Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Adam Tooze, Crashed: How a Decade of Financial Crises Changed the World, New York: Penguin, 2018, pp.706

Σε ένα από τα πολλά ευφυολογήματά του, ο Woody Allen δηλώνει αφοπλιστικά: «Έχω την απάντηση. Έχει κανείς την ερώτηση;». Η βασική συμβολή του βιβλίου του καθηγητή οικονομικής ιστορίας Adam Tooze εντοπίζεται στο ότι έρχεται να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα περί μακροοικονομικής που είτε δεν τέθηκαν καθόλου είτε τέθηκαν με εντελώς λανθασμένο τρόπο, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2007/8.

Για να δώσει όμως τις σωστές απαντήσεις στα σωστά ερωτήματα, ο Tooze υποστηρίζει ότι η ανάλυση της κρίσης του 2007/8, που έλαβε χώρα σε συνθήκες υψηλής έντασης χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, πρέπει να πραγματοποιηθεί με εργαλεία πέρα από το παραδοσιακό μακροοικονομικό ερμηνευτικό πλαίσιο. Ο Tooze αναλύει διεξοδικά την αλληλεξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας μέσω τριών επάλληλων κύκλων διασύνδεσης. Ο πρώτος εντοπίζεται στο βορειοατλαντικό άξονα, μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Ο δεύτερος, μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καθώς και των υπολοίπων αναδυόμενων οικονομιών. Ο τρίτος εντοπίζεται εντός της ίδιας της Ευρώπης και ιδίως της ζώνης του ευρώ.

Ο συγγραφέας διατυπώνει τη βασική θέση ότι το παγκόσμιο εμπόριο σήμερα δεν καθοδηγείται αποκλειστικά από τις εθνικές οικονομίες. Λαμβάνει χώρα μεταξύ των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής αξίας. Το συγκεκριμένο επιχείρημα ισχύει ακόμα περισσότερο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την κίνηση των χρηματοοικονομικών ροών. Για τον Tooze, η παγκόσμια οικονομία δεν αναλύεται πλέον υπό το πρίσμα των αυτόνομων εθνικών οικονομιών αλλά μέσω της συστηματικής διασύνδεσης των ισολογισμών των διεθνών εταιρειών και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Συνεπώς, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι δείκτες του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτελούν επακριβείς ενδείξεις για την ισχύ και τη δυναμική που μπορεί να εμφανίσει μια ενδεχόμενη παγκόσμια κρίση. Με άλλα λόγια, στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι μακροοικονομικές ανισορροπίες σε εθνικό επίπεδο έχουν συγκριτικά πιο περιορισμένο αντίκτυπο ως προς την ένταση και την έκταση μιας κρίσης που προέρχεται από μιαν αιφνίδια αντιστροφή των ροών του κεφαλαίου εντός του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Α. ΗΠΑ – Ευρώπη: o βασικός άξονας της κρίσης

Έχοντας δώσει την παραπάνω -πρώτη- απάντηση, αναφορικά με το πώς πρέπει να αναλύεται μια κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού, ο Tooze ξεκινά την αποδόμηση ξεπερασμένων μακροοικονομικών αντιλήψεων που εδραιώθηκαν πρώτα και κύρια στις ΗΠΑ, κυρίως τη δεκαετία του 2000. Συγκεκριμένα, αυτές αφορούσαν τις ανησυχίες της αμερικανικής ιθύνουσας τάξης, έως το 2007, σχετικά με το υπερβολικό χρέος της χώρας και την κατοχή μεγάλου μέρους του στα χέρια αλλοδαπών επενδυτών, όπως οι Κινέζοι. Η εστίαση στις σινοαμερικανικές σχέσεις και η υποτίμηση των εγχώριων εστιών ανησυχίας (βλέπε αλματώδης αύξηση των τιμών στην αγορά κατοικίας και το real estate) ήταν εκτός των άλλων και πολιτικά πιο αποδεκτή για όλο το πολιτικό φάσμα. Συνεπώς, η ερώτηση που ποτέ δεν έθεσαν έως το 2007/8 ούτε οι Ρεπουμπλικάνοι ούτε οι Δημοκρατικοί, αφορά στην ίδια τη δομή και τη λειτουργία της αμερικανικής οικονομίας και του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που αποκρύφτηκε από τη δημόσια συζήτηση ήταν το ακόλουθο: Πώς θα μπορούσαν οι υπερβολές του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος να ταρακουνήσουν συθέμελα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να οδηγήσουν σε μια γενικευμένη οικονομική κρίση τον παγκόσμιο καπιταλισμό;

