Μία νέα εποχή εμπειρικής μακροοικονομικής;

Το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την θεωρητική μακροοικονομική έρευνα έχει υποχωρήσει πολύ – τούτο διαπιστώνεται εύκολα και χωρίς επιφυλάξεις. Οι εξηγήσεις αναφέρονται στις εμπειρικές και τις προβλεπτικές αστοχίες της κρατούσας (αλλά και της ετερόδοξης) μακροοικονομικής θεωρίας (ή, έστω, στην περιστασιακή ή/και μερική συνάφειά της) και, ως αποτέλεσμα αυτών, στην περιορισμένη (και συχνά, πολύ δευτερεύουσα) χρήση της θεωρίας στην λήψη αποφάσεων μακροοικονομικής (περιλαμβανομένης της νομισματικής) πολιτικής. Η υποχώρηση του θεωρητικού ενδιαφέροντος των ακαδημαϊκών οικονομολόγων αποδίδεται, επίσης, στην σκλήρυνση του μαθηματικού φορμαλισμού και, εν πολλοίς κατ’ επέκταση, στην βαθιά αποξένωση της θεωρητικής αφαίρεσης από την μακροοικονομική εμπειρία. Απόρροια αυτών είναι, κατά συνέπεια, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της ακαδημαϊκής μακροοικονομικής έρευνας προς εμπειρικά ερωτήματα και θέματα πολιτικής και επακόλουθη είναι, επομένως, η έμφαση στην εισαγωγή καινοτόμων τεχνικών εμπειρικής ανάλυσης και στην συγκρότηση βάσεων με νέα εμπειρικά δεδομένα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η μακροοικονομική έρευνα στρέφεται προς εμπειρικά ερωτήματα και θέματα πολιτικής. Πράγματι, μεταξύ των επιγόνων των Κέινς -και για την ακρίβεια, μετά την εισαγωγή από τον Χικς του υποδείγματος IS-LM- η μακροοικονομική εμπειρική έρευνα ήκμασε, έχουσα ως βασικά οχήματα ανάλυσης δομικά μακροοικονομετρικά υποδείγματα και σκοπούσα στην πρόβλεψη της οικονομικής δραστηριότητας και στην μέτρηση της επίδρασης εναλλακτικών πολιτικών. Τέτοια εμπειρική μακροοικονομική έρευνα γινόταν, κατά μείζονα λόγο, σε πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών και ανάμεσα στους κορυφαίους πρωταγωνιστές της συγκαταλέγονταν ο Κλάιν, ο Γκολντμπέργκερ, ο Άλντο και ο Μοντιλιάνι.

Στις μέρες μας, η εμπειρική στροφή της μακροοικονομικής έρευνας ακολουθεί, μάλλον μοιραίως και πιθανότατα επωφελώς, τον (επαναστατικό, όπως λέγεται) δρόμο της μικροθεμελίωσης των μακροοικονομικών φαινομένων. Αντανακλά, ωστόσο, την δυσφορία έναντι των υποδειγμάτων που στηρίζονται στον αντιπροσωπευτικό συναλλασσόμενο – κυρίως, έναντι των (συμβατικών) δυναμικών στοχαστικών υποδειγμάτων γενικής ισορροπίας. Αναγνωρίζοντας την εκτεταμένη ετερογένεια μεταξύ των συναλλασσόμενων, η σύγχρονη εμπειρική έρευνα αναζητεί στα δεδομένα της (ιδιοσυγκρασιακής) οικονομικής συμπεριφοράς, των αποφάσεων και των επιδόσεων των ετερογενών επιχειρήσεων την εξήγηση της συναθροιστικής παραγωγικότητας και των τάσεων απόκλισης μισθών και παραγωγικότητας (για παράδειγμα, βλέπε εδώ). Η ίδια μικροοικονομική εμπειρική στρατηγική μπορεί να εφαρμόζεται για την μελέτη της συναθροιστικής δημιουργίας και καταστροφής θέσεων εργασίας ή της απόκρισης της δραστηριότητας σε μεταβολές της νομισματικής πολιτικής. Κατά την αυτή λογική, η προσφυγή στα δεδομένα της (ιδιοσυγκρασιακής) συμπεριφοράς και των αποφάσεων των (εισοδηματικώς και όχι μόνο) ετερογενών νοικοκυριών μπορεί να συμβάλλει στην εξήγηση της συναθροιστικής προσφοράς εργασίας, της συνολικής αποταμίευσης, της διαχρονικής εξομάλυνσης της κατανάλωσης και, εν τέλει, της σταθερότητας της οικονομίας.

Μπορεί μια τέτοια εμπειρική μακροοικονομική έρευνα να μοιάζει -και να είναι σε ικανό βαθμό- θεωρητικώς αχαλιναγώγητη, ούσα, ωστόσο, χρήσιμη στην διαμόρφωση της πολιτικής. Είναι, άραγε, τούτο κολάσιμο – και από ποια άποψη, ειδικότερα; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν είναι εύκολη – και επιστημολογικώς, ειδικότερα, είναι πολύ απαιτητική. Μολονότι δεν επέχει θέση απάντησης, η γνώριμη αποστροφή του Μπεν Μπερνάνκε, πως η  ποσοτική χαλάρωση λειτουργεί στην πράξη αλλά όχι και στην θεωρία, είναι, παρ’ όλα αυτά, ενδεικτική.

ν.κ.