Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Tamim Bayoumi, Unfinished Business: The Unexplored Causes of the Financial Crisis and the Lessons Yet to be Learned, Yale University Press, 2017, pp. 286

Η επιγραφή του Λέοντος Τολστόι, στο πρώτο κεφάλαιο στην Άννα Καρένινα, που αναφέρει ότι «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες είναι όμοιες μεταξύ τους, κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο», ίσως, να αποτυπώνει με την μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια την ανοδική και στη συνέχεια, την απότομα καθοδική πορεία της χρηματοπιστωτικής «φούσκας» σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

Διότι πράγματι, ΗΠΑ και Ευρώπη «ευτύχισαν» με τον ίδιο σχεδόν τρόπο τις ημέρες της χρηματοπιστωτικής ευφορίας, όταν ο υψηλός δανεισμός ευνοήθηκε από μια σειρά κοινών χαρακτηριστικών και στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Καθώς όμως η παγκόσμια κρίση εντεινόταν, η φούσκα άρχισε να σκάει με διαφορετικό τρόπο σε ΗΠΑ και Ευρώπη, λόγω των κρίσιμων διαφορών στα υποδείγματα χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και των ακόμα σημαντικότερων θεσμικών αποκλίσεων που παρουσιάζουν σε επίπεδο οικονομικής διακυβέρνησης.

Για τον Μπαγιούμι το κλειδί για να εξηγήσει την κρίση βρίσκεται στην εντονότατη διασύνδεση του ευρωπαϊκού και του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι οι συστημικές τράπεζες του πυρήνα της ζώνης του ευρώ ήταν οι αρνητικοί πρωταγωνιστές της όλης ιστορίας και όχι τα –υποτιθέμενα- θύματα από την κρίση του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Ο συγγραφέας εντοπίζει τη ρίζα του προβλήματος στη ραγδαία διόγκωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος μεταξύ 1985 και 2002, όταν διαμορφώθηκαν, μέσω συγχωνεύσεων, εξαγορών και ευνοϊκών προς τις επιδιώξεις του τραπεζικού τομέα ρυθμίσεων, οι μεγάλες τράπεζες -«εθνικοί πρωταθλητές»- κυρίως σε Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία και Βέλγιο. Καθώς οι εγχώριες ευκαιρίες για νέο δανεισμό άρχισαν να περιορίζονται, οι συστημικές τράπεζες του Βορρά επεκτάθηκαν σε ξένες αγορές, ιδίως των ΗΠΑ και στην περιφέρεια της ευρωζώνης, χρηματοδοτώντας τη φούσκα στην αγορά ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων. Βεβαίως, η συγκεκριμένη επέκταση των δραστηριοτήτων συνέπεσε -διόλου τυχαία- με την πολιτική της χρηματοπιστωτικής απορρύθμισης στις ΗΠΑ, ιδίως δε με τη δυνατότητα χρήσης, ως εγγυήσεων, των βραχυπρόθεσμων επισφαλών στεγαστικών ομολογιών με εξασφάλιση (substandard mortgage-backed assets) στην αγορά βραχυπρόθεσμου δανεισμού repos.

Α) «Οι ευτυχισμένες οικογένειες είναι όμοιες μεταξύ τους…»

Ο Μπαγιούμι εντοπίζει δύο βασικούς παράγοντες, οι οποίοι υπήρξαν καθοριστικοί για την ανάπτυξη της υπέρμετρης -και ως εκ τούτου μη διατηρήσιμης- ανόδου στην τιμή διαφόρων περιουσιακών στοιχείων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις οικονομίες της ζώνης του ευρώ. Ο πρώτος είναι η απορρύθμιση ή η εντελώς χαλαρή ρύθμιση της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Ο δεύτερος σχετίζεται με τις μακροοικονομικές ανισορροπίες τόσο μεταξύ ΗΠΑ και υπόλοιπου κόσμου όσο και ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ίδιας της ευρωζώνης.