Το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα που δεν ετέθη -τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2007/8- σχετίζεται με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την Ευρώπη: Ήταν απλώς μια κακή συγκυρία ότι η ευρωπαϊκή κρίση διαδέχθηκε με τόσο γρήγορο τρόπο και σε τόσο έντονο βαθμό την αμερικανική; Και εάν η χρηματοπιστωτική κρίση ήταν πάνω από όλα μια κρίση της αμερικανικής οικονομίας, πόσο «ευρωπαϊκά» ήταν τα προβλήματα της ζώνης του ευρώ; Τα ερωτήματα αυτά δεν τέθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, διότι έως τότε επικρατούσε στους ευρωπαϊκούς κύκλους η αυταπάτη ότι η «κοινωνική Ευρώπη» βρίσκεται στον αντίποδα του αμερικανικού τύπου καζίνο-καπιταλισμού. Η πραγματικότητα όμως ήταν εντελώς διαφορετική. Ο επιθετικός χρηματοοικονομικός καπιταλισμός δεν ήταν αποκλειστικό «προνόμιο» των ΗΠΑ. Εις πείσμα λοιπόν της συμβατικής σοφίας περί του «καλά» ρυθμισμένου ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού καπιταλισμού, οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν επιδοθεί σε έναν άνευ ορίων και προηγουμένου κερδοσκοπικό επεκτατισμό στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, δημιουργήθηκε εντονότατη διασύνδεση των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών με την αμερικανική αγορά χρήματος και κεφαλαίου, καθ’ όλη τη δεκαετία πριν από το 2007. Στην κορύφωση της κρίσης στις ΗΠΑ, στους ισολογισμούς ξένων τραπεζών βρίσκονταν περιουσιακά στοιχεία αξίας αρκετών τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τα μισά εκ των οποίων ανήκαν σε ευρωπαϊκούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η τεράστια αυτή εκροή δολαρίων από τις ΗΠΑ ευνοήθηκε από τον εύκολο δανεισμό των ξένων τραπεζών από την αμερικανική χονδρική αγορά χρήματος. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες -ιδίως οι γαλλικές, οι γερμανικές και αυτές των χωρών της Benelux- που διέθεταν υποκαταστήματα στις ΗΠΑ, αντλούσαν κεφάλαια από την αμερικανική χονδρική αγορά χρήματος και τα μετέφεραν στη μητρική τους εταιρεία. Έπειτα, ένα ποσοστό αυτών των κεφαλαίων το διοχέτευαν ξανά στις ΗΠΑ, με μορφή δανεισμού, αυξάνοντας της μόχλευσή τους στην αμερικανική οικονομία είτε δανείζοντάς τα με μορφή στεγαστικής πίστης είτε -κυρίως- επενδύοντας σε τιτλοποιημένα χρεόγραφα. Η έντονη δραστηριότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών στις ΗΠΑ, προκάλεσε μεγάλη έκθεση σε τιτλοποιημένα προϊόντα, όπως αυτά που βασίζουν τις απαιτήσεις τους σε επιχειρηματικά δάνεια (“asset-backed commercial paper”). Όταν ξέσπασε η κρίση το 2007, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα χρηματοδοτούσε, μέσω των «οχημάτων ειδικού σκοπού» (SPVs), περίπου το 70% αυτών των προϊόντων, σε αντίθεση με το μόλις 30% που χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα. Για τον λόγο αυτό, η αμερικανική Κεντρική Τράπεζα (FED) δημιούργησε τον Δεκέμβριο του 2007 έναν έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας (“Term Auction Facility”- TAF), με τον οποίο η αμερικανική Κεντρική Τράπεζα δεχόταν επιλεγμένες εγγυήσεις από τις τράπεζες, με αντάλλαγμα την παροχή ρευστότητας. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι τυχαίο ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη χρήση των κεφαλαίων του συγκεκριμένου μηχανισμού, σε συνδυασμό και με τις συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων (swap lines) μεταξύ της FED και της ECB, με σκοπό τη στήριξη του ευρώ σε ενδεχόμενη υποτίμηση.

