Έχοντας ως αφορμή – ως τελευταία αφορμή, διότι δεν είναι η μόνη – την σύγκρουση της ιταλικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέση με τον προϋπολογισμό της πρώτης και την συνακόλουθη (προβλεπόμενη) απόκλιση της κατάστασης των δημόσιων οικονομικών της Ιταλίας (ειδικότερα, της προβλεπόμενης εξέλιξης του δημόσιου χρέους της) από τις Ευρωπαϊκές κανονιστικές προδιαγραφές, διερωτώμαι: είναι, άραγε, ο (πολιτικός) λαϊκισμός οικονομικώς δυσμενής;

Ο Ντάνι Ρόντρικ (Rodrik, Dani. 2018. “Is Populism Necessarily Bad Economics? AEA Papers and Proceedings108 : 196-99) υποστηρίζει, πειστικώς κατά την γνώμη μου, πως όταν οι κανόνες και οι περιορισμοί αποβλέπουν στην μακροχρόνια θωράκιση μιας (ανα)διανομής του εισοδήματος που αντανακλά βραχυπροθέσμως ισχυρές πολιτικές επιρροές – το βραχυπρόθεσμο εδώ ορίζεται στον ιστορικό χρόνο μάλλον και όχι κατά την συμβατική οικονομική σημασία του – τότε το ενδεχόμενο της οικονομικής δυσμένειας καταστέλλεται. Τουναντίον, οικονομικώς δυσμενής είναι η παράκαμψη (ή η παραβίαση) κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία της κοινωνικής πλειονότητας από αποφάσεις που πρόκειται να αποδειχθούν στο μέλλον καταστρεπτικές για αυτήν.

Σε ποια κατηγορία εντάσσεται ο ιταλικός προϋπολογισμός του έτους 2019, ο οποίος μεταξύ άλλων προβλέπει την αύξηση των δαπανών κοινωνικής προστασίας;

Τι συνδηλώσεις προκαλεί αυτός ο θεωρητικός συλλογισμός για τα (αριστερά κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικώς) κόμματα που ενστερνίζονται τις αξίες και τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας – και για τα πολιτικά προγράμματά τους;

Ας διευκρινισθεί, εκ περισσού, πως ανεξαρτήτως των σκέψεων και των απαντήσεων που υποβάλλουν αυτά τα ερωτήματα – σκέψεων και απαντήσεων που εδώ υπολανθάνουν – το πρόσωπο του λαϊκισμού, ιδίως του ακροδεξιού και μισαλλόδοξου λαϊκισμού, δεν παύει να είναι δύσμορφο και αποκρουστικό – και η άνοδος της ακροδεξιάς δεν παύει να εγκυμονεί μείζονος σημασίας κινδύνους.

ν.κ.