i.Η αυτορρύθμιση στην Ευρώπη

Η συγχώνευση και εξαγορά τραπεζικών ιδρυμάτων στην Ευρώπη εξελίχθηκε σε δύο στάδια. Το πρώτο έλαβε χώρα σε εθνικό επίπεδο και διήρκεσε από τις αρχές του 1990 έως την υιοθέτηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος. Στόχος ήταν η δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών» μέσω μιας μακράς περιόδου τραπεζικού εθνικισμού (banking nationalism). Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μεγάλοι τραπεζικοί κολοσσοί συγκροτήθηκαν εκείνη την περίοδο. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έπρεπε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, για να προσελκύσουν νέους, παγκόσμιους πελάτες, πέρα από τις  κορεσμένες εθνικές αγορές. Το δεύτερο στάδιο, στην εποχή της ευρωζώνης πλέον, περιελάμβανε διασυνοριακές και διατομεακές συγχωνεύσεις και εξαγορές. Οι διασυνοριακές δραστηριότητες αναπτύχθηκαν στο γόνιμο έδαφος που είχε στρώσει η Δεύτερη Τραπεζική Οδηγία (89/646/EOK). Η συγκεκριμένη Οδηγία ανέπτυξε περαιτέρω την εσωτερική αγορά, υιοθετώντας την «αρχή της αμοιβαιότητας» – κάθε Κοινοτικό πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε ένα κράτος-μέλος, θα μπορεί, αυτόματα να λειτουργεί και στα υπόλοιπα. Επίσης, η Δεύτερη Τραπεζική Οδηγία έδωσε τη δυνατότητα στις ευρωπαϊκές τράπεζες να υιοθετήσουν το μοντέλο της καθολικής τραπεζικής (universal banking), συνδυάζοντας εμπορικές και επενδυτικές δραστηριότητες, διατηρώντας έτσι αυξημένο όγκο περιουσιακών στοιχείων στους ισολογισμούς τους. Όμως, η διόγκωση και επέκταση του τραπεζικού συστήματος ήταν αναντίστοιχη με τη ρύθμιση και την εποπτεία, οι οποίες με την «Συνθήκη του Μάαστριχτ» (1992) παρέμειναν σε εθνικό επίπεδο, δίχως δηλαδή να προβλεφθούν ενιαίοι μηχανισμοί. Αυτό οδήγησε σε μια ρυθμιστική κούρσα ανταγωνισμού προς τα κάτω (race to the bottom), ώστε να ευνοηθούν οι «εθνικοί πρωταθλητές» του κάθε κράτους-μέλους εις βάρος των υπολοίπων ανταγωνιστών του. Τα ως άνω είχαν ως αποτέλεσμα τον σταδιακό αναπροσανατολισμό των μεγάλων τραπεζών του ευρωπαϊκού Βορρά προς τις επενδυτικές δραστηριότητες, ενώ τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα της περιφέρειας παρέμειναν πιο πιστά στις εμπορικές δραστηριότητες. Η διόγκωση των επενδυτικών δραστηριοτήτων έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της αντιμετώπισης διάφορων (πρωτογενών και δευτερογενών) κινδύνων της αγοράς, όπως είναι ο κίνδυνος μείωσης της αξίας μιας επένδυσης εξαιτίας αιφνίδιων μεταβολών στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Προς αυτήν την κατεύθυνση, το 1996, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρωτοστάτησε στην τροποποίηση του τότε διεθνούς συμφώνου για τα τραπεζικά πρότυπα (Βασιλεία Ι) -που δεν προέβλεπε ρυθμίσεις για τον κίνδυνο αγοράς- ώστε να επιτραπεί στις συστημικές τράπεζες ο υπολογισμός των εποπτικών κεφαλαίων μέσω εσωτερικών μεθόδων (από τις ίδιες τις τράπεζες). Τούτο οδήγησε σε χαμηλότερες προβλέψεις εποπτικών κεφαλαίων και πιο επισφαλείς επενδύσεις. Όπως γίνεται, λοιπόν, κατανοητό, η πόρτα της αυτορρύθμισης «άνοιξε» από την ίδια την Ευρώπη.