Με το να μεταθέσουν όμως την πηγή του προβλήματος στις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι έχασαν  κρίσιμο χρόνο και για την αντιμετώπιση της ίδιας της κρίσης εντός της ζώνης του κοινού νομίσματος, εμμένοντας στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο της κρίσης σε μια διακυβερνητική διαχείριση του προβλήματος και στην λογική του «βλέποντας και κάνοντας». Ο Tooze διατυπώνει με μεγάλη οξυδέρκεια και παρρησία τον ισχυρισμό ότι η υπέρμετρη απελευθέρωση της πίστωσης εντός της ευρωζώνης ήταν η κύρια αιτία για τα εμπορικά και δημοσιονομικά ελλείμματα – και όχι το αντίστροφο. Οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Ιρλανδίας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα, διότι αμφότερες διέθεταν το 2008 χαμηλά επίπεδα δημοσίου χρέους και ελλειμμάτων. Ως εκ τούτου, για τον Tooze η ρίζα του «κακού» δεν εντοπίζεται στην υπερβολική αποταμίευση των Γερμανών ή στο εμπορικό τους πλεόνασμα, όσο στη μονόπλευρη υπερπροσφορά πίστωσης -από τις γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες- σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία, που βίωσαν μια σημαντική διόγκωση των τιμών στην αγορά των ακινήτων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα πάντα, εάν η αιτιώδης συνάφεια ήταν η αντίστροφη και τα θεμελιώδη στοιχεία της γερμανικής οικονομίας ήταν πραγματικά καλύτερα από εκείνα των υπολοίπων κρατών-μελών, θα λάμβανε χώρα μια αύξηση της ζήτησης για εισαγωγές από πλευράς Γερμανίας και οι εμπορικές ανισορροπίες μεταξύ των κρατών-μελών θα ήταν τελικά πιο περιορισμένες. Η έντονη χρηματοοικονομική αλληλεξάρτηση εντός ευρωζώνης προκάλεσε περαιτέρω, λόγω της υψηλής κινητικότητας του κεφαλαίου, τεράστιες κεφαλαιακές μετακινήσεις από τις πιο ευάλωτες οικονομίες στα πιο «ασφαλή καταφύγια», χωρίς έχει υπάρξει κάποια σημαντική μεταβολή στο εμπορικό ισοζύγιο των κρατών-μελών. Αυτό είχε ως συνέπεια, τα επιτόκια δανεισμού των πιο ευάλωτων οικονομιών να αυξάνονται και να συρρικνώνεται ο εγχώριος δανεισμός των τραπεζών, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο. Με αυτόν τον τρόπο, αναστράφηκε πλήρως η «οικονομική θεωρία της βαρύτητας», που υποστηρίζει ότι το κεφάλαιο κινείται από τις χώρες με απόθεμα κεφαλαίων προς τις οικονομίες που αντιμετωπίζουν έλλειψη. Στην ευρωζώνη συνέβη το ακριβώς αντίστροφο.

Συνεπώς, το συμπέρασμα του Tooze συνοψίζεται στο ότι στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, η προσφερόμενη πίστωση δεν περιορίζεται σε ένα προκαθορισμένο συνολικό ποσό βάσει των θεμελιωδών οικονομικών δεδομένων κάθε οικονομίας. Η προσφερόμενη πίστωση διαθέτει μεγάλη ελαστικότητα, η οποία ενισχύεται εάν συνδυασθεί με την υπέρμετρη αύξηση της τιμής ενός περιουσιακού στοιχείου (π.χ. κατοικίες).

