Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο της Mariana Mazzucato, The Value of Everything: Making and Taking in the Global Economy, London: Penguin, 2018, pp. 358

Ο Μέρβιν Κινγκ, όπως έχουμε αναφέρει στην κριτική για το βιβλίο του The End of Alchemy, επικεντρώθηκε στη χρηματοπιστωτική αλχημεία. Τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα «μετατρέπει» το σύνολο του παραστατικού χρήματος (fiat money) σε χρήμα με εγγενή αξία (περιεκτικό χρήμα). Επειδή όμως το σύγχρονο χρήμα δεν βασίζεται σε κάποιο άλλο εμπόρευμα, όπως ο χρυσός, η μόνη «αξία» που διαθέτει εδράζεται στην υπόσχεση της αποπληρωμής του χρέους. H συγκεκριμένη χρηματοπιστωτική αλχημεία βέβαια, αποτελεί ένα υποσύνολο -το σημαντικότερο ίσως- μιας γενικότερης αλχημείας που λαμβάνει χώρα στη σύγχρονη οικονομία, με την οποία καταπιάνεται και αναλύει διεξοδικά η Μαριάνα Ματζουκάτο. Η γενικότερη αυτή αλχημεία συνίσταται στην απόσπαση αξίας (value extraction), δηλαδή στις οικονομικές εκείνες δραστηριότητες που ενώ κινούνται γύρω από ήδη υπάρχοντες πόρους και παραγόμενα αγαθά ή υπηρεσίες, αποσπούν, τελικώς, δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό κέρδους μέσω της εμπορίας των συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων.

Η Ματζουκάτο διακρίνει την απόσπαση αξίας από τη δημιουργία αξίας (value creation). Η δεύτερη συνίσταται στους τρόπους με τους οποίους διάφοροι οικονομικοί πόροι και μέσα (άνθρωποι, υλικό και άυλο κεφάλαιο) αλληλεπιδρούν, παράγοντας νέα αγαθά και υπηρεσίες. Η διάκριση όμως αυτή δεν είναι επιστημονικά αμετακίνητη αλλά, κυρίως, δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Το τι ορίζεται κάθε φορά ως παραγωγικό ή μη παραγωγικό εξαρτάται από ένα δομημένο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου ανταγωνίζονται αντιτιθέμενες δυνάμεις. Συνεπώς, η συγγραφέας προσπαθεί να καταδείξει το πώς φθάσαμε στο σημείο να λογίζονται «παραγωγικές» δραστηριότητες οι κερδοσκοπικές επενδύσεις των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που προκάλεσαν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Επιπλέον, ένα αλληλένδετο ζήτημα που προσπαθεί να εξηγήσει η Ματζουκάτο -εμπλουτίζοντας ίσως και το ιδεολογικό οπλοστάσιο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας ενόψει τη παρατεταμένης της αμηχανίας- περιστρέφεται γύρω από το πόσο «παραγωγικό» είναι το κράτος. Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται a priori «κακή» η παρέμβασή του στις εποχές της χρηματοπιστωτικής ευημερίας -όταν τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται- αλλά «καλή», όταν το κράτος καλείται να διασώσει τους πτωχευμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς -όταν οι ζημιές κοινωνικοποιούνται.

Α) Τι είναι η αξία;

Η Ιταλίδα οικονομολόγος προκειμένου να καταδείξει τη δυναμική της εξέλιξης του ως άνω συσχετισμού περιγράφει τις ανασημασιοδοτήσεις της έννοιας της αξίας. Διακρίνει καταρχάς την αξία από τον πλούτο. Ενώ η πρώτη αφορά μια ροή που καταλήγει στη δημιουργία πραγματικών αγαθών και υπηρεσιών (υλικών ή άυλων), ο πλούτος ορίζεται ως το συσσωρευμένο απόθεμα αξίας που έχει δημιουργηθεί. Έχοντας πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη διασάφηση, προχωρά στη συνέχεια στον εντοπισμό εκείνων των δυνάμεων και της διαδικασίας, μέσω της οποίας καθορίζεται κάθε φορά το ποιοι τομείς της οικονομίας είναι -ή δεν είναι- παραγωγικοί.