ii.Η απορρύθμιση στις ΗΠΑ

Εάν η Ευρώπη άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην αυτορρύθμιση, οι ΗΠΑ είχαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 ανοίξει το δρόμο για την κανονιστική υποχώρηση μιας σειράς περιοριστικών ρυθμίσεων για τις τράπεζές τους, που ανάγονταν στην εποχή μετά την κρίση του 1929 και στην περίφημη νομοθεσία “Glass-Steagall” (1933). H συγκεκριμένη νομοθεσία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε την απαγόρευση σε εμπορικές τράπεζες που δέχονταν καταθέσεις να προβαίνουν σε επενδυτικές δραστηριότητες. Επίσης, θεσπίζονταν όρια στα επιτόκια καταθέσεων (η αποκαλούμενη ρύθμιση “Regulation Q” που όριζε ως ταβάνι το 5,25%), με σκοπό να μειωθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για την προσέλκυση καταθέσεων. Σε συνδυασμό μάλιστα με τους διαπολιτειακούς περιορισμούς στην ίδρυση υποκαταστημάτων που προϋπήρχαν (MacFdden Act του 1927), γίνεται φανερό ότι οι αμερικανικές τράπεζες ήταν αρκετά πιο περιορισμένες, τόσο από άποψη μεγέθους όσο και από άποψη λειτουργιών. Οι παραπάνω περιορισμοί άρχισαν όμως να υποχωρούν τη δεκαετία του 1980. Συγκεκριμένα, το 1980, επί προεδρίας Carter, υπογράφηκε ο νόμος για την κανονιστική υποχώρηση των περιορισμών των καταθετικών ιδρυμάτων και τον νομισματικό έλεγχο (“Depository Institutions Deregulation and Monetary Control”). Οι πιο σημαντικές αλλαγές που επήλθαν από τη συγκεκριμένη νομοθεσία ήταν η σταδιακή απελευθέρωση των καταθετικών επιτοκίων (που είχαν θεσπισθεί με το “Regulation Q”) και η υποχρέωση όλων των τραπεζικών και καταθετικών ιδρυμάτων να διατηρούν αποθεματικά στην Κεντρική Τράπεζα (FED). Το τελευταίο σήμαινε πρόσβαση στον απευθείας δανεισμό από την Κεντρική Τράπεζα, προνόμιο που δεν είχαν πιο πριν. Ένα ακόμα βήμα προς την απορρύθμιση του τραπεζικού συστήματος, με στόχο να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητά του, ήταν ο νόμος “Garn- St Germain Depository Institutions Act” του 1982 με τον οποίο, inter alia, χαλάρωσαν οι περιορισμοί της απαγόρευσης της διαπολιτειακής τραπεζικής δραστηριότητας (interstate banking). Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο του νόμου αυτού, που έριξε τους σπόρους για την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση, ήταν η δυνατότητα επέκτασης της τραπεζικής πίστης σε στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subprime). Οι συνέπειες της γενικευμένης αυτής πρακτικής εκδηλώθηκαν για πρώτη φορά στην περίπτωση της παραλίγο κατάρρευσης της έβδομης μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας, της Continental Illinois. Από την  παραλίγο αυτή κατάρρευση, προήλθε το απόφθεγμα “too big to fail”. Το κράτος δηλαδή αναγκάσθηκε να τη διασώσει, ώστε να μην προκληθεί ευρύτερος συστημικός κίνδυνος. Στη συνέχεια, η πλήρης κατάργηση του διαχωρισμού των τραπεζικών λειτουργιών, που είχε θεσπίσει ο νόμος “Glass-Steagall”, επήλθε το 1999, επί κυβέρνησης Κλίντον, με τη νομοθετική πράξη “Financial Services Modernization Act”. Στις ΗΠΑ βέβαια, η άρση των ρυθμιστικών περιορισμών για τις τράπεζες έλαβε χώρα, διότι η ανταγωνιστικότητά τους, εκτός από το διεθνή ανταγωνισμό, άρχισε να μειώνεται και λόγω της ανάπτυξης του εγχώριου «σκιώδους» τραπεζικού συστήματος (shadow banking), που δεν ήταν τόσο αναπτυγμένο στις τραπεζοκεντρικές οικονομίες της Ευρώπης.  Ειδικότερα, εκτός από τις τράπεζες, η παγκοσμιοποίηση της χρηματοπιστωτικής αγοράς ανέδειξε και μια σειρά από επιπλέον φορείς που παράγουν ρευστότητα, όπως είναι τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα ασφαλιστικά ταμεία, τα αμοιβαία κεφάλαια, τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, τα ιδιωτικά κεφάλαια συμμετοχών κ.