Νίκος Κουτσιαράς: Η «άπληστη στειρότητα της Γαλλίας»

Αυτή η φράση (στο πρωτότυπο “the grasping sterility of France”) ανήκει στον Τζων Μέιναρντ Κέινς και εντοπίζεται στο αυτοβιογραφικό κείμενο Δρ Μέλχιορ – ένας ηττημένος εχθρός. Τούτο και ένα ακόμη (αυτοβιογραφικό επίσης) κείμενο του Κέινς παρέμεναν ανέκδοτα όσο ο ίδιος ήταν εν ζωή, σύμφωνα με την βούλησή του. Εκδόθηκαν το 1949, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, και μόλις τον περασμένο Ιούλιο οι εκδόσεις Άγρα εξέδωσαν την ελληνική μετάφρασή τους.[1) Στον Δρ Μέλχιορ, λοιπόν, ο Κέινς αναφέρεται στην Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919, ειδικότερα, δε, στις διαπραγματεύσεις και, ιδίως, στις άτυπες συζητήσεις μεταξύ εθνικών αξιωματούχων και στις προσωπικές συναναστροφές τους. Μετέρχεται, δε, αυτόν τον χαρακτηρισμό προκειμένου να συνοψίσει την εντύπωση που του προκάλεσε ο υπερπολυτελής δείπνος στο διαμέρισμα ενός Γάλλου αξιωματούχου – το άχαρο, άβολο και στενόχωρα ακριβές σκηνικό που είχε στηθεί, όπως το περιγράφει ο Κέινς  (σελ. 48-49). Ευλόγως εικάζεται, θεωρώ, πως ο χαρακτηρισμός του Κέινς δεν αφορά αποκλειστικώς σε αυτήν την, ιδιωτικής φύσεως, και μεμονωμένη, εμπειρία του, αλλά εκφράζει, γενικότερα, την αντίληψή του για την στάση της γαλλικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Ανακωχής του 1918 – τουτέστιν, για την πρόθεση της Γαλλίας να επιβάλει όρους που η Γερμανία δεν θα μπορούσε, για διάφορους λόγους, να αποδεχθεί, την ίδια στιγμή, όμως, διακινδυνεύοντας το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα και τα μακροχρόνια συμφέροντα των συμμάχων (όπως εκτίθεται αναλυτικώς στο κείμενο του Κέινς).

Τον Κέινς και τον χαρακτηρισμό του μού έφερε στον νου η πολιτική του Εμμανουέλ Μακρόν – που εξελέγη υποσχόμενος πως θα ξανακάνει μεγάλη την Γαλλία και πως θα καταστήσει  εκ νέου, κατ’ επέκταση, ηγετικό τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως επιχειρώντας, σε συνεργασία με την Γερμανία, την εφαρμογή ενός σχεδίου μεταρρύθμισης της ευρωζώνης. Η εισαγωγή εγχώριων θεσμικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως στην αγορά εργασίας, καθώς και η συμμόρφωση με τους Ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες – η μείωση του ελλείμματος σε επίπεδο χαμηλότερο από 3% – είναι, κατά τον Εμμανουέλ Μακρόν, οι ενδεδειγμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής, καθώς, αφενός, επαναφέρουν την Γαλλία σε τροχιά διατηρήσιμης (και ταχύτερης) οικονομικής μεγέθυνσης και, αφετέρου, καταστέλλουν τις γνώριμες γερμανικές ανησυχίες ως προς την σκοπιμότητα δημιουργίας ενός κοινού προϋπολογισμού στην ευρωζώνη.