Ειδικότερα:

Αρχικά και για πολλά χρόνια η αξία προσδιοριζόταν βάσει της ποσότητας (και του αντίστοιχου χρηματικού ποσού) της εργασίας (κόστος παραγωγής) που απαιτείται για την παραγωγή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Είχε δηλαδή έναν αντικειμενικό χαρακτήρα. Οι βασικές δυνάμεις που την καθόριζαν ήταν το κεφάλαιο και η εργασία, ενώ η διαδικασία πραγμάτωσής της, σχετιζόταν με τις τεχνολογικές και οργανωσιακές μεταβολές. Στο πλαίσιο λοιπόν των κλασικών οικονομολόγων, και παρά τις διαφορετικές θεωρητικές αποχρώσεις, ο Σμιθ, ο Ρικάρντο και ο Μαρξ συμφωνούσαν ως προς τον πυρήνα της αξίας, που τον εντόπισαν στην εργασία. Αντίθετα, άλλες μορφές απόκτησης εισοδήματος, όπως οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, θεωρούνταν κατά το μάλλον ή ήττον μη παραγωγικές – στο βαθμό μάλιστα που ήταν απλώς κερδοσκοπικές και δεν συνδέονταν με την επένδυση των χρηματικών πόρων στην παραγωγική δραστηριότητα. Μη παραγωγικές δραστηριότητες θεωρούνταν για τους κλασικούς και οι κρατικές δαπάνες, είτε διότι στερούσαν πόρους από την ιδιωτική αγορά είτε διότι το κράτος λογιζόταν ως  ένα απλό όργανο στην υπηρεσία των καπιταλιστών – οφείλουμε να διευκρινίσουμε βέβαια ότι τόσο ο Σμιθ και ο Ρικάρντο όσο και ο Μαρξ δεν επεξεργάσθηκαν μια συνεκτική θεωρία περί κράτους, αν και υπογράμμισαν τη σημασία των βασικών του λειτουργιών όπως είναι η ασφάλεια, ο μηχανισμός απονομής δικαιοσύνης κτλ.

Αργότερα όμως, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι (όπως οι Λεόν Βαλράς, Στάνλεϊ Τζέβονς και  Άλφρεντ Μάρσαλ) συνέδεσαν την αξία, περισσότερο, με την τιμή ενός αγαθού. Προς αυτήν την  κατεύθυνση, κομβική θεωρείται η συμβολή του βρετανού οικονομολόγου Άλφρεντ Μάρσαλ (1842-1924), λόγω της αντικατάστασης της εργασίας ως πυρήνα της αξίας με την καθιέρωση της οριακής χρησιμότητας (marginal utility). Ο συγκεκριμένος όρος προδιαγράφει το πώς μια μικρή μεταβολή της τιμής ενός αγαθού επηρεάζει τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά του. Περαιτέρω, οι νεοκλασικοί υπέθεσαν ότι οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι και οι καταναλωτές πραγματοποιούν τις επιλογές τους βάσει του συμπεριφορικού αξιώματος της μεγιστοποίησης των κερδών (επιχειρήσεις) και της χρησιμότητας (καταναλωτές, εργαζόμενοι). Συνεπώς, η σχολή αυτή ανέλυσε την έννοια της αξίας με βάση μεμονωμένες επιλογές των οικονομικών δρώντων, εισάγοντας έτσι τη μικροοικονομική θεωρία. Η αντίθεση, λοιπόν, με τους κλασικούς είναι έντονη, διότι οι τελευταίοι αναλύουν την αξία στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κοινωνικής διαδικασίας, στην οποία εντάσσεται η παραγωγική δραστηριότητα.

Για τον Μαρξ, οι καπιταλιστές αποκτούν την (υπερ)αξία πληρώνοντας μισθούς χαμηλότερους από όσο αξίζει πραγματικά η δαπανώμενη εργασία. Για τον Σμιθ και τον Ρικάρντο η παραγόμενη -από την εργασία- αξία προστίθεται στον πλούτο των εθνών. Αλλά με την οριακή χρησιμότητα δεν υπάρχουν πλέον τάξεις -μόνο άτομα- ούτε η εργασία διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο. Υπό αυτήν την έννοια, η αξία αποκτά υποκειμενική σημασία, διότι δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός μηχανισμός μέτρησής της (όπως είναι η ποσότητα εργασίας που απασχολείται). Οι κοινωνικοπολιτικές συμπαραδηλώσεις από αυτήν την μετατόπιση ήταν έντονες. Η ανάπτυξη του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος οδήγησε σε μεταρρυθμίσεις με στόχο την δίκαιη αμοιβή της εργασίας, σε αντίθεση με τους καπιταλιστές, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η τιμή καθορίζει την αξία, ώστε να υπερασπιστούν -και να νομιμοποιήσουν- την οικειοποίηση ενός μεγαλύτερου μεριδίου αμοιβής επί του τελικού προϊόντος.