α. Οι φορείς αυτοί αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στην αγορά χρήματος των ΗΠΑ, λόγω του μοναδικού εύρους και βάθους που διέθετε, ειδικά τη δεκαετία του 1980, συγκριτικά με άλλες οικονομίες. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η λειτουργία του «σκιώδους» τραπεζικού συστήματος μπορεί να μοιάζει με αυτή του κανονικού τραπεζικού συστήματος αλλά διαφέρει στο ότι δεν υπάγεται στις κανονιστικές διατάξεις στις οποίες υπάγονται οι τράπεζες. Συνεπώς, οι τράπεζες κλήθηκαν να ανταγωνιστούν νέους χρηματοπιστωτικούς φορείς, σε ένα γενικότερο πλαίσιο μείωσης της παραδοσιακής τραπεζικής διαμεσολάβησης. Ο νέος ρόλος των τραπεζών, με σκοπό της αύξηση της κερδοφορίας τους, άρχισε να σχετίζεται όλο και λιγότερο με τις εμπορικές δραστηριότητες και να διαπλέκεται ραγδαία με τις επενδυτικές δραστηριότητες του «σκιώδους» τραπεζικού τομέα. Ρυθμιστικό ορόσημο προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελεί η άρση των περιορισμών ως προς το εύρος των εγγυήσεων στην αγορά βραχυπρόθεσμου δανεισμού repos, από την αμερικανική επιτροπή κεφαλαιαγοράς (SEC), το 2003. Με τις τιμές των κατοικιών να ανέρχονται συνεχώς, η SEC επέτρεψε την διαπραγμάτευση τιτλοποιημένων ομολογιών βασισμένων σε ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια, με σκοπό τη χρήση τους, ως εγγυήσεων, μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων. Αυτό, αν και διεύρυνε περεταίρω τη ρευστότητα, αύξησε την έκδοση επισφαλών δανείων -ένεκα και της τυφλής εμπιστοσύνης στην λειτουργία της ίδιας αγοράς- και τη διασπορά του κινδύνου. Έως τότε, η αγορά μονοπωλούνταν από τις κρατικές, ουσιαστικά, επιχειρήσεις  Fannie Mae και Freddie Mac που ήταν εξουσιοδοτημένες από την κυβέρνηση να διευκολύνουν τη δημιουργία μιας δευτερογενούς αγοράς στεγαστικής πίστης -δηλαδή δεν μπορούσαν να παρέχουν δάνεια απευθείας στους πολίτες- μέσω της παροχής εγγυήσεων και της τιτλοποίησης στεγαστικών δάνειων. Επιπλέον, με τη συγκεκριμένη απόφαση της SEC υπήρξε και μια κρίσιμη παρενέργεια. Οι ξένες τράπεζες -βλέπε ευρωπαϊκές- βρήκαν εύφορο έδαφος για την επέκταση του δανεισμού τους μέσω των repos. Με αυτόν τον τρόπο, οι ιδιώτες επενδυτές άρχισαν να ανταγωνίζονται το μερίδιο των Fannie Mae και Freddie Mac στη δευτερογενή αγορά στεγαστικής πίστης. Ειδικά, οι τράπεζες του πυρήνα της ευρωζώνης παρείχαν μεγάλος μέρος της χρηματοδότησης της στεγαστικής φούσκας στις ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη επέκταση ευνοήθηκε και από τη χρήση των εσωτερικών μέσων αξιολόγησης των επενδυτικών κινδύνων από τις ίδιες τις ευρωπαϊκές τράπεζες, γεγονός που διατηρούσε σε χαμηλά επίπεδα τα εποπτικά τους κεφάλαια, λόγω της υποτίμησης και ως εκ τούτου, της χαμηλότερης αξιολόγησης των κινδύνων που αναλάμβαναν. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ενδεικτικό το ότι ενώ το 2003 οι ξένες τράπεζες ήταν πολύ λίγο εκτεθειμένες στην αγορά των repos, το 2007 βρέθηκαν να κατέχουν το ένα τέταρτο του ενεργητικού της. Όταν όμως το 2007, η αγορά repos «πάγωσε» και οι τιμές των κατοικιών πήραν την κατιούσα, η αξία των εγγυήσεων (τιτλοποιημένες ομολογίες) που διέθεταν στα χέρια τους οι επενδυτές εκμηδενίστηκε. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι πρώτες τράπεζες που χτυπήθηκαν από την αμερικανική κρίση δεν ήταν αμερικανικές, αλλά γαλλικές (BNP Paribas) και γερμανικές (IKB Deutsche Industriebank AG).