Β) Οι αναδυόμενες οικονομίες και ο παγκόσμιος χρηματοοικονομικός κύκλος

Το παραπάνω συμπέρασμα του Tooze αποτυπώθηκε ακόμα πιο ανάγλυφα στην ταραχώδη σχέση των αναδυομένων οικονομιών με τη διακύμανση της ισοτιμίας του δολαρίου. Σε μια παγκόσμια οικονομία δίχως στιβαρούς θεσμούς παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης, μια ακόμα σημαντική ερώτηση που δεν είχε τεθεί έως το 2007/8 σχετίζεται με το πώς είναι δυνατό χώρες με ισχυρό εμπορικό πλεόνασμα και τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα να διολισθαίνουν σε μια νομισματική κρίση; Διότι αυτό που συνέβη σε οικονομίες όπως η Νότια Κορέα, η Βραζιλία, η Τουρκία ή η Ταϊλάνδη, την άνοιξη του 2013 -όταν η FED αποφάσισε να περιορίσει κάπως το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με αποτέλεσμα την ανατίμηση του δολαρίου- δεν ήταν μια ξαφνική κατάρρευση των εξαγωγών τους αλλά ένας ξαφνικός περιορισμός της αφειδούς έως τότε πρόσβασης στη χρηματοδότηση των τραπεζών τους στην αμερικανική χρηματαγορά (sudden stop crisis). Συνεπώς, δεν ήταν κάποια απότομη διακύμανση στο εμπορικό ισοζύγιο αλλά η ξαφνική διατάραξη των συναλλαγματικών αποθεμάτων στους ισολογισμούς των πολυεθνικών εταιρειών και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών των αναδυόμενων (και των ευρωπαϊκών) οικονομιών που κατέστησαν ευάλωτες αυτές τις οικονομίες.

Η απάντηση στο ως άνω ερώτημα, σύμφωνα με τον Tooze, περιστρέφεται γύρω από την κίνηση του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού κύκλου, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η νομισματική πολιτική της FED. Τούτο συνεπάγεται ότι σε περίπτωση ανατίμησης του αμερικανικού νομίσματος όχι μόνο αυξάνεται το κόστος δανεισμού των αναδυόμενων οικονομιών αλλά και συμβαίνει και μια μαζική -και ξαφνική- μετακίνηση κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ. Βεβαίως, αυτήν την φορά (2013) ήταν πράγματι διαφορετικά σε σχέση με την Ασιατική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Το 2013, οι  αναδυόμενες οικονομίες ήταν καλύτερα προετοιμασμένες, έχοντας αυξημένα συναλλαγματικά αποθέματα και εφαρμόζοντας αποτελεσματικούς ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων, τη σημασία των οποίων εξήρε ακόμα και το ΔΝΤ σπάζοντας ένα παραδοσιακό ταμπού.

Η ένταση όμως της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης και διασύνδεσης του χρηματοπιστωτικού τομέα φάνηκε ακόμα εντονότερα στην περίπτωση της Κίνας. Γιαν να το καταδείξει, ο Tooze προβαίνει στον εξής ισχυρισμό: Η παγκοσμιοποίηση λαμβάνει χώρα μέσω δύο διαφορετικών διαύλων. Ο πιο εμφανής δίαυλος είναι το εμπόριο (εμπορικός δίαυλος). Όμως, οι τυχόν ανισορροπίες που προκύπτουν μεταξύ των συναλλασσόμενων οικονομιών  δεν  αποτελούν τον καθοριστικότερο παράγοντα που προοιωνίζεται μια κρίση. Διότι, ενισχύοντας το εμπορικό της πλεόνασμα, μια οικονομία χρειάζεται όλο και περισσότερα συναλλαγματικά αποθέματα ενώ ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις -και οι ιδιώτες- σωρεύουν χρέη σε ξένα νομίσματα. Τούτα καθιστούν τις συγκεκριμένες οικονομίες πιο ευάλωτες σε μια μεταβολή των επιτοκίων ή των διεθνών ισοτιμιών. Σε αυτό, λοιπόν, το σημείο υπεισέρχεται ο χρηματοοικονομικός δίαυλος και ο ρόλος των τραπεζών και των λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Η περίπτωση της Κίνας είναι διαφωτιστική:

Γ. Η Κίνα υπό το φως των νέων δεδομένων

Το 2008, η Κίνα δεν είχε ακόμα ενσωματωθεί πλήρως στον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Συμμετείχε στην παγκοσμιοποίηση, περισσότερο, μέσω του εμπορικού διαύλου. Γι’ αυτόν τον λόγο, η συσσώρευση δολαρίων από το εμπορικό πλεόνασμα που διατηρούσε έναντι των ΗΠΑ, ώθησε την κινεζική πολιτική ηγεσία στη στήριξη του δολαρίου – στο αρχικό στάδιο της κρίσης. Παραδόξως, η δομική ισχύς του δολαρίου αυξήθηκε ακόμα περισσότερο παρά την κρίση. Η συγκεκριμένη παραδοξότητα εξηγείται από την απλή διαπίστωση ότι χώρες όπως η Κίνα είχαν τόσο μεγάλη έκθεση σε δολάρια πριν από την κρίση, ώστε ενδεχόμενη υποτίμηση του νομίσματος θα επέφερε μεγάλες απώλειες. Με άλλα λόγια, χρειάσθηκαν «νέα» δολάρια για να στηριχθεί η αξία των «παλιών». Η στήριξη του δολαρίου από τις αναδυόμενες οικονομίες είχε να κάνει επίσης με το ότι ανταγωνιστικά νομίσματα, όπως το ευρώ, αποδείχτηκαν πολιτικά αδύναμα, καθώς ο πολιτικός κίνδυνος για τις χώρες της ευρωζώνης αυξανόταν. Η πρόσθετη έκθεση της κινεζικής οικονομίας ειδικότερα στο αμερικανικό νόμισμα εξηγείται και από τον εξής λόγο: Οι κινεζικές επιχειρήσεις επωφελούνταν από τα χαμηλά επιτόκια τόσο εντός Κίνας όσο και στις ΗΠΑ, λόγω του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης που εφάρμοσε η FED έως τα τέλη του 2015. Συνεπώς, δανείζονταν σε δολάρια, επένδυαν σε γουάν και αποπλήρωναν τα δάνεια σε δολάρια από τα κέρδη που αποκόμιζαν από την αναπτυξιακή έκρηξη της κινεζικής οικονομίας, σε μια ανατιμημένη μάλιστα συναλλαγματική ισοτιμία έναντι του αμερικανικού νομίσματος. Είναι ενδεικτικό ότι έως τα τέλη του 2014, το 25% του εταιρικού δανεισμού ήταν σε δολάρια, αλλά μόλις το 8% των κερδών. Αυτή η αναντιστοιχία -δάνεια σε δολάρια, κέρδη σε γουάν- ήταν επικερδής, πλην όμως ριψοκίνδυνη. Ο υψηλός ρυθμός απόδοσης κέρδους του γουάν, το χαμηλό κόστος δανεισμού σε δολάρια και η ήπια υποτίμηση του δολαρίου σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων λόγω της σταθερά υψηλής εγχώριας ζήτησης αποτέλεσαν τους τρεις βασικούς παράγοντες της κερδοφορίας των κινεζικών επιχειρήσεων. Και οι τρεις όμως αυτοί παράγοντες ήταν ιδιαίτερα εύθραυστοι, διότι η διακύμανσή τους δεν εξαρτάτο αποκλειστικά από εγχώριες παραμέτρους. Από το 2008 όμως και έπειτα, η Κίνα ενσωματώθηκε ακόμα περισσότερο στην παγκόσμια χρηματοοικονομική ολοκλήρωση (χρηματοπιστωτικός δίαυλος). Το 2015, όταν η FED περιόρισε την πολιτική της νομισματικής χαλάρωσης και το δολάριο άρχισε την ανοδική του κούρσα, αυξήθηκαν οι εκροές κεφαλαίου από την Κίνα προς τις ΗΠΑ και τα πράγματα μεταβλήθηκαν άρδην. Οκτώ χρόνια μετά το 2008, όταν η Κίνα στήριξε το δολάριο, το ζήτημα που τέθηκε το 2015 ήταν το κατά πόσον η FED θα συνεργαζόταν με την ανταγωνίστρια δύναμη για τη στήριξη του γουάν. Η νέα διοίκηση της FED, υπό την Janet Yellen, κινούμενη εκείνη την περίοδο σε