Προέκταση της νεοκλασικής θεωρίας είναι και η Θεωρία της Δημόσιας Επιλογής (Public Choice Theory). Η συγκεκριμένη θεωρία υποστηρίζει ότι η κυβερνητική παρέμβαση οδηγεί αναπόδραστα σε αποτυχία, διότι η κρατική ρύθμιση «αιχμαλωτίζεται» από τα ιδιωτικά συμφέροντα τα οποία επιδιώκουν την εξασφάλιση ειδικών προνομίων. Λόγω της αρνητικής αυτής προκατάληψης σχετικά με την κρατική παρέμβαση, οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης τάσης τάσσονται υπέρ της μικρότερης δυνατής παρουσίας του κράτους στην οικονομική σφαίρα.

B) «Καλή» αγορά και «κακό» κράτος;

Οι διαφορετικές αυτές αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι παραγωγικό και το τι όχι και ως εκ τούτου, το κατά πόσον το κράτος δημιουργεί προστιθέμενη αξία, αποτέλεσαν σημαντικές διαμάχες που δεν αφορούσαν απλώς επιστημολογικές αναζητήσεις. Το ζήτημα του εάν η αξία ταυτίζεται με την τιμή ή την εργασία είναι βαθιά πολιτικό και έχει τρεις σημαντικές παραμέτρους:

Ι. Χρηματοπιστωτικό σύστημα και απόσπαση αξίας

Η κερδοσκοπία του χρηματοπιστωτικού τομέα -όπως κατέδειξε η κρίση του 2007/8- αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα απόσπασης αξίας, υπό την έννοια ότι διανέμει υπέρ του σημαντικό μέρος του ήδη παραχθέντος εισοδήματος, ενώ δεν προσθέτει νέες ροές στο συνολικό εισόδημα. Γενικά, o χρηματοπιστωτικός τομέας, σύμφωνα με τη συγγραφέα, αποσπά αξία από τo διαθέσιμο πλούτο μιας οικονομίας, μέσω i) του συναλλακτικού κόστους (επιτόκια, προμήθειες κτλ.) ii) των μονοπωλιακών κερδών, λόγω του προνομίου στην έκδοση νέους χρέους («το χρήμα είναι χρέος») iii) των επισφαλών επενδύσεων που πραγματοποιεί (όπως οι επενδύσεις στα στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης – subprime crisis).  Συνεπώς, εάν ταυτιστεί η αξία με την τιμή, τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα, για παράδειγμα, τα οποία προέρχονται από την υπέρμετρη ανατίμηση («φούσκα») στην αγορά κατοικίας, λογίζονται ως «παραγωγικά» και υπολογίζονται ως προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ. Με αυτόν τον τρόπο, ευνοείται και νομιμοποιείται εν τέλει, η ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία η οποία παράγει αύξουσες αποδόσεις κέρδους, προκαλώντας τελικά χρηματοπιστωτικές κρίσεις που καταστρέφουν παρά δημιουργούν νέα αξία. Από την άλλη πλευρά, τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού συστήματος δημιουργούν πραγματικά προστιθέμενη αξία μόνο στο μέτρο που οι τράπεζες βελτιώνουν την κατανομή του κεφαλαίου σε μια οικονομία και διασφαλίζουν ένα αξιόπιστο σύστημα πληρωμών. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως συμβαίνει στις χρηματοπιστωτικές «φούσκες», μιλάμε για απόσπαση -και όχι δημιουργία- αξίας από την εργασία -λόγω της ανεργίας που προκαλεί μια κρίση και της κρατικής διάσωσης που δεσμεύει κεφάλαια από άλλες παραγωγικότερες επενδύσεις. Η πολιτική διαμάχη σχετικά με αυτό το ζήτημα αποτυπώθηκε στον τρόπο της λογιστικής εγγραφής της συμμετοχής του χρηματοπιστωτικού τομέα στο ΑΕΠ, σύμφωνα με τα εθνικά λογιστικά πρότυπα. Έως τη δεκαετία του 1970, οι τράπεζες θεωρούνταν ως διανεμητές -και όχι δημιουργοί- προστιθέμενης αξίας. Ως εκ τούτου, η συνεισφορά τους στο ΑΕΠ ήταν πολύ μικρή. Από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, λόγω της εντεινόμενης πολιτικής πίεσης από την πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που άρχιζε να συγκροτείται σε υπερεθνική βάση καθώς η οικονομική παγκοσμιοποίηση διευρυνόταν, τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα άρχισαν να εγγράφονται ως προστιθέμενη αξία. Οι πολιτικές της απορρύθμισης ευνόησαν την κερδοφορία των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και οδήγησαν στην ανάληψη ολοένα και μεγαλύτερων κινδύνων για την απόσπαση περισσότερων κερδών. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερη κερδοσκοπία τόσο μεγαλύτερη «προστιθέμενη αξία» στο ΑΕΠ.