iii.Η ευνοϊκή μακροοικονομική συγκυρία

Στους παραπάνω κοινούς παράγοντες που συνέβαλαν στην εμπέδωση ενός κλίματος ευφορίας και υποτίμησης των κινδύνων, ο Μπαγιούμι επισημαίνει ακόμα το χαμηλό κόστος δανεισμού, λόγω των μειωμένων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, η  ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων των αναδυόμενων οικονομιών σε δολάρια, η επέκταση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος σε επενδυτικές δραστηριότητες στην αμερικανική αγορά και η μεγαλύτερη ρευστότητα που εξασφάλιζε η χρηματοπιστωτική καινοτομία και η απορρύθμιση οδήγησαν σε μια περίοδο χαμηλού πληθωρισμού και επιτοκίων – η Μεγάλη Εξομάλυνση. Την ίδια περίοδο στην Ευρώπη, η Μεγάλη Εξομάλυνση ευνοήθηκε από την υιοθέτηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος και τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ).  Παρά το γεγονός ότι η ΟΝΕ αποτέλεσε ουσιαστικά μόνο νομισματική -και όχι οικονομική ένωση-, τα επιτόκια δανεισμού των κρατών-μελών της περιφέρειας συνέκλιναν με εκείνα των κρατών-μελών του πυρήνα της ζώνης του ευρώ. Ο εφησυχασμός των καλών ημερών είχε ως αποτέλεσμα την επικέντρωση των ρυθμιστικών αρχών -ιδίως των Κεντρικών Τραπεζών-  στη μεμονωμένη ρύθμιση και εποπτεία των τραπεζών (μικροπροληπτική εποπτεία). Η πολύ έντονη όμως αλληλεξάρτηση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανέδειξε την ανάγκη μείωσης του συνολικού συστημικού κινδύνου (μακροπροληπτική εποπτεία).