Αυτή ακριβώς  η πολιτική θα αποδειχθεί, πιθανώς, στείρα. Δεν είναι μόνο πως το υπόδειγμα της εγχώριας θεσμικής μεταρρύθμισης αρκείται σε (οικονομικώς αμφιλεγόμενα, πλέον) μέτρα απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, αλλά, πολύ περισσότερο, το ότι η γαλλική κυβέρνηση προτίθεται να εισαγάγει αυτά τα μέτρα εκ παραλλήλου με συσταλτική (και αχρείαστη, αν κρίνουμε από το κόστος δανεισμού της γαλλικής κυβέρνησης) δημοσιονομική πολιτική, διακινδυνεύοντας την επιβράδυνση της μεγέθυνσης, την κοινωνική δυσφορία (την εξέγερση των χαμένων της μεταρρύθμισης) και, ίσως, εν τέλει, την αναστολή αυτών των μέτρων – ενδεικτική είναι, κατά τούτο, η ραγδαία υποχώρηση της δημοφιλίας του Μακρόν. Και από αυτή την άποψη, το, εκ προοιμίου αμφίβολο, ενδεχόμενο μετατόπισης της θέσης της Γερμανίας, σε ό,τι αφορά την θεσμική μεταρρύθμιση της ευρωζώνης, απομακρύνεται για τα καλά – εάν δεν εκμηδενίζεται. Όπως και να έχει, άλλωστε, το μέγεθος ενός (κοινού) προϋπολογισμού που θα συνέβαλε, πράγματι, στην μακροοικονομική σταθεροποίηση της ευρωζώνης είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο οι πλέον αισιόδοξοι μπορούν (μάλλον αφελώς) να προσδοκούν.

Υπάρχουν δύο πράγματα που θα ήταν πολύ προτιμότερο να υποστηρίξει ο Εμμανουέλ Μακρόν, αναλαμβάνοντας σχετικές πρωτοβουλίες – στο πλαίσιο των υφιστάμενων εθνικών προτιμήσεων και των θεσμικών περιορισμών. Το πρώτο αναφέρεται στην μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας, παρέχοντας στις εθνικές κυβερνήσεις μεγαλύτερο περιθώριο άσκησης ευνοϊκής οικονομικώς (διάβαζε μεγέθυνση) δημοσιονομικής πολιτικής, και διασφαλίζοντας, ταυτοχρόνως, την (λελογισμένη) εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Τούτο θα ήταν, πράγματι, προς το συμφέρον της Γαλλίας, θα συνέτεινε, σε ένα βαθμό, στην εξισορρόπηση των μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη και, πράγμα κρίσιμο πολιτικώς, θα υποκινούσε, εκ πρώτης όψεως, την συναίνεση της Ιταλίας. Βεβαίως, το ενδεχόμενο πολιτικής επιβίωσης και, κυρίως, καλής τύχης αυτής της μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας θα προϋπέθετε πως η ιταλική κυβέρνηση θα εφάρμοζε, πράγματι, μέτρα (προοδευτικής) εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών της (μείωσης του χρέους).

Το δεύτερο αναφέρεται στην θεσμική ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, ιδίως στην εγκατάσταση ενός κοινού μηχανισμού εγγύησης των καταθέσεων. Τούτο, ωστόσο, θα προϋπέθετε την απεξάρτηση των τραπεζών από την πρακτική επένδυσης σε κυβερνητικά ομόλογα, προκειμένου να αποτρέπεται ο κίνδυνος χρεωκοπίας των τραπεζών λόγω αφερεγγυότητας της κυβέρνησης, όπως απαιτεί η Γερμανία. Δεδομένου του χαμηλού κόστους δανεισμού της, η γαλλική κυβέρνηση θα μπορούσε να υποστηρίξει, πράγματι, αυτό τον συμβιβασμό. Ο τελευταίος προσκρούει, όμως, στις έντονες ιταλικές επιφυλάξεις, ένεκα του σχετικώς υψηλού (και ευμετάβλητου, ιδίως προς τα πάνω) κόστους δανεισμού της (ιταλικής) κυβέρνησης – μολονότι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης θα απομάκρυνε τον κίνδυνο κεφαλαιακής ανεπάρκειας των ιταλικών τραπεζών.

Η τροποποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και η θεσμική ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης συνιστούν ένα σχέδιο ήπιας (και βελτιωτικής) μεταρρύθμισης της ευρωζώνης, το οποίο η γαλλική κυβέρνηση θα ήταν προτιμότερο να προωθήσει, προσβλέποντας στην υποστήριξη της Ιταλίας, εφόσον, βεβαίως η τελευταία έθετε, πράγματι, σε εφαρμογή μια πολιτική (λελογισμένης και προοδευτικής) δημοσιονομικής εξυγίανσης. Η επιμονή της Γαλλίας στο στείρο πολιτικώς (πιθανότατα και οικονομικώς επίσης) σχέδιο για εγκατάσταση κοινού προϋπολογισμού στην ευρωζώνη, όμως, συνοδεύεται από την ουσιαστική εξουδετέρωση του ενδεχόμενου πολιτικής επιβίωσης του ήπιου σχεδίου μεταρρύθμισης, μολονότι η σκοπιμότητα της προώθησης του τελευταίου είναι πολύ πιθανό πως θα ενισχυθεί, ιδίως εάν η εγχώρια (δηλαδή στην Γαλλία) μεταρρύθμιση αποτύχει.