ΙΙ. Κράτος και προστιθέμενη αξία

Το δεύτερο κρίσιμο πολιτικό ζήτημα που εγείρει η ταύτιση της προστιθέμενης αξίας με την τιμή αφορά το εάν οι κρατικές δαπάνες δημιουργούν ή όχι προστιθέμενη αξία. Καταρχάς, το σύστημα των εθνικών λογαριασμών θεσπίσθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη μεταπολεμικά (1953), ως ένα εργαλείο στατιστικής για τον υπολογισμό του ΑΕΠ, δηλαδή του ποσού της προστιθέμενης αξίας ή της συνολικής παραγωγής κάθε οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, το ΑΕΠ υπολογίζεται ως το άθροισμα της κατανάλωσης (C) της ιδιωτικής επένδυσης, της κρατικής δαπάνης (G) και των καθαρών εξαγωγών (E). Στην πραγματικότητα, αυτό το μοντέλο, σύμφωνα με την Ματζουκάτο, υιοθετεί μια μεικτή αντίληψη για την προστιθέμενη αξία. Από την μια πλευρά, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται να είναι οι αποκλειστικοί φορείς της επένδυσης -και όχι και της κατανάλωσης- αγοράζοντας τελικά επενδυτικά αγαθά από άλλες επιχειρήσεις. Από την άλλη, η κυβέρνηση εμφανίζεται μόνο να δαπανά και όχι να επενδύει. Αυτή η προκατάληψη υποδηλώνει ότι οι κρατικές δαπάνες είναι μη παραγωγικές και συνεπώς δεν συνεισφέρουν στο ΑΕΠ. Η κυβέρνηση με λίγα λόγια δεν θεωρείται δημιουργός προστιθέμενης αξίας. Σε αυτό το σημείο η Ματζουκάτο εισάγει μία κρίσιμη διευκρίνιση: Σχετικά με τις κρατικές δαπάνες υπάρχει μια συσκότιση, λόγω της χαμηλής, συνήθως, τιμολόγησης των δημοσίων υπηρεσιών. Τούτο συνεπάγεται ότι κάποιες από αυτές δαπάνες λογίζονται σαν ενδιάμεση κατανάλωση ενώ κάποιες άλλες σαν τελική. Η διαφορά έγκειται στο ότι η ενδιάμεση κατανάλωση αποτελεί κατά βάση υπηρεσία προς τις επιχειρήσεις, ενώ η τελική συνιστά υπηρεσία προς τα νοικοκυριά. Για παράδειγμα, μια εθνική οδός είναι ένα ενδιάμεσο αγαθό, εάν χρησιμοποιείται από τους επαγγελματίες με κάποιο αντίτιμο, διότι αυτό  ενσωματώνεται στο συνολικό κόστος για την παραγωγή ενός άλλου τελικού αγαθού. Αντίθετα, είναι τελικό αγαθό εάν χρησιμοποιείται από μια οικογένεια, απλώς για να πάει διακοπές. Κατά βάση όμως, οι κρατικές δαπάνες λογίζονται ως τελικά αγαθά. Με αυτόν τον τρόπο, η συνεισφορά τους στο ΑΕΠ εμφανίζεται περιορισμένη και η σημασία τους μη παραγωγική για την οικονομία. Η Ματζουκάτο λοιπόν, αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται να φωτίσει και να το καθάρει από πολιτικές προκαταλήψεις που στρέφονται υπέρ μιας ελάχιστης κρατικής παρέμβασης. Υποστηρίζει με θέρμη ότι το κράτος όχι μόνο δεν είναι μη παραγωγικό, αλλά αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη δημιουργία αξιών και την εδραίωση ενός «τεχνητού» συγκριτικού πλεονεκτήματος με βάση τη γνώση. Η γνώση δεν υπάρχει στη φύση, αντίθετα απαιτεί σχεδιασμό και επένδυση για την κατάκτησή της. Άρα, στο επίκεντρο της συζήτησης για τον παγκόσμιο καταμερισμό της εξειδίκευσης, βρίσκεται το ερώτημα για το πώς δημιουργείται και από ποιον ένα «τεχνητό» συγκριτικό πλεονέκτημα. Όπως έχει καταδείξει αναλυτικότερα στο προηγούμενο βιβλίο της The Entrepreneurial State: Debunking Public vs. Private Sector Myths (2013), η Ματζουκάτο παραθέτει πλήθος στοιχείων και αποδείξεων για τον ρόλο που διαδραματίζουν οι δημόσιες επενδύσεις -κυρίως λόγω του ότι αναλαμβάνουν το κόστος του αρχικού ρίσκου που θεωρείται από τους ισχυρότερους ανασταλτικούς παράγοντες στο επιχειρείν- στην έρευνα και την τεχνολογία και ειδικότερα, για το πώς επωφελήθηκαν από αυτές τις επενδύσεις επιχειρήσεις κολοσσοί στον χώρο της τεχνολογίας που ξεκίνησαν ως νεοφυείς επιχειρήσεις (π.χ. Apple).