Β) «Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο»

Παρά το ότι οι αιτίες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης ήταν κοινές σε ΗΠΑ και Ευρώπη, ο τερματισμός της «φούσκας» έλαβε χώρα με διαφορετικό τρόπο στις δύο ακτές του Ατλαντικού. Ο Μπαγιούμι εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες που συνετέλεσαν στη διαφοροποίηση της έκτασης και της έντασης της κρίσης –  μεγαλύτερος στην Ευρώπη συγκριτικά με τις ΗΠΑ:

Ο πρώτος εντοπίζεται στα διαφορετικά μοντέλα χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Στις ΗΠΑ, που ως οικονομία βασίζεται περισσότερο στην αγορά χρήματος και κεφαλαίου (market-based economy), οι τράπεζες δεν διατηρούσαν στους ισολογισμούς τους το σύνολο των επισφαλών δανείων. Μέσω της τιτλοποίησης, τα μεταβίβαζαν σε ένα ευρύτερο σύστημα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων και στις ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι τελευταίες αντίθετα, δεν μεταβίβαζαν τα επισφαλή δάνεια, αλλά τα διατηρούσαν στους ισολογισμούς τους.

Η δεύτερη διαφορά εντοπίζεται στη δομή των ίδιων των τραπεζικών συστημάτων. Το μοντέλο της καθολικής τραπεζικής στην Ευρώπη είναι εκ των πραγμάτων πιο ευεπίφορο σε κρίσεις, διότι οι τραπεζικοί ισολογισμοί περιλαμβάνουν ετερόκλητες δραστηριότητες (εμπορικές και επενδυτικές). Ως εκ τούτου, οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατείχαν μεγαλύτερο όγκο περιουσιακών στοιχείων, η φερεγγυότητα των οποίων ήταν χαμηλή λόγω της προαναφερθείσας μεθόδου υπολογισμού των εποπτικών κεφαλαίων με εσωτερικά μέσα. Τούτο με τη σειρά του οδήγησε σε χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Τελικά, όταν η κρίση εκδηλώθηκε, τα ευρωπαϊκά τραπεζικά ιδρύματα δεν διέθεταν τα απαιτούμενα ίδια κεφάλαια για να απορροφήσουν τις ζημιές.

Ο τρίτος παράγοντας διαφοροποίησης αφορά τις θεσμικές αδυναμίες της ευρωζώνης και ιδίως την απουσία ενός δανειστή ύστατης καταφυγής. Η ΕΚΤ ανέλαβε αυτόν τον ρόλο αρκετά αργά, τον Ιούλιο του 2012, όταν ο επικεφαλής της Mario Draghi δήλωσε ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί (“whatever it takes”), για να διασώσει το ευρώ. Έως τότε, ο παγκόσμιος δανειστής ύστατης καταφυγής ήταν η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, η οποία μέσω της σύναψης συμφωνιών ανταλλαγής συναλλάγματος (swap lines) με άλλες Κεντρικές Τράπεζες, διευκόλυνε την παγκόσμια ρευστότητα. Επίσης, η απουσία κάποιου μηχανισμού δημοσιονομικής σταθεροποίησης στην ευρωζώνη, επέτρεψε την μετατροπή των τραπεζικών κρίσεων σε κρίσεις δημοσίου χρέους και την έναρξη ενός φαύλου κύκλου μεταξύ τραπεζικών και δημοσιονομικών κρίσεων.

Γ) Τελικά, υπήρξε αλλαγή παραδείγματος;