Η αιτία της ουσιαστικής εξουδετέρωσης αυτού του ενδεχόμενου δεν είναι άλλος από την απληστία της γαλλικής κυβέρνησης, απληστία που έχει ως αποτέλεσμα την αποξένωση της Ιταλίας (η υποστήριξη της οποίας είναι αναγκαία προκειμένου για την πολιτική επιβίωση του ήπιου σχεδίου μεταρρύθμισης). Διότι, απληστία (υπό την μορφή της προσοδοθηρικής απόσπασης τμήματος της Ευρωπαϊκής παραγωγικής δραστηριότητας και των θέσεων εργασίας) δηλώνει η προστατευτική (και διόλου φιλελεύθερη οικονομικώς, σε πείσμα των αρχικών εξαγγελιών του Εμμανουέλ Μακρόν) απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να αποτρέψει την εξαγορά του ναυπηγείου STX από την ιταλική ναυπηγική εταιρεία, κρατικής ιδιοκτησίας, Fiscantieri, υπαναχωρώντας από την προκαταρκτική συμφωνία εξαγοράς που είχε πριν από ένα χρόνο επιτευχθεί – για την ακρίβεια, απειλώντας με εθνικοποίηση της STX εάν δεν υπάρξει νέα συμφωνία που θα προβλέπει την, εξ ημίσεως, ιδιοκτησία του γαλλικού ναυπηγείου από το γαλλικό και το ιταλικό δημόσιο. (2)

Αν ζούσε ο Κέινς, φαντάζομαι, θα επαναλάμβανε, πιθανώς, την ίδια φράση προκειμένου να χαρακτηρίσει την γαλλική στρατηγική μακροοικονομικής μυωπίας, (σπάταλου και αθέμιτου, εν πολλοίς) μικροοικονομικού παρεμβατισμού και πολιτικής αστοχασιάς (ή αλαζονείας;) σε εγχώριο και Ευρωπαϊκό επίπεδο.

(1) John Maynard Keynes, Δύο Αναμνήσεις – Από το Μπλούμσμπερυ στο Παρίσι: Δρ Μέλχιορ – ένας ηττημένος εχθρός και Τα νεανικά μου πιστεύωΠρόλογος: Maël Renouard, Εισαγωγή – Σημειώσεις: David Garnett, μετάφραση Σπύρος Γιανναράς, Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

(2) Τελικώς, επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των δύο πλευρών (σε συνάντηση του προέδρου Μακρόν με τον Ιταλό πρωθυπουργό Τζεντιλόνι, στις 27 Σεπτεμβρίου 2017) και, στο πλαίσιο της συνακόλουθης συμφωνίας, η Fiscantieri αποκτά το 51% των μετοχών, καθώς και τον διοικητικό έλεγχο της STX. Η γαλλική κυβέρνηση, όμως, διατηρεί για δώδεκα χρόνια το δικαίωμα ανάκτησης του 1% των μετοχών και του ελέγχου της εταιρείας εφόσον διαπιστωθεί, μέσω τακτικώς διενεργούμενων εξετάσεων, πως οι όροι της συμφωνίας δεν εκπληρώνονται. Ας υπογραμμισθεί, πάντως, ότι ο συμβιβασμός τούτος επιτυγχάνεται εκ παραλλήλου με την εξαγγελία της πρόθεσης των δύο κυβερνήσεων να διερευνηθεί το ενδεχόμενο σύμπραξης της Fiscantieri με την γαλλική Naval προκειμένου να δημιουργηθεί ένας «Ευρωπαίος πρωταθλητής» στον τομέα της κατασκευής πολεμικών πλοίων.

Προσθέστε σχόλιο

To e-mail σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*


*