ΙΙΙ. Απόσπαση αξίας και σύγχρονες επιχειρήσεις

Η τρίτη σημαντική συνέπεια που προκύπτει από την ταύτιση αξίας και τιμής αφορά στο οργανωσιακό μοντέλο των ίδιων των επιχειρήσεων και ειδικότερα την ανάδυση του μοντέλου της αξίας του μετόχου (shareholder value). Οι μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή, προσπαθούν να διανέμουν όσο το δυνατό μεγαλύτερο μέρισμα στους μετόχους και όχι να επενδύουν τα κέρδη στην αύξηση της παραγωγικότητας. Στη σύγχρονη πραγματικότητα, εντοπίζεται η βαθμιαία μετάβαση από το “retain and reinvest”, κατά το οποίο οι επιχειρήσεις διατηρούν μεγάλο ποσοστό των κερδών τους με σκοπό την επένδυσή τους στη βελτίωση της παραγωγικότητας, προς το “downsizing and distribute”. Την επικέντρωση δηλαδή στην απόσπαση της αξίας για λογαριασμό των μετόχων, μέσω μιας βραχυπρόθεσμης αύξησης της τιμής των μετοχών, και όχι μέσω μακροπρόθεσμων επενδυτικών στρατηγικών με στόχο την ανάπτυξη της εταιρείας.

Το γεγονός αυτό έχει σημαντικές συνέπειες για την ισορροπία ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η «αξία του μετόχου» λοιπόν, που ευνοείται από τους κανόνες εταιρικές διακυβέρνησης, αποτελεί ένα φαινόμενο συνυφασμένο με τη γιγάντωση των επιχειρήσεων και των εταιριών χαρτοφυλακίου (holding companies), οι οποίες μέσω χρηματιστηριακών εξαγορών και συγχωνεύσεων επεκτείνονται σε δραστηριότητες άσχετες, πολλές φορές, μεταξύ τους. Η δημιουργία τέτοιων επιχειρήσεων συμβάλλει στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αλλά όχι στην αύξηση του κοινωνικού πλούτου. Η εμπέδωση του μοντέλου της «αξίας του μετόχου» αποτέλεσε μια νέα σταθερά του καπιταλισμού από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, ότι τη δεκαετία του 1980 ιδιαίτερα, σημειώθηκε ένα κύμα επαναγορών ιδίων μετοχών, το οποίο αύξησε τις τιμές των μετοχών. Έκτοτε παρατηρείται ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος των ξένων άμεσων επενδύσεων προορίζεται για την αγορά μετοχών, με σκοπό τις εξαγορές και συγχωνεύσεις.

Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να επισημανθεί και το εξής. Οι «αγορές», θεωρητικά πάντα, διεκπεραιώνουν ένα είδος εταιρικού ελέγχου, απαντώντας στο κλασικό πρόβλημα «εντολέα-εντολοδόχου» (principal – agent problem). Σύμφωνα με αυτό, επειδή οι σύγχρονες επιχειρήσεις διοικούνται περισσότερο από τα διευθυντικά στελέχη (“managers”) παρά από τους μετόχους, ελλοχεύει ο κίνδυνος τα διευθυντικά στελέχη (εντολοδόχοι) να διοικούν την επιχείρηση, με βάση τα δικά τους συμφέροντα και όχι εκείνα των εντολέων τους (μετόχων). Έτσι λοιπόν, οι χρηματοπιστωτικές αγορές δύνανται, μέσω της χρηματιστηριακής καταγραφής, να εποπτεύουν το κατά πόσο τα διευθυντικά στελέχη προωθούν την ανάπτυξη της εταιρείας, όπως αυτή καταγράφεται στην πορεία της τιμής της μετοχής της και με αυτόν τον τρόπο, να διασφαλίζεται η προστασία των συμφερόντων των μετόχων της επιχείρησης. Παραδόξως βέβαια, η πειθαρχία της αγοράς όξυνε την ασυμμετρία της πληροφόρησης και το χάσμα μεταξύ διοικητικών στελεχών και μετόχων, διότι η βραχυπρόθεσμη και υποκινούμενη άνοδος της τιμής των μετοχών δεν «λέει» πάντα την «αλήθεια» σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών οικονομικών μεγεθών. Απεναντίας, τη συσκοτίζει και την αλλοιώνει.

Υπό το φως των ανωτέρω, η Ματζουκάτο μας καλεί να ξανασκεφτούμε βασικές έννοιες της οικονομικής και κοινωνικής μας συνύπαρξης. Το τι είναι και τι δεν είναι «παραγωγικό» αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή που οριοθετείται από συγκεκριμένες θέσεις εξουσίας. To ότι, για παράδειγμα, η απόδοση των κρατικών επενδύσεων θεωρείται αξιωματικά ότι είναι μηδενική, στον υπολογισμό του ΑΕΠ -παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις, οι κρατικές επενδύσεις εκκολάπτουν σημαντικές ιδιωτικές επιχειρήσεις και αποτελούν κρίσιμα ενδιάμεσα αγαθά για αυτές- δεν είναι επιστημονική παραδοχή αλλά πολιτική επιλογή. Ως εκ τούτου, η πρόκληση για μια διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη θα περάσει μέσα από τη διαμόρφωση νέων δημόσιων αξιών. Ποια δικαιώματα και ωφέλειες μπορούν να έχουν οι πολίτες, το κράτος, οι επιχειρήσεις; Ποιες υποχρεώσεις; Επιπλέον, σε ποιες αρχές είναι χρήσιμο να βασίζονται οι δημόσιες πολιτικές; Το κράτος θα πρέπει να διατηρεί ένα σημαντικό ποσοστό σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, στην ίδρυση και την ανάπτυξη των οποίων συνέβαλε καθοριστικά, ή θα πρέπει να αποφεύγεται κάθε είδους εμπλοκή του; Θα πρέπει οι κυβερνήσεις να συνεχίζουν να διασώζουν τον ιδιωτικό τομέα όταν αυτός αποτυγχάνει και εάν ναι, με τι κόστος; Η αξία των μετόχων, μήπως θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα αξία που θα ωφελεί όλους τους ενεχόμενους δρώντες μιας επιχείρησης (εργαζόμενους, προμηθευτές κ.α.); Αυτά είναι μερικά από τα σημαντικότερα ερωτήματα που θέτει η Μαριάνα Ματζουκάτο για την πολιτική οικονομία του 21ου αιώνα.

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*