Θανάσης Κολλιόπουλος: Κριτική για το βιβλίο του Mervyn King, The End of Alchemy, London: Little Brown, 2016, pp.430

Ο Πάουλο Κοέλιο, στον παγκοσμίως ευπώλητο Αλχημιστή (του), αναφέρει μια από τις πιο διαδομένες κοινοτοπίες του εξίσου κοινότοπου καιρού μας – της εποχής δηλαδή των “identity politics”, της μετα- (εις την νιοστή) νεωτερικότητας – όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις. Η φράση αυτή, ίσως, να είχε επίδραση αποκλειστικά στα μέλη κάποιας λέσχης ανάγνωσης -ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου αναγράφεται κατά κόρον- αν οι πραγματικοί αλχημιστές του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έκαναν τα πάντα για τη δικαιώσουν, μετατρέποντάς της την σε όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνωμοτεί για να το πετύχεις.

Ο Μέρβιν Κινγκ, πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, ορίζει την χρηματοπιστωτική αλχημεία ως τη γενική και εδραιωμένη πεποίθηση ότι το σύνολο του παραστατικού χρήματος (fiat money) μπορεί να μετατραπεί σε χρήμα με εγγενή αξία (περιεκτικό χρήμα), όπως ο χρυσός, και ότι το χρήμα που υπάρχει στις τράπεζες, υπό τη μορφή καταθέσεων, μπορεί να δοθεί στους καταθέτες οποιαδήποτε στιγμή αυτοί το ζητήσουν.

Στην πραγματικότητα, ο πρώην μονεταριστής Μέρβιν Κινγκ υιοθετεί μια εντελώς ετερόδοξη άποψη για το χρήμα. Ο πιο θεμελιώδης μύθος γύρω από τη δημιουργία του χρήματος δεν είναι άλλος από τον λεγόμενο «πολλαπλασιαστή του χρήματος», ο οποίος υποδηλώνει ότι η δημιουργία του χρήματος βασίζεται στα κλασματικά αποθέματα. Η εμπορική τράπεζα δηλαδή κρατάει μόνο ένα μικρό ποσό (κλάσμα) από τις καταθέσεις της και το υπόλοιπο το δανείζει. Στην πραγματικότητα όμως, οι εμπορικές τράπεζες μπορούν να δανείζουν και χωρίς καν να χρειάζεται να διαθέτουν καταθέσεις, απλώς και μόνο διότι τους έχει παραχωρηθεί το νομικό προνόμιο να το κάνουν. Το σύγχρονο, παραστατικό χρήμα δεν βασίζεται στην αξία του χρυσού, ούτε κάποιου άλλου αγαθού, αλλά μόνο στην υπόσχεση αποπληρωμής του. Συνεπώς, μπορεί να πολλαπλασιάζεται και να (ανα)παράγεται, δίχως σημαντικούς περιορισμούς, οδηγώντας στο φαινόμενο του χρηματιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας (financialisation).

Γενικά, οι σύγχρονες τράπεζες μπορούν να μετατρέπουν βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις οι οποίες είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες (π.χ. καταθέσεις) σε μακροχρόνιες απαιτήσεις οι οποίες δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες (π.χ. δάνεια). Με αυτόν τον τρόπο, η χρηματοδοτική διαμεσολάβηση επιτρέπει τη χρηματοδότηση μακροχρόνιων επενδύσεων που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο. Τι γίνεται όμως όταν οι μακροχρόνιες επενδύσεις σχετίζονται με επικίνδυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και δεν συνδέονται με τον παραδοσιακό επιχειρηματικό κίνδυνο που ενυπάρχει σε κάθε επένδυση στην πραγματική οικονομία; Η απάντηση είναι, μάλλον, γνωστή…

Τούτων δοθέντων, ο Κινγκ επιδιώκει να εντοπίσει τα πραγματικά αίτια της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης στις δυνάμεις εκείνες που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διόγκωση, πέρα από τα όρια της κοινωνικής χρησιμότητας, του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Α) Οι αιτίες της αλχημείας

Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας υιοθετεί, κατ’ αρχήν, μετα-κεϋνσιανές παραδοχές και ακολουθεί αντίστοιχα ερμηνευτικά σχήματα τόσο στο πεδίο της ανάλυσης των αιτιών της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης όσο και στο επίπεδο των προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, ο Κινγκ αντικρούει ορισμένες θεμελιακές υποθέσεις των νεοκλασικών οικονομικών.

