Εργαζόμενοι (και άνεργοι) παγιδευμένοι εν μέσω κλασσικής και Κεϋνσιανής μακροοικονομικής (και εθνικών προτιμήσεων)

Στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η ανεργία αυξήθηκε στην ΕΕ, με τις υπερχρεωμένες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου να αντιμετωπίζουν συντριπτικά μεγαλύτερες επιπτώσεις. Κάτι λιγότερο από μια δεκαετία μετά, οι δείκτες φαίνεται να βελτιώνονται διστακτικά, εντούτοις η υψηλή ανεργία εμμένει συνολικά, σαφώς με μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Τα ποσοστά ανεργίας κυμαίνονται μεταξύ 22,5% στην Ελλάδα και 17,7% στην Ισπανία σε 3,9% στη Γερμανία και 3% στην Τσεχία.

Εν τω μεταξύ, η ΕΕ εμμένει σε πολιτικές λιτότητας που χαρακτηρίζεται ως αυστηρή ή ως ήπια ανάλογα με τις πολιτικές προτιμήσεις. Οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου αναγκάζονται στην εφαρμογή προγραμμάτων αυστηρής λιτότητας με συρρίκνωση του προϋπολογισμού και συνεπώς των δημοσίων δαπανών που οδηγούν, μεταξύ άλλων, σε κάμψη της ζήτησης. Η ΕΚΤ υπό τον Μάριο Ντράγκι επέλεξε, σε πείσμα της Γερμανικής δυσφορίας, να εφαρμόσει αντισυμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής για την ενίσχυση της ανάπτυξης, την αύξηση του πληθωρισμού και την ενθάρρυνση της απασχόλησης στην ευρωζώνη, επιτρέποντας παράλληλα στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία) να εφοδιαστούν με φθηνό χρήμα. Ωστόσο, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος ο κεντρικός τραπεζίτης (ενώπιον και του Γερμανικού Κοινοβουλίου), η επεκτατική νομισματική πολιτική δεν επαρκεί αφεαυτής. Οι επιδράσεις της, άλλωστε, στη μείωση της ανεργίας υπόκεινται σε περιορισμούς, ενώ παράλληλα δύναται να επιτείνει τις εισοδηματικές ανισότητες και να προκαλέσει φούσκες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το 2016, η ανεργία στην ΕΕ και την ευρωζώνη βρισκόταν στο 8,5% και 10% αντίστοιχα, επιδόσεις βελτιωμένες μόλις κατά περίπου 2% από το 2013, τη χειρότερη χρονιά σε ανεργία (10,8% και 12% αντίστοιχα) μετά το ξέσπασμα της κρίσης – και με το ΑΕΠ της ΕΕ να έχει ξεπεράσει από το 2011 (13,19 τρισ. ευρώ, τρέχουσες τιμές) το ΑΕΠ του 2008 (13,05 τρισ. ευρώ, τρέχουσες τιμές).

Η συζήτηση για τη λήψη μέτρων για τη μείωση της υψηλής ανεργίας περιστρέφεται, κυρίως, γύρω από τη συνεχή αύξηση του βαθμού ευελιξίας των Ευρωπαϊκών αγορών εργασίας (βλ. ύψος και διάρκεια επιδομάτων ανεργίας, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, νομοθεσία προστασίας της απασχόλησης, κινητικότητα εργαζομένων μεταξύ επαγγελμάτων, περιφερειών, κρατών-μελών, αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων κτλ.), επιλέγοντας να αγνοείται ότι αυτό ενδεχομένως λειτουργεί στην περίπτωση της διαρθρωτικής, αλλά, εν πολλοίς, δεν επιδρά στην κυκλική ανεργία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται σαφώς η επιρροή της νέας κλασσικής σχολής οικονομικής σκέψης μάλλον, παρά της Κεϋνσιανής.  Οι νέοι κλασσικοί διατείνονται ότι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική δεν αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την επίλυση του ζητήματος της ανεργίας, καθώς μεσοπρόθεσμα δεν αυξάνει το πραγματικό ΑΕΠ, αλλά τον πληθωρισμό (σημείο που θίγει τις Γερμανικές, κατά κύριο λόγο, ευαισθησίες). Ως αποτελεσματικό εργαλείο προτάσσονται οι πολιτικές αύξησης της προσφοράς, δηλαδή, όπως προαναφέρθηκε, πολιτικές αύξησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας. Σε αντιδιαστολή, οι επηρεασμένοι από τον Κέυνς οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι εκτός από τη χρήση των εργαλείων της νομισματικής πολιτικής, απαιτείται και η εφαρμογή επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ως σταθεροποιητικού εργαλείου, ιδίως σε περιπτώσεις ύφεσης, καθώς συμβάλλει στην αύξηση του συνολικά παραγόμενου προϊόντος, μέσω αύξησης της ενεργού ζήτησης, και αναχαιτίζει την αυξητική τάση της ανεργίας, επιδρώντας στην κυκλική ανεργία. Εντούτοις, η δημοσιονομική πολιτική αφεαυτής δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στον περιορισμό της διαρθρωτικής ανεργίας. Το κατάλληλο μείγμα δημοσίων δαπανών και φορολογικής ελάφρυνσης, σε συνδυασμό με επεκτατική νομισματική πολιτική και την εφαρμογή μέτρων αύξησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη απάντηση στο ζήτημα της ανεργίας, επιδρώντας συνολικά στην κυκλική και τη διαρθρωτική ανεργία.

Μήπως, τελικώς, ο συνδυασμός της επεκτατικής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής στην οικονομική πολιτική της ευρωζώνης και την πολιτική απασχόλησης των κρατών μελών θα επιδρούσε αποδοτικότερα σε μια οικονομική ένωση με υψηλά ποσοστά ανεργίας και ασθενικό ρυθμό ανάπτυξης; Μήπως, επίσης, η έμφαση θα πρέπει να μετατοπιστεί από την εμμονή στη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική με τη συρρίκνωση των δημοσίων δαπανών, σε συνδυασμό με την επιδίωξη αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, στην πρόταξη της δημιουργίας πραγματικά καλύτερων θέσεων εργασίας;

Είναι ξεκάθαρο ότι στο υφιστάμενο πλαίσιο πολιτικής υπάρχουν ελάχιστα περιθώρια για τη δημιουργία καλύτερων θέσεων εργασίας, αν φυσικά πρόκειται για καλύτερες θέσεις εργασίας για τον εργαζόμενο και όχι για τον εργοδότη, δηλαδή, θέσεις που προοιωνίζονται βελτίωση των όρων απασχόλησης (βλ. μισθολογική εξέλιξη, μείωση ωρών υπερεργασίας, ευελιξία ωραίου, συνεχή επαγγελματική εκπαίδευση, προστασία της θέσης εργασίας κτλ).

ΣοΜι