Ο συγγραφέας διερευνά επίσης το κατά πόσον οι ρυθμιστικές μεταβολές στην  τραπεζική αγορά, μετέβαλαν το έως πριν από την κρίση ρυθμιστικό παράδειγμα. Παρά το γεγονός ότι οι ρυθμίσεις επενεργούν σε βάθος αρκετών χρόνων και όχι αμέσως, ο Μπαγιούμι υποστηρίζει ότι δεν άλλαξε κάτι σημαντικά. Η Βασιλεία ΙΙΙ, όπως θεσπίστηκε αρχικά στα τέλη του 2010 και οριστικοποιήθηκε επτά χρόνια αργότερα (τέλη του 2017), αποτελεί μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην επιδίωξη – από την πλευρά των ΗΠΑ- της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στην εμπέδωση κοινών κανόνων για τη διασφάλιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, ιδίως των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες βρέθηκαν σε δυσχερή θέση μετά την κρίση χρέους της ευρωζώνης. Οι διαφορετικές επιδιώξεις ΗΠΑ και Ευρώπης, ακόμα και μετά το 2007/8, καταδεικνύουν το πόσο σημαντικά επιδρά ο διαφορετικός τύπος χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού σε επίπεδο ρύθμισης. Συνεπώς, δεν προκαλεί εντύπωση ότι οι ΗΠΑ προχώρησαν πολύ γρήγορα στην ενσωμάτωση των ρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ, τις οποίες εφάρμοσαν μάλιστα με πολύ αυστηρότερο τρόπο (μέσω της νομοθεσίας Dodd-Frank Wall Street Reform and Consumer Protection Act του 2010), σε σχέση με την Ευρώπη. Η διαφορά στην εφαρμογή των κανόνων εξηγείται από το γεγονός ότι για τις ΗΠΑ, η Βασιλεία ΙΙΙ αποτέλεσε τον κατάλληλο μηχανισμό, για να προστατευθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα – που κόστισε πολλά τρισεκατομμύρια δολάρια στους Αμερικανούς φορολογούμενους μέσω της κρατικής διάσωσης πτωχευμένων τραπεζών. Επίσης, οι ΗΠΑ, ως οικονομία που βασίζει τη χρηματοδότησή της περισσότερο στις χρηματοοικονομικές αγορές, δεν βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα σταθερότητα ή ρευστότητα της οικονομίας. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές οικονομίες επειδή είναι εξαρτημένες από την τραπεζική χρηματοδότηση σε μεγαλύτερο βαθμό, αντιστάθηκαν σε κάθε περαιτέρω περιορισμό που θα μπορούσε να συρρικνώσει τη ρευστότητα και θα οδηγούσε σε βαθύτερη ύφεση. Συνολικά, όπως επισημαίνει ο Μπαγιούμι, οι προκλήσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν ισχυρές. Για παράδειγμα αναφέρει το «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα που εξακολουθεί να υπάγεται σε μειωμένο καθεστώς ρύθμισης. Σε συνδυασμό μάλιστα με το αυξημένο ρυθμιστικό βάρος των τραπεζών, δεν είναι τυχαίο ότι το «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα διογκώθηκε θεαματικά σε όλες τις μεγάλες οικονομίες μετά το 2007.

Συμπερασματικά, ένα σημαντικό -για τον συγγραφέα- δίδαγμα από την κρίση προέρχεται από την παρατήρηση ότι μια υγιής οικονομία απαιτεί μια πιο ενιαία και ολοκληρωμένη προσέγγιση, ειδικά στον τομέα των μακροοικονομικών. Ούτε η ίδια η αγορά μπορεί να αυτορυθμίζεται αποτελεσματικά ούτε όλοι οι οικονομικοί δρώντες είναι δυνατόν να λειτουργούν απόλυτα «ορθολογικά». Στο πλαίσιο αυτό, κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως δύναται να προβλέπει συλλογικές οικονομικές συμπεριφορές και επιλογές, κανένας θεσμός δεν είναι παντοδύναμος και η αποσταθεροποίηση μπορεί να προέλθει από πολλές οδούς, περιλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών αγορών βεβαίως. Επιπλέον, η χρηματοπιστωτική ρύθμιση πρέπει να είναι -όχι απλώς αυστηρότερη- πιο συνεκτική και ομοιόμορφη σε θεσμικό επίπεδο – στο επίπεδο δηλαδή της εφαρμογής της από τις κατά τόπους εθνικές εποπτικές και ρυθμιστικές αρχές.

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*