνθήκες για τις τράπεζες (TLTROs), προκειμένου να τονώσει τις τραπεζικές πιστώσεις στην πραγματική οικονομία. Το πρώτο αντίστοιχο πρόγραμμα εφαρμόστηκε από τον Ιούνιο του 2014, ενώ το δεύτερο έλαβε χώρα το Μάρτιο του 2016. Την ίδια στιγμή, εξετάζεται η υιοθέτηση ενός κλιμακωτού επιτοκίου κατάθεσης (tiered deposit rate), ώστε να εξαιρεθούν, μερικώς, οι τράπεζες από την πληρωμή στην ΕΚΤ της ετήσιας επιβάρυνσης 0,40% στα πλεονάζοντα διαθέσιμά τους, σε συνδυασμό με τη θέσπιση αρνητικών επιτοκίων μόνο στη χρηματοδότηση δανείων που θα εντάσσονται στο μελλοντικό πρόγραμμα ΤLTRO. To βασικό πρόβλημα με το κλιμακωτό επιτόκιο σχετίζεται βέβαια με τις προσδοκίες που καλλιεργεί στους επενδυτές για μακροπρόθεσμα χαμηλά επιτόκια –  εξέλιξη που απεύχεται η ΕΚΤ.

Παράλληλα, οι επενδύσεις της πρόσθετης ρευστότητας σε χρηματοοικονομικούς τίτλους διεύρυναν περαιτέρω την περιουσιοκρατική ανισότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο χρηματιστηριακός δείκτης Down Jones το 2007 βρισκόταν στις 8.000 μονάδες ενώ το 2018 εκτινάχθηκε στις 25.000. Οι σοβαρές επιπτώσεις ως προς τη διανομή του πλούτου υπέρ των κατόχων χρηματοοικονομικών μέσων είναι κάτι παραπάνω από προφανείς (Dietsch et al. 2018).

Συμπερασματικά, η Πίξλεϊ βρίσκεται στον αντίποδα των θεσμικών αναλύσεων, σχετικά με τα όρια και το περιεχόμενο του πλαισίου εντολής των κεντρικών τραπεζών. Η κοινωνιολογική της προσέγγιση που εκκινεί από τον ισχυρισμό ότι το χρήμα είναι μια κοινωνική σχέση μεταξύ οφειλέτη και δανειστή  -παρά ένα ουδέτερο μέσω συναλλαγής- την οδηγεί στην ιχνηλασία της ιστορικής εξέλιξης του ρόλου των κεντρικών τραπεζών. Εκεί ανευρίσκει ένα επαναλαμβανόμενο ιστορικό μοτίβο δράσης των κεντρικών τραπεζών το οποίο σχετίζεται άμεσα με την πολιτική τους μεροληψία υπέρ των επιδιώξεων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Η μεροληψία αυτή βέβαια αμβλύνεται σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες μόνο, υπό την προϋπόθεση της μεταβολής του κοινωνικοπολιτικού συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Η κρίση όμως του 2007/8, όπως αποτυπώνεται και στη δράση των κεντρικών τραπεζών υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, δεν φαίνεται πως τείνει να διαμορφώσει -τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα- τις προϋποθέσεις για μια νέα ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων.

Αναφορές

Dietsch Peter, Françcois Claveau, Clément, Do central banks serve the people?, 2018, Cambridge: Polity Press

Goodhart Charles, ‘The Changing Role of Central Banks’, Financial Markets Group, London School of Economics, 2010

Hall Bruce Rodney, Central Banking as Global Governance: Constructing Financial Credibility, 2008, Cambridge: Cambridge University Press

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*