ένα περιβάλλον σταθερής εγχώριας οικονομικής ανάπτυξης, αντιμετώπισε το δίλημμα της «κανονικοποίησης» -δηλαδή της αύξησης- των επιτοκίων ή της διατήρησης των χαμηλών επιτοκίων, λόγω του κινδύνου μείωσης του ρυθμού ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας. Το Αύγουστο του 2015, έπειτα από τη διολίσθηση του κινεζικού νομίσματος και την κατακόρυφη πτώση του κινεζικού χρηματιστηρίου, ο αμερικανικός δείκτης Dow Jones έχασε 1000 μονάδες. Στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, παρά τα περί του αντιθέτου φημολογούμενα, η FED αναγκάστηκε να ανακρούσει πρύμναν  και να μην πραγματοποιήσει την αύξηση των επιτοκίων που είχε προσχεδιάσει, υπό το φόβο οικονομικής κρίσης στην Κίνα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κίνα ανακάλυπτε σταδιακά ότι, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, η αυτονομία στην οικονομική πολιτική είναι περιορισμένη, ακόμα και για το μέγεθος της δικιάς της οικονομίας. Αντιλήφθηκε με άλλα λόγια, ότι η εξάρτηση των οικονομικών επιδόσεων από εξωτερικούς παράγοντες αργά ή γρήγορα θα έθεταν σε κίνδυνο την αναπτυξιακή της δυναμική. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ήδη από το 2008, η κινεζική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής  τόνωσης και νομισματικής χαλάρωσης, για να μην ανακοπεί η αναπτυξιακή τροχιά, εξαιτίας της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η ενσωμάτωση της κινεζικής οικονομίας στην παγκόσμια χρηματοοικονομική ολοκλήρωση σήμανε την εγκατάλειψη των χρόνων της «αθωότητας» και του «δωρεάν γεύματος» από τις ΗΠΑ. Η κινεζική οικονομία βρέθηκε με τη σειρά της, ενώπιον κινδύνων και προκλήσεων που αντιμετώπιζαν κυρίως οι ανεπτυγμένες οικονομίες. Ο βασικός -νέος- κίνδυνος αφορούσε τη διόγκωση του «σκιώδους» τραπεζικού συστήματος που ήταν υπεύθυνο για το 50% των νέων δανείων, την περίοδο 2008-2009. Κίνδυνος βεβαίως, που συνεχίζει ακόμα να αφορά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Συνολικά, ο Tooze υιοθετεί την άποψη ότι η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί μια φυσική διαδικασία, αντίθετη προς τις πολιτικές επιδιώξεις και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Αντιθέτως, διαμορφώθηκε μεταπολεμικά από μια συμμαχία της αμερικανικής πολιτικής τάξης, των επιχειρηματικών ελίτ και των τεχνοκρατών, όπως ο πρώην διοικητής της FED Alan Greenspan. Υπήρξε ουσιαστικά μια ηθελημένη -και ουδόλως «φυσική» διαδικασία- πολιτική και νομική κατασκευή. Ένας θεσμός, αναμφίλεκτα, καθοριστικής σημασίας για τη διανομή του πλούτου και της ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο, που αυτονομήθηκε σταδιακά από τα εθνικά κράτη, λόγω της αποτυχίας συγκρότησης -μετά την κατάρρευση του Bretton Woods- ενός νέου θεσμικού πλαισίου παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης.

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*