Βόιτσεκ ή Βόιτσεκ;

Βόιτσεκ ή Βόιτσεκ;

Στο «Δημοτικό Θέατρο Πειραιά» ή στο θέατρο «Σημείο»;

Με αφετηρία τη μετάφραση του Σ.Α. Ευαγγελάτου (πρόταση σύνθεσης κειμένου, αναφέρει χαρακτηριστικά το πρόγραμμα του ‘Αμφιθεάτρου’) ή τη μετάφραση-δραματουργική επιμέλεια του Αλ. Μάινα, σε εμφανή  αντίστιξη δύο παραστάσεις που προκαλούν αβίαστα την απορία αν πρόκειται για διαφορετικά θεατρικά έργα, που τυχαία συμπίπτουν σε τίτλο και συγγραφέα.

Αναγνωρίζεται η ιδιοτυπία του έργου -ένα σουρεαλιστικό ποίημα με ρεαλιστικότατους απλοϊκούς διαλόγους, ατελές σε μορφή και υπόθεση, γραμμένο από έναν νεαρό συγγραφέα, ο οποίος δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει-, συγχρόνως αναγνωρίζεται και η δομική του σημασία για τη διαμόρφωση της δραματουργίας του 20ου αιώνα.

Η πρώτη, κατά σειρά, παράσταση σε σκηνοθεσία Κατ. Ευαγγελάτου στήθηκε στην ευφυέστατη σύμβαση, που κατά παράφραση του σεξπιρικού «totus mundus agit histrionem» (όλος ο κόσμος είναι μία σκηνή), όλος ο κόσμος του Βόιτσεκ είναι ένα περιπλανώμενο τσίρκο με ευδιάκριτους τους ρόλους θηριοδαμαστή, ακροβατών, χορευτών, ενώ ταυτόχρονα παρελαύνουν και οι σχετικοί με το έργο ρόλοι: ο λοχαγός, ο γιατρός, η Μαρία.  Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, η αδικημένη ζωή του Βόιτσεκ είναι υπόθεση μιας ρευστής σκηνικά πραγματικότητας -αν και ο υπερτιτλισμός σώζει από την πλήρη σύγχυση-, και σε μόνιμη υπενθύμιση λόγω της στάσης  σώματος του πρωταγωνιστή πως, όσο και αν ο Βόιτσεκ προσπαθήσει, θα είναι πάντα ο Κλόουν. Εκεί ακριβώς εξαντλείται το σκηνοθετικό όραμα-εγχείρημα, που για να καταστεί πρωτότυπο και ολοκληρωμένο θυσιάστηκε σε εκκωφαντικές ενδυμασίες, χαρακτήρες cartoon, δυνατή μουσική υπογράμμιση του σκηνικού λόγου για να εκβιάσει συναίσθημα, κυριολεκτικά, ελλείψει αυτού. Σαγηνευτικά εντυπωσιακό θέαμα, ενίοτε ηδυπαθές  χάρη σε χορογραφία και φωτισμό, με τον θεατή συνεπαρμένο να χάσκει διερωτώμενος: «Τι θέλει να πει ο ποιητής;».

Ερώτημα στο οποίο απαντάει με ευκρίνεια η παράσταση σε σκηνοθεσία Κων. Παπακωνσταντίνου. Καθαρή και τίμια επικοινωνία ηθοποιού-θεατή, χωρίς σκηνικά τεχνάσματα  και επιτηδευμένη μουσική και φωτισμό. Ο ενδιάθετος θεατρικός ρυθμός δίνει χώρο στις λέξεις να εκφραστούν: Ακόμα και η πλέον καθημερινή ερωτοαπόκριση ανάμεσα  στον Βόιτσεκ και στη Μαρία – Έκοψες ξύλα για τον λοχαγό; – Ναι, Μαρία, έχει δραματουργική σημασία. Το λιτό σκηνικό και η χρωματική αρμονία των κουστουμιών επιτρέπουν στα σώματα να δημιουργούν ατομικά και εν χορώ  την συναισθηματική κατάσταση των ρόλων αλλά και  του πλήθους, όπως για παράδειγμα στην ταβέρνα. Και ενώ  η παράσταση τελειώνει με τον άγριο ήχο της γκιλοτίνας σαν υπόμνηση του «Τρέχεις σαν ξυράφι μες στο σύμπαν, Βόιτσεκ», παραμένει  ζεστή και εναργής η αίσθηση της ζωής με μια τόση δα παιδική φωνούλα να τραγουδάει.

Μπορεί τελικά κάποιος να αποφασίσει τι προτιμάει: μια πλουραλιστική παράσταση σε βαθμό «τσίρκου» ή ένα σανίδι κι ένα πάθος;

Βόιτσεκ ή Βόιτσεκ;

Μ2

 

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*