Ειδικότερα:

α) Την ισχύ του Νόμου του Say και συνεπώς τη δυνατότητα των αγορών να αυτορυθμισθούν και να ισορροπήσουν σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Το ζήτημα της ανεύρεσης ενός νέου σημείου ισορροπίας, στη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, υπερβαίνει το επίδικο της καμπύλης Phillips (αντισταθμιστική σχέση μεταξύ ποσοστού ανεργίας και ρυθμού αύξησης των ονομαστικών μισθών), όπως επίσης και την παραδοσιακή κεϋνσιανή προτροπή για αύξηση της αποτελεσματικής ζήτησης. Ο Κινγκ, ως πρώην κεντρικός τραπεζίτης, αποδίδει την ευθύνη της κρίσης στην εγγενή αδυναμία των αγορών να καθορίσουν από μόνες τους το σημείο ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η αδυναμία αυτή, που αποτελεί το βασικό επιχείρημα που αναπτύσσεται στο βιβλίο, αποτυπώθηκε στις γενικότερες -παγκόσμιες- ανισορροπίες μεταξύ των πλεονασματικών και των ελλειμματικών οικονομιών, οι οποίες εντάθηκαν και διογκώθηκαν, τόσο μεταξύ των χωρών (εξωτερική ανισορροπία) όσο και εντός των ίδιων των ελλειμματικών οικονομιών (εσωτερική ανισορροπία), από την ανεξέλεγκτη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τον εφησυχασμό από τα χαμηλά επιτόκια των Κεντρικών Τραπεζών. Η συγκεκριμένη ανισορροπία είχε ως αποτέλεσμα τη συμπίεση των μακροχρόνιων επιτοκίων, η οποία με τη σειρά της εκτόξευσε τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, αύξησε το συνολικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) και οδήγησε τους επενδυτές στην αναζήτηση πιο κερδοφόρων, άρα και επισφαλών, τοποθετήσεων. Με άλλα λόγια, η αδύναμη ζήτηση των ελλειμματικών οικονομιών και, ως εκ τούτου, η αδυναμία τους να απορροφήσουν την υπερπροσφορά της αποταμίευσης από τις πλεονασματικές χώρες, διογκώθηκε τεχνητώς, μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

β) Η τεχνητή αυτή διόγκωση αμφισβήτησε ουσιαστικά τη νεοκλασική υπόθεση, αποταμίευση = επένδυση. Η μετατροπή των κερδών και της αποταμίευσης σε επένδυση, συνεπώς και μεγέθυνση, δεν αποτελεί μια νομοτέλεια του καπιταλισμού, όπως ισχυρίζονται οι νεοκλασικοί. Μπορεί, λοιπόν, το χρηματοπιστωτικό σύστημα να αύξησε τεχνητώς τη ζήτηση στις ελλειμματικές οικονομίες, εντούτοις εκείνο που μετράει δεν είναι μόνο το μέγεθος της συνολικής ζήτησης αλλά το σε ποιους τομείς αυτή διοχετεύεται.  Εκείνο που καταδείχθηκε το 2007/8 ήταν ότι η αποταμίευση των πλεονασματικών οικονομιών δεν μετατράπηκε βασικά σε επένδυση, αλλά σε υπέρμετρη αύξηση της τιμής των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (χρηματοπιστωτικές «φούσκες»).

γ) Ένα άλλο βασικό σημείο της νεοκλασικής θεωρίας που αμφισβητεί ο Κινγκ είναι η ουδετερότητα του χρήματος και ο καταλυτικός ρόλος των Κεντρικών Τραπεζών στον καθορισμό της ποσότητας χρήματος. Ο Κινγκ υιοθετεί την ετερόδοξη αντίληψη περί χρήματος, ταυτίζοντας ουσιαστικά το χρήμα με το χρέος και θεωρώντας το μηχανισμό μετάθεσης των προσδοκιών για κατανάλωση από το μέλλον στο παρόν. Το χρήμα δηλαδή σχετίζεται περισσότερο με τις προσδοκίες παρά με τη ζήτηση καθ’ εαυτή. Οι Κεντρικές Τράπεζες από την πλευρά τους, καλούνται να διαχειρισθούν όχι κατά τρόπο εξωτερικό την προσφορά του χρήματος -που προσδιορίζεται πλέον ενδογενώς από τις εμπορικές τράπεζες- αλλά τα όρια της μετάθεσης της κατανάλωσης στο παρόν, αντί για το μέλλον. Η απουσία οποιουδήποτε μηχανισμού για τον ποσοτικό ή ποιοτικό περιορισμό της πίστωσης στην οικονομία ανέτρεψε πλήρως τις προσδοκίες των οικονομικών δρώντων, οδηγώντας τους σε μια άνευ προηγουμένου ανάληψη χρέους, δηλαδή, στην μετάθεση της κατανάλωσης από το μέλλον στο παρόν. Ως εκ τούτου, η βλάβη στην οικονομία για τα επόμενα χρόνια φαίνεται να είναι ανήκεστη, στο βαθμό που η μελλοντική ζήτηση προεξοφλήθηκε.

δ) Συνεπώς, ο  Κινγκ καταδεικνύει ότι οι προσδοκίες των οικονομικών δρώντων δεν είναι απολύτως ορθολογικές. Αντιθέτως, επηρεάζονται καθοριστικά από την εγγενή αβεβαιότητα των αγορών, ιδίως της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η αποτυχία (μακρο)συντονισμού της και η ατελής πληροφόρηση επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα  για την αποταμίευση, τη χρηματοδότηση και την επένδυση. Η αδυναμία μετατροπής της αποταμίευσης σε επενδύσεις σχετίζεται άμεσα με τις ανορθολογικές, εν τέλει, προσδοκίες που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία της Μεγάλης Εξομάλυνσης (και του χαμηλού πληθωρισμού) πριν από το 2007. Οι προσδοκίες ότι η διαρκής μετατόπιση της μελλοντικής κατανάλωσης στον παρόντα χρόνο είναι εφικτή, ευνόησαν, επίσης, την πολιτική νομιμοποίηση των τεράστιων ανισορροπιών ανάμεσα  στα ελλειμματικά και πλεονασματικά κράτη και στο εσωτερικό των πρώτων.

Συμπερασματικά, για τον Κινγκ η κρίση δεν προήλθε τόσο από τη νομισματική και επιτοκιακή πολιτική των Κεντρικών Τραπεζών, όσο από τις παγκόσμιες ανισορροπίες μεταξύ (υπερ)προσφοράς αποταμίευσης και χαμηλής ζήτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι Κεντρικές Τράπεζες μπορούν να επηρεάσουν μόνο τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια και όχι τα μακροπρόθεσμα (δεκαετή), η διαμόρφωση των οποίων συνδέεται με την (αν)ισορροπία μεταξύ της παγκόσμιας προσφοράς και ζήτησης.

Β) Προτάσεις για τον περιορισμό της αλχημείας

Η συμβολή του Κινγκ στη σύγχρονη πολιτική οικονομία σχετίζεται με το ότι αφενός καταρρίπτει πολλούς μύθους της μονεταριστικής θεωρίας και αφετέρου απεγκλωβίζει την κεϋνσιανή προσέγγιση από το παραδοσιακό πλαίσιο της ενεργού ζήτησης εντός των εθνικών οικονομιών. Η τελευταία παρατήρηση είναι εξόχως σημαντική διότι στη παγκοσμιοποιημένη οικονομία,  οι δυνάμεις που διαμορφώνουν το ύψος των επιτοκίων και συνεπώς τις επενδυτικές προσδοκίες υπερβαίνουν κατά πολύ την προσφορά και τη ζήτηση σε εγχώριο επίπεδο. Επιπλέον, κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης με τα συμβατικά κεϋνσιανά εργαλεία, τονίζει ο Κινγκ, είναι πολύ πιθανό να επιδεινώσει περαιτέρω τις υπάρχουσες ανισορροπίες. Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά την τόνωση της ζήτησης εντός των εθνικών οικονομιών γενικά, αλλά την αποκατάσταση των εξωτερικών και εσωτερικών ανισορροπιών. Η εξεύρεση δηλαδή ενός νέου σημείου ισορροπίας ανάμεσα στα πλεονασματικά και ελλειμματικά κράτη από τη μια και η εξομάλυνση της τεχνητής διόγκωσης της ζήτησης σε εθνικό επίπεδο, ιδίως μέσω του περιορισμού της ανεξέλεγκτης δράσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, από την άλλη.

Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο είναι ο συντονισμός της δράσης των βασικών οικονομικών φορέων και θεσμών. Η πολιτική δράση δηλαδή προς την αποκατάσταση της βασικότερης αποτυχίας της αγοράς που είναι η έλλειψη της συνεργασίας μεταξύ των οικονομικών δρώντων. Η υπέρβαση του «διλήμματος του φυλακισμένου» στη σύγχρονη οικονομία συνεπάγεται ότι σε παγκόσμιο επίπεδο πρέπει να εγκαταλειφθεί η μερκαντιλιστική λογική της συσσώρευσης εμπορικών πλεονασμάτων και να δημιουργηθούν μηχανισμοί αποκατάστασης των δομικών εμπορικών ελλειμμάτων, όπως έκανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μέσω των δανείων του, την περίοδο του Bretton Woods. Σε εθνικό όμως επίπεδο, και εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο υποσύνολο των προτάσεων του Κινγκ, θα πρέπει να επαναρρυθμιστεί συνολικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως επίσης και να επανεξεταστεί ο ρόλος των Κεντρικών Τραπεζών. Η αύξηση της παραγωγικότητας στις ελλειμματικές οικονομίες θα περάσει μέσα από τη διαμόρφωση ενός χρηματοπιστωτικού τομέα και μιας νομισματικής πολιτικής που θα περιορίσουν τη συνολική μόχλευση. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, με άλλα λόγια, μπορεί να περιορισθεί η χρηματοπιστωτική αλχημεία. Διασφαλίζεται δηλαδή ότι τα αποτελεσματικά ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού των χρηματοπιστωτικών οργανισμών υπερβαίνουν τα αποτελεσματικά ρευστοποιήσιμα στοιχεία του παθητικού. Με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει η εγγύηση ότι πάντα θα υπάρχουν γρήγορα ρευστοποιήσιμα μέσα για την προστασία των καταθέσεων. Παράλληλα, για τη διασφάλιση ενός μόνιμου μηχανισμού παροχής ρευστότητας από τις Κεντρικές Τράπεζες, ο Κινγκ προτείνει την υποχρεωτική διακράτηση από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ενός ποσοστού αποτελεσματικά ρευστοποιήσιμων στοιχείων του ενεργητικού, τα οποία θα χρησιμοποιούνται ως εγγύηση προς τις Κεντρικές Τράπεζες σε περίπτωση έκτακτης παροχής ρευστότητας. Με αυτόν τον τρόπο, οι εμπορικές τράπεζες θα γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή το ποσό της ρευστότητας που μπορούν να αντλήσουν από τις Κεντρικές Τράπεζες. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ένα κρίσιμο συμπέρασμα που αντλήθηκε από τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, κατά τη διάρκεια της κρίσης, είναι ότι οι Κεντρικές Τράπεζες δάνειζαν τις εμπορικές έναντι επισφαλών εγγυήσεων, επειδή δεν είχαν προβλεφθεί, εκ των προτέρων, συγκεκριμένα κριτήρια πρόσβασης στην έκτακτη ρευστότητα. Ο συγκεκριμένος εφησυχασμός σχετιζόταν φυσικά με το ότι το ενεργητικό των τραπεζών θεωρούνταν ασφαλές, λόγω της διόγκωσης της «φούσκας» στην τιμή των χρηματοοικονομικών μέσων. Η έλλειψη ασφαλών εγγυήσεων από την πλευρά των εμπορικών τραπεζών, επέφερε ζημιές στους ισολογισμούς των Κεντρικών Τραπεζών και κατέστησε τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεσματικά μόνο σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Τέλος, για τον περιορισμό της κοινωνικοποίησης των ζημιών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο Κινγκ προτείνει την επιβολή φόρου ανάλογα με το βαθμό αλχημείας, δηλαδή με το κατά πόσον το σύνολο του αποτελεσματικά ρευστοποιήσιμου παθητικού υπερβαίνει το σύνολο του αποτελεσματικά ρευστοποιήσιμου ενεργητικού. Όπως γίνεται φανερό, ο Κινγκ δεν υιοθετεί την άποψη περί ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που υποχρεούται να διαθέτει το 100% των καταθέσεων σε ρευστά διαθέσιμα (100% reserve banking), έτσι ώστε, αφ’ ενός να προστατεύονται οι αποταμιευτές και αφ’ ετέρου τα τραπεζικά ιδρύματα να μην μπορούν να δανείζουν χωρίς όρια. Απεναντίας, ο σκοπός του συγγραφέα είναι η αξιοποίηση των σύγχρονων εργαλείων παροχής ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με τη θέσπιση των πιο αυστηρών εγγυήσεων βέβαια για την προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Γ) Το πολιτικό διακύβευμα της νέας Μεγάλης Εξομάλυνσης (;)

Στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων, ο ρόλος των Κεντρικών Τραπεζών είναι βαρύνουσας -πολιτικής- σημασίας. Πριν από την κρίση, οι Κεντρικές Τράπεζες θεωρούσαν ότι ο ρόλος τους περιορίζεται στη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα. Σήμερα όμως χρειάζεται, σύμφωνα με τον Κινγκ, η παρέμβασή τους και στην ίδια την κατανομή των πόρων, γεγονός που εγείρει ζητήματα πολιτικής νομιμοποίησης και λογοδοσίας. Με τι είδους κριτήρια μπορεί να επιβάλλονται, από μια μη εκλεγμένη, ανεξάρτητη αρχή, μέτρα ποσοτικής και ποιοτικής καθοδήγησης της πίστωσης; Επιπλέον, έως ότου εξομαλυνθεί -αν κάποτε αυτό καταστεί εφικτό- η υπερμόχλευση της παγκόσμιας οικονομίας, πώς θα καλύπτονται κοινωνικές ανάγκες, η χρηματοδότηση των οποίων είναι άμεσα συναρτημένη με την επέκταση του ιδιωτικού -και όχι κρατικού- δανεισμού («ιδιωτικοποιημένος κεϋνσιανισμός»);

Οι Κεντρικές Τράπεζες είναι παγιδευμένες σε μια πολιτική χαμηλών επιτοκίων, λόγω της εδραιωμένης αντίληψης ότι η λύση στη αδύναμη ζήτηση είναι η περεταίρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Το «δίλημμα του φυλακισμένου» στη συγκεκριμένη περίπτωση υποδηλώνει ότι εάν καμία από αυτές δεν αυξήσει τα επιτόκια, θα υπάρξει ο κίνδυνος των παρατεταμένα χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης. Για την αποφυγή αυτού του διλήμματος, είναι αναγκαίος ο συντονισμός γύρω από ένα διπλό στόχο: i) την ενίσχυση των προσδοκιών για αύξηση των εισοδημάτων μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας -και όχι του χρέους- και συνεπώς, ii) τη διαμόρφωση (προς τα επάνω) του ύψους των επιτοκίων προς την κατεύθυνση ενός πιο διατηρήσιμου πλαισίου ζήτησης και παραγωγικότητας. Εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι  Μέρβιν Κινγκ, αν και επισημαίνει, ως λύση, την ανάγκη για ένα νέο σημείο ισορροπίας στο πεδίο του παγκόσμιου καταμερισμού των έργων, εντούτοις παραγνωρίζει, ως αιτία της κρίσης, (και) τα δομικά εκείνα όρια στα οποία έχει φθάσει ο σύγχρονος παγκόσμιος καταμερισμός των έργων και η τεχνολογική πρόοδος, αποτέλεσμα των οποίων είναι βεβαίως οι παγκόσμιες χρηματοοικονομικές ανισορροπίες που προσφυώς περιγράφει. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε, ο Κινγκ δεν υιοθετεί τις πιο απαισιόδοξες απόψεις των ομότεχνών του περί της νέας κανονικότητας των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης για τις επόμενες δεκαετίες (secular stagnation). Οι δύο παραπάνω στόχοι των Κεντρικών Τραπεζών είναι εύκολοι στη διακήρυξη τους, δύσκολοι όμως ως προς την επίτευξή τους. Απαιτείται συντονισμός ως προς το ύψος των επιτοκίων, ώστε η αύξησή τους από μια Κεντρική Τράπεζα να  μην εκλαμβάνεται ως ευκαιρία για αύξηση της ανταγωνιστικότητας των υπόλοιπων -εξαγωγικών- οικονομιών.

Τούτων δοθέντων, στο επίκεντρο των λύσεων που προτείνει ο Μέρβιν Κινγκ βρίσκεται κατ’ ουσίαν ένα αμιγώς πολιτικό διακύβευμα: Η υπέρβαση της αποτυχίας του (μακρο)συντονισμού της αγοράς, μέσω της συγκρότησης μιας minimum μορφής οικονομικής διακυβέρνησης ή ακριβέστερα, ενός πολυμερούς διακρατικού συντονισμού, ώστε να απαντηθεί το «δίλημμα του φυλακισμένου» που ενυπάρχει στις σχέσεις μεταξύ ελλειμματικών και πλεονασματικών οικονομιών στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Συνεπώς, το εάν και κατά πόσον η επόμενη δεκαετία θα είναι η εποχή ενός νέου είδους Μεγάλης Εξομάλυνσης, ήτοι, η εξεύρεση ενός νέου σημείου ισορροπίας της προσφοράς και της ζήτησης μεταξύ των ελλειμματικών και πλεονασματικών οικονομιών, είναι σε τελευταία ανάλυση, ζήτημα της πολιτικής -δίχως άλλο- οικονομίας